ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

 

Ενα εξαιρετικό καινούργιο βιβλίο από την Sheila Lecoeur (Το Νησί του Μουσολίνι, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2013) θα έπρεπε να μας βάλει όλους σε βαθιά σκέψη. Πραγματεύεται την ιστορία της Σύρου στη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής και επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στον καταστρεπτικό λιμό που αποδεκάτισε τον πληθυσμό του μέχρι πρότινος τότε σχετικά ευημερούντος νησιού των Κυκλάδων. Σε μικρογραφία η ιστορία της Σύρου θα μπορούσε να ξυπνήσει την μακαριότητα της ελληνικής πολιτικής τάξης και να προκαλέσει επαγρύπνηση και κυρίως ενότητα μπροστά στους ορατούς κινδύνους.

Η Σύρος χάνοντας παλαιότερα για σημαντικούς γεωπολιτικούς λόγους τις αγορές της Μαύρης Θάλασσας και της Κων/πολης, αντιμετώπισε ξαφνικά το δραματικό φάσμα της παρακμής. Οι μεγάλες και πλούσιες Χιώτικες οικογένειες του νησιού έφυγαν για την Αθήνα η το εξωτερικό καθώς και άλλοι σημαντικοί μεσοαστοί αποφάσισαν να μεταφερθούν στον Πειραιά. Η κεντρική κρατική διοίκηση έμενε πάντα με την ιδέα πως το νησί ήταν εύπορο και δεν φρόντισε για υποδομές και ουσιαστικό εκσυγχρονισμό. Μεγάλωνε αριθμητικά μόνο την ντόπια δημοσιουπαλληλία, ιδίως επί κυβέρνησης Μεταξά, εγκαθιστώντας στα παλιά αρχοντικά στελέχη της δημόσιας διοίκησης.

Το νησί έμεινε δίχως παραγωγική υποδομή, μπόλικο παρασιτικό ουσιαστικά πληθυσμό και δίχως δυνατότητες προσπορισμού σημαντικού πλούτου και οργάνωσης μεγάλων εξαγωγών. Με την κατοχή τα πράγματα έγιναν πολύ άσχημα. Το ηπειρωτικό ελληνικό κράτος (όπως η ΕΕ και οι υπόλοιποι δανειστές σήμερα) έπαψαν άξαφνα να τροφοδοτούν οικονομικά το νησί. Οι εκτός Σύρου αγορές εξαφανίσθηκαν, ενώ οι αυστηροί έλεγχοι εξαγωγών - εισαγωγών και της ελεύθερης μεταφοράς χρημάτων (που αναπόφευκτα θα συμβεί σε περίπτωση απομάκρυνσης από την ΕΕ η καταγγελίας του Μνημονίου σήμερα) χτύπησε αλύπητα το εμπόριο κι έκανε τις πρώτες ύλες για την μεταποίηση ανύπαρκτες. Ο πληθωρισμός άρχισε να διογκώνεται και η αγορά – ιδιαίτερα των σε μεγάλο βαθμό εισαγομένων τροφίμων (όως σήμερα στην Ελλάδα) – ξέμεινε από προιόντα.

Αξαφνα δεν υπήρχαν πλέον πόροι. Και ο πληθυσμός δεν ήταν δυνατόν να τραφεί. Ο λιμός επέπεσε καταστρεπτικός και χιλιάδες άνθρωποι (περίπου 7.000) έχασαν από την πείνα την ζωή τους. Οι αρχές, ντόπιες και κατακτητικές, έμειναν να παρακολουθούν ανήμπορες την καταστροφή. Και ένα τεράστιο ανθρωπιστικό δράμα εκτυλίχθηκε στο όμορφο αυτό και ιστορικό νησί των Κυκλάδων.

Η σημερινή Ελλάδα ειδικεύεται και αυτή στην παραγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Καταστρέφοντας, στο όνομα της στήριξης και διάσωσής τους, τον όποιο παραγωγικό ιστό της οικονομίας της. Εξαφανίζονται έτσι οι προοπτικές ανάκαμψης ενώ, με τις αιθεροβάμονες ιδέες του λαικισμού και της αριστεράς, η χώρα οδηγείται στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων και στην οριστική ρήξη με τους δανειστές της. Όταν θα διακοπούν τα δάνεια και οι εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, θα είναι δυσχερέστατο η Ελλάδα να θρέψει, αλλά και να συντηρήσει με ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής, τον πληθυσμό της. Μια καινούργια ανθρωπιστική καταστροφή βρίσκεται πολύ κοντά μας.  Αδυνατώ να κατανοήσω πως ακριβώς τότε θα αντιμετωπισθεί…

Πλήρες Άρθρο »

ΤΟ ΛΗΣΤΡΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΦΟΝΙΑΔΕΣ

ΤΟ ΛΗΣΤΡΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΦΟΝΙΑΔΕΣ

 

Προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας η φροντίδα για ανθρωπιστική συμπεριφορά απέναντι σε φονιάδες πολιτών; Στην σύγχρονη Ελλάδα των στρεβλώσεων και του παραλογισμού η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Η υπεράσπιση των εχθρών της δημοκρατικής τάξης είναι μεγαλύτερη κι αποτελεσματικότερη από την προστασία των όποιων δημοκρατικών οικονομικών ατομικών δικαιωμάτων. Απέδρασε και ο Χριστόδουλος Ξηρός! Μέσα στον ανεμοστρόβιλο ηλιθιοτήτων και απερίσκεπτων αυθαιρεσιών που κατακλύζουν την σημερινή ελληνική πραγματικότητα πληροφορηθήκαμε πως τρομοκράτες, καταδικασμένοι σε έξη φορές ισόβια για φόνους, ληστείες και άλλα ελαφρότερα αδικήματα, έκοβαν κατά διαστήματα τις βόλτες τους έξω από τα σίδερα της φυλακής. Μάθαμε μάλιστα πως από τους καταδικασμένους τρομοκράτες, λιγότεροι από τους μισούς βρίσκονται αυτή την ώρα έγκλειστοι!! Γιατί λοιπόν κάποιοι να μην επιδοθούν και τώρα στο ευγενές αυτό «λειτούργημα»; Είναι αστείες οι διαβεβαιώσεις του αρμόδιου Υπουργού πως θα ληφθούν μέτρα ώστε να αλλάξει τώρα το σύστημα των αδειών αυτών. Μα και οι Μαζιώτης και Ρούπα χρησιμοποιώντας την ίδια άδεια δεν απέδρασαν; Τι έγινε έκτοτε;

Μήπως θυμήθηκε κανείς πως ο Μάικλ Δουκάκης έχασε ουσιαστικά τις εκλογές στις ΗΠΑ, ακριβώς επειδή σαν κυβερνήτης είχε δώσει άδεια σε βιαστές που είχαν επαναλάβει, κατά την διάρκεια των «διακοπών» τους, το αποτρόπαιο έργο τους; Δεν είναι επιχείρημα πως στην Ευρώπη εφαρμόζεται από χρόνια η σχετική ρύθμιση. Μήπως θα ήταν σκόπιμο να θυμίσουμε τι άλλο εφαρμόζεται στην Ευρώπη από χρόνια, αλλά που στην Ελλάδα λογίζεται σαν αποτρόπαιο η και, ακόμη χειρότερα, σαν «νεοφιλελεύθερο»; Α-λα-κάρτ διαλέγουμε τις πολιτικές που θα εφαρμόσουμε από την «προηγμένη» Δύση; Ουδείς ανεγκέφαλος δεν σκέφθηκε πως άδεια εξόδου σε φονιάδες θέτει σε κίνδυνο και την δική τους σωματική ακεραιότητα, από ενδεχόμενες εκδικητικές πράξεις συγγενών κλπ; Λέτε σε άλλες χώρες, όπως η Β. Ιρλανδία λχ, να είχαν επιβιώσει εκτός φυλακών υψίστης ασφαλείας για πάνω από ένα 24ωρο; Όταν κάποιος καταδικάζεται - λόγω απαγόρευσης της ποινής του θανάτου - σε έξη φορές ισόβια, είναι τουλάχιστον οξύμωρο να κάνει, για λόγους «ανθρωπιστικούς», την βόλτα του κατά διαστήματα στους δρόμους. Ακατανόητο επίσης παραμένει, για άλλες χώρες βέβαια και όχι για την Ελλάδα, να παίρνονται ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας ώστε ο ασθενής Ξηρός να μεταφερθεί σε ειδική νοσοκομειακή μονάδα, και ο άλλος, εξ ίσου αν όχι περισσότερο επικίνδυνος, Ξηρός να παίρνει άδεια βόλτας…

Δεν είναι όμως μόνο τα θεσμικά που είναι τραγελαφικά στον τόπο αυτό. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Liamm Ferguson, στο καινούργιο του βιβλίο «Ο Μεγάλος Εκφυλισμός: Πως Παρακμάζουν Οι Θεσμοί και Πεθαίνουν οι Οικονομίες » (Εκδ. Παπαδόπουλος, 2013), για τον τραγικά αδιέξοδο δρόμο που γενικά ακολουθούμε. Αναφερόμενος στη σκέψη και στα λόγια μεγάλων φιλοσόφων του Αγγλοσαξωνικού χώρου, επισημαίνει πως ο κύριος σκοπός για τον οποίο «οι άνθρωποι συγκρότησαν κοινωνία ήταν η διασφάλιση της περιουσίας τους» και πως πρωταρχικός στόχος ενός κράτους δικαίου είναι να επιβάλει «περιορισμούς στο ‘άπληστο χέρι’ του ληστρικού κράτους», συντελώντας έτσι «στην οικονομική μεγέθυνση». (σελ. 91-93). Γι’ αυτό δημιουργούνται ιδιωτικές συμβάσεις μεταξύ των πολιτών ώστε να είναι δυνατοί οι περιορισμοί στο κράτος, ούτως ώστε «να χρησιμοποιεί τη δύναμη καταναγκασμού που διαθέτει με τρόπο που να σέβεται τα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας». Αυτά τα δικαιώματα, επιμένει ο Ferguson, «παίζουν ακόμη πιο θεμελιώδη ρόλο απ’ ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα» (που εξυπηρετούνται, υποτίθεται, μέσω των αδειών εξόδου από τις φυλακές των ειδεχθών φονιάδων). .

Δεν πρέπει ποτέ να μας παρασύρουν οι κρατικές διακηρύξεις για μεγαλύτερη φροντίδα των πολιτών. Όπως σημείωνε και ο γνωστός δικαστής Louis Brandeis στις ΗΠΑ: «χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση για την διαφύλαξη της ελευθερίας όταν οι προθέσεις των κυβερνόντων δείχνουν προστατευτικές και ακίνδυνες». Σε όσες χώρες προβλήθηκε η εξασφάλιση ισότητας σαν μεγαλύτερο αγαθό από την κατοχύρωση της ελευθερίας, όπως λχ στην Γαλλία, σύμφωνα και με τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, δημιουργήθηκε ένα πανίσχυρο κεντρικό κράτος και μια αδύναμη κοινωνία των πολιτών. Σύμφωνα με τον Ferguson, η Αγγλία που πρόταξε την ελευθερία κι εξασφάλισε τον απόλυτο σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας έγινε πλούσια, σε αντίθεση με την Γαλλία που παρήκμασε. Οπου μάλιστα έγινε εξαγωγή των Γαλλικών ιδεών και νοοτροπίας (σσ. όπως μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα) τα αποτελέσματα υπήρξαν ακόμη χειρότερα. Με αποτέλεσμα «να οργιάσει η διαφθορά και να συρρικνωθεί η οικονομία» (σελ. 100).

Στην Ελλάδα λοιπόν είμαστε όλοι σχεδόν αριστεροί. Δεν χρειάζεται λοιπόν υποκριτικά να «δίνουμε μάχες» για την αστική λεγόμενη δημοκρατία. Ας τα αφήσουμε όλα στα χέρια του ληστρικού κράτους κι’ ας ανεχθούμε παράλληλα τους Ξηρούς και την παρέα των ομοιδεατών τους (αλήθεια, ο Κουφοντίνας δεν έκανε τις βόλτες του;) να δολοφονούν πολίτες των οποίων σιχαίνονται τις πολιτικές απόψεις και στη συνέχεια να βγαίνουν τσάρκα ελεύθεροι στους δρόμους.

Αν υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης και ορθολογικής μετεξέλιξης της προβληματικής κατάστασης που σήμερα βιώνουμε, αυτή εξαρτάται μοναχά από εμάς. Αν επιμείνουμε «σοσιαλιστικά», στηρίζοντας δηλ. κόμματα που ορκίζονται στις διάφορες εκδοχές του ελληνικού συμπονετικού αριστερισμού (συμπεριλαμβανομένης τη ΝΔ και της λαικής δεξιάς) τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας. Διαφορετικά ας κινηθούμε για κάτι καινούργιο. Για μια κίνηση που θα προτάξει την ελευθερία και την υπευθυνότητα των πολιτών, αντί του μεγάλου κράτους – γκουβερνάντα.

Πλήρες Άρθρο »

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ;

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ;

Απέδρασε και ο Χριστόδουλος Ξηρός! Μέσα στον ανεμοστρόβιλο ηλιθιοτήτων και απερίσκεπτων αυθαιρεσιών που κατακλύζουν την σημερινή ελληνική πραγματικότητα πληροφορηθήκαμε πως τρομοκράτες, καταδικασμένοι σε έξη φορές ισόβια για φόνους, ληστείες και άλλα ελαφρότερα αδικήματα, έκοβαν κατά διαστήματα τις βόλτες τους έξω από τα σίδερα της φυλακής. Μάθαμε μάλιστα πως από τους καταδικασμένους τρομοκράτες, λιγότεροι από τους μισούς βρίσκονται αυτή την ώρα έγκλειστοι!! Γιατί λοιπόν κάποιοι να μην επιδοθούν και τώρα στο ευγενές αυτό «λειτούργημα»; Είναι αστείες οι διαβεβαιώσεις του αρμόδιου Υπουργού πως θα ληφθούν μέτρα ώστε να αλλάξει τώρα το σύστημα των αδειών αυτών. Μα και οι Μαζιώτης και Ρούπα χρησιμοποιώντας την ίδια άδεια δεν απέδρασαν; Τι έγινε έκτοτε;

Μήπως θυμήθηκε κανείς πως ο Μάικλ Δουκάκης έχασε ουσιαστικά τις εκλογές στις ΗΠΑ, ακριβώς επειδή σαν κυβερνήτης είχε δώσει άδεια σε βιαστές που είχαν επαναλάβει, κατά την διάρκεια των «διακοπών» τους, το αποτρόπαιο έργο τους; Δεν είναι επιχείρημα πως στην Ευρώπη εφαρμόζεται από χρόνια η σχετική ρύθμιση. Μήπως θα ήταν σκόπιμο να θυμίσουμε τι άλλο εφαρμόζεται στην Ευρώπη από χρόνια, αλλά που στην Ελλάδα λογίζεται σαν αποτρόπαιο η και, ακόμη χειρότερα, σαν «νεοφιλελεύθερο»; Α-λα-κάρτ διαλέγουμε τις πολιτικές που θα εφαρμόσουμε από την «προηγμένη» Δύση; Ουδείς ανεγκέφαλος δεν σκέφθηκε πως άδεια εξόδου σε φονιάδες θέτει σε κίνδυνο και την δική τους σωματική ακεραιότητα, από ενδεχόμενες εκδικητικές πράξεις συγγενών κλπ; Λέτε σε άλλες χώρες, όπως η Β. Ιρλανδία λχ, να είχαν επιβιώσει εκτός φυλακών υψίστης ασφαλείας για πάνω από ένα 24ωρο; Όταν κάποιος καταδικάζεται - λόγω απαγόρευσης της ποινής του θανάτου - σε έξη φορές ισόβια, είναι τουλάχιστον οξύμωρο να κάνει, για λόγους «ανθρωπιστικούς», την βόλτα του κατά διαστήματα στους δρόμους. Ακατανόητο επίσης παραμένει, για άλλες χώρες βέβαια και όχι για την Ελλάδα, να παίρνονται ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας ώστε ο ασθενής Ξηρός να μεταφερθεί σε ειδική νοσοκομειακή μονάδα, και ο άλλος, εξ ίσου αν όχι περισσότερο επικίνδυνος, Ξηρός να παίρνει άδεια βόλτας…

Δεν είναι όμως μόνο τα θεσμικά που είναι τραγελαφικά στον τόπο αυτό. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Liamm Ferguson, στο καινούργιο του βιβλίο «Ο Μεγάλος Εκφυλισμός: Πως Παρακμάζουν Οι Θεσμοί και Πεθαίνουν οι Οικονομίες » (Εκδ. Παπαδόπουλος, 2013),  για τον τραγικά αδιέξοδο δρόμο που γενικά ακολουθούμε. Αναφερόμενος στη σκέψη και στα λόγια μεγάλων φιλοσόφων του Αγγλοσαξωνικού χώρου, επισημαίνει πως ο κύριος σκοπός για τον οποίο «οι άνθρωποι συγκρότησαν κοινωνία ήταν η διασφάλιση της περιουσίας τους» και πως πρωταρχικός στόχος ενός κράτους δικαίου είναι να επιβάλει «περιορισμούς στο ‘άπληστο χέρι’ του ληστρικού κράτους», συντελώντας έτσι «στην οικονομική μεγέθυνση». (σελ. 91-93).  Γι’ αυτό δημιουργούνται ιδιωτικές συμβάσεις μεταξύ των πολιτών ώστε να είναι δυνατοί οι περιορισμοί στο κράτος, ούτως ώστε «να χρησιμοποιεί τη δύναμη καταναγκασμού που διαθέτει με τρόπο που να σέβεται τα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας». Αυτά τα δικαιώματα, επιμένει ο Ferguson, «παίζουν ακόμη πιο θεμελιώδη ρόλο απ’ ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα» (που εξυπηρετούνται, υποτίθεται, μέσω των αδειών εξόδου από τις φυλακές των ειδεχθών φονιάδων). .

Δεν πρέπει ποτέ να μας παρασύρουν οι κρατικές διακηρύξεις για μεγαλύτερη φροντίδα των πολιτών. Όπως σημείωνε και ο γνωστός δικαστής Louis Brandeis στις ΗΠΑ: «χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση για την διαφύλαξη της ελευθερίας όταν οι προθέσεις των κυβερνόντων δείχνουν προστατευτικές και ακίνδυνες». Σε όσες χώρες προβλήθηκε η εξασφάλιση ισότητας σαν μεγαλύτερο αγαθό από την κατοχύρωση της ελευθερίας, όπως λχ στην Γαλλία, σύμφωνα και με τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, δημιουργήθηκε ένα πανίσχυρο κεντρικό κράτος και μια αδύναμη κοινωνία των πολιτών. Σύμφωνα με τον Ferguson, η Αγγλία που πρόταξε την ελευθερία κι εξασφάλισε τον απόλυτο σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας  έγινε πλούσια