Τελικά, ποιός φταίει;

Τελικά, ποιός φταίει;

Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου

Τα γεγονότα των τελευταίων πέντε χρόνων έχουν περάσει από πάνω μας δίχως να αφήσουν ίχνος ενοχής σχεδόν σε κανένα. Σύσσωμος ο λαός έχει απόλυτα πεισθεί πως για όλα υπεύθυνοι είναι οι ανίκανοι πολιτικοί που αδιαφόρησαν για τις τύχες του κόσμου και με φαυλότητα έχτισαν το αδιέξοδο πελατειακό κράτος. Δεν δείχνει κανείς να σκέφτεται με τίνος τις πιέσεις οικοδομήθηκαν τα απαράδεκτα αυτά δίκτυα πατρωνίας, ποιανών τις ανάγκες εξυπηρετούν και με τι πλειοψηφικό ενθουσιασμό πάντα βραβεύονταν όσοι πρωτοστατούσαν σε όλες τις σχετικές πρωτοβουλίες. Χώρια από την κατάφωρη εγκατάλειψη όσων τολμούσαν να αντισταθούν στις σχετικές λαικές πιέσεις, οι πάντες παραβλέπουν πως το σχετικό φαύλο πελατειακό οικοδόμημα δεν υπήρξε προιόν της τελευταίας μόνο πενταετίας η δεκαετίας. Πάνω σε τέτοια υλικά οικοδομήθηκε η ‘δημοκρατική’ Ελλάδα, αυτές τις συμπεριφορές προσδοκούσαν από τους εκλεγμένους τους αντιπροσώπους οι ψηφοφόροι και από πάντα πάνω σε αυτό ακριβώς το υλικό ορθοποδούσαν πολιτικοί μηχανισμοί, κόμματα και προσωπικότητες.
Με τη σειρά τους οι πολιτικοί φορτώνουν ο ένας τις ευθύνες στις πλάτες των άλλων επιμένοντας για τα χάλια με τα οποία κάθε φορά η χώρα παραδόθηκε στα χέρια τους. Το εκπληκτικό είναι πως όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα και τις δεκαετίες που είχαν μεσολαβήσει από την στροφή του περασμένου αιώνα – του 19ου – μέχρι και την μεταπολίτευση (λαμβάνοντας βέβαια υπ’ όψη την ιδιαιτερότητα κάθε εποχής) η κεντρική λογική και οι βασικές κατευθύνσεις των οικονομικών πολιτικών που ακολουθήθηκαν ελάχιστα διαφέρουν μεταξύ τους. Κεντρικός άξονας υπήρξαν πάντοτε τα ‘μέτρα’ που έπαιρνε το κράτος για να μοιράσει παροχές. Με στόχο βέβαια σχεδόν πάντα τον στραγγαλισμό της ιδιωτικής οικονομίας, την προστασία των δημοσίων υπαλλήλων και το μεθοδικό πριόνισμα της ουσίας των όποιων φορολογικών επιβαρύνσεων.
Με αυτά και μ’ αυτά οι Ελληνες δεν πλήρωναν φόρους. Είχαν συνηθίσει να ζούν από το κράτος που δανειζόταν για να τους συντηρεί. Οι άτυχοι της εξίσωσης, πέραν κάποιων σοβαρών επιχειρηματιών, ήταν συνήθως οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα που δεν ήταν εύκολο να ξεφύγουν από την τσιμπίδα της εφορίας. Είχαν όμως κι εκείνοι τα δικά τους τυχερά’ όπως δεύτερες αφορολόγητες δουλειές, συγγενικά πρόσωπα στο δημόσιο, βαρέα κι ανθυγιεινά στην ασφάλιση, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις λόγω ζητημάτων (συχνά φανταστικών) υγείας κλπ. Δεν είναι τυχαίο πως κόμμα που να υποστηρίζει την μείωση των φόρων, την απελευθέρωση των αγορών και την αποστασιοποίηση του δημοσίου από οικονομικές δραστηριότητες ποτέ δεν πέρασε το κατώφλι της ελληνικής Βουλής.
Σε όλα αυτά βέβαια προστίθεται και το συνεχές χάιδεμα αυτιών των πολιτών από τις εκάστοτε, η και δυνάμει, εξουσίες που ουδέποτε τόλμησαν να επισημάνουν τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις των διαφόρων λαικών στρωμάτων. Οι αγρότες ήταν πάντα στο απυρόβλητο ανεξάρτητα σκανδάλων σε συνεταιρισμούς, προβλημάτων σε απατηλές καταγραφές αγροτικών επιδοτήσεων και επιμονή σε εξαιρέσεις φορολογικών επιβαρύνσεων. Το ίδιο ισχύει και για τις λαικές ετυμηγορίες που οδήγησαν σε εθνικά αδιέξοδα λόγω εμπάθειας και αδιαφορίας για την πραγματικότητα. Η καταψήφιση Βενιζέλου το 1920 είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Αλλά και το συνακόλουθο δημοψήφισμα, που επανέφερε τότε τον βασιλιά εξοργίζοντας τους συμμάχους και που οδήγησε στην εθνική τραγωδία, καθώς και η κατρακύλα στον λαικισμό και στο ξεκίνημα του εξωτερικού υπερδανεισμού το 1981, δεν πάει πολύ πίσω.
Αυτά που συμβαίνουν τελευταία δεν απέχουν πολύ από το συνηθισμένο ελληνικό μοτίβο. Η κυβέρνηση της ‘πρώτη φορά Αριστεράς’ απολαμβάνει ουσιαστικά ασυλίας οδηγώντας σε αδιέξοδα. Προωθεί, με σημαντική λαική στήριξη, αντιλήψεις και πολιτικές ταυτόσημες με εκείνες που μας οδήγησαν στην μέγγενη της οικονομικής κρίσης. Με δικαιολογία την έλλειψη κυβερνητικού παρελθόντος ταυτίζει τις πολιτικές του παρελθόντος – των οποίων τα αρνητικά (ιδίως στον οικονομικό τομέα) μόνιμα στήριζε και στα οποία υπερθεμάτιζε – με αρνητικά πρόσημα (λχ νεοφιλελεύθερα) και υπόσχεται το καινούργιο που στην πράξη είναι αναπαραγωγή του χειρότερου παλιού. Συνταιριάζουν όμως όσα υπόσχεται με τις προσδοκίες της κοινής γνώμης. Διέξοδος δηλ από τα αδιέξοδα δίχως κόπο, με νέες παροχές και με απασχόληση στο δημόσιο. Κοντολογής, επανασύσταση του πάρτυ της παρακμής και της κρίσης.
Οι πάντες σε όλη αυτή την πορεία κλείνουν τα μάτια. Αρνούνται να αναγνωρίσουν εμφατικά και δημόσια πως στα αδιέξοδα βρεθήκαμε λόγω μεγάλων παροχών του δημοσίου προς εργαζόμενους και συνταξιούχους. Από χρήματα δανεικά – που η ελληνική οικονομία δεν είχε κερδίσει ποτέ. Και που ουσιαστικά δεν τα άντεχε ο προυπολογισμός του κράτους. Η χρεωκοπία λοιπόν προήλθε από τον δημόσιο τομέα – που δανειζόταν για παροχές που του ήταν αδύνατον να ξεπληρώσει. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, το 2010 από το σύνολο των δαπανών του δημοσίου το 75% πήγαινε σε μισθούς του δημόσιου τομέα και σε συντάξεις (“… a reduction of public sector wages and pension outlays —which are unavoidable given that those two elements alone constitute some 75 percent of total (non-interest) public spending in Greece” http://www.imf.org/external/np/sec/pr/2010/pr10176.htm). Ούτε λοιπόν η διαφθορά, ούτε και οι όποιες μίζες προκάλεσαν την πτώχευση. Αυτή υπήρξε αποτέλεσμα παροχών, πέραν των δυνατοτήτων της οικονομίας, για την εξασφάλιση της λαικής ευαρέσκειας και για την εξαγορά στην ουσία ψήφων σε εκλογές.
Ούτε βέβαια και ο ισχυρισμός πως το Μνημόνιο απέτυχε και οι ξένοι βέβαια φταίνε για την αποτυχία έχει βάση στην πραγματικότητα. Το πρόγραμμα διάσωσης δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις κορόιδευαν. Και δεν το εφάρμοζαν, ενώ ψήφιζαν θεωρητικά τους σχετικούς νόμους, για να μην χαλάσουν τα κακώς κείμενα, για να μην δυσαρεστήσουν οργανωμένες ομάδες και να μην χάσουν οπαδούς και ψήφους. Απελευθερώθηκαν επαγγέλματα; Εγιναν εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις; Εξυγιάνθηκαν τα οικονομικά των ΔΕΚΟ και των νοσοκομείων; Και τόσα άλλα… Πως είναι δυνατόν να κατηγορείται ο γιατρός, όταν ο ασθενής αποφεύγει τα φάρμακα και την θεραπεία;
Στην περίπτωση νέας συμφωνίας η πορεία δεν θα αλλάξει. Η κυβέρνηση θα κατηγορηθεί πιθανότατα για προδοσία, ξεπούλημα τους δανειστές και συνθηκολόγηση με τον ‘νεοφιλελευθερισμό’ των αγορών. Η λύση για την χαιδεμένη κοινή γνώμη είναι πάντα απλή: οι ξένοι να χρηματοδοτούν δίχως απαιτήσεις την αποκατάσταση της δικής μας ευημερίας. Κάτι πλέον που θα υπόσχεται μόνο η άκρα δεξιά. Το μέλλον λοιπόν είναι δύσκολο να προβλεφθεί.
Πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε. Εμείς είμαστε πάντα αδικημένοι, ριγμένοι, αγανακτισμένοι…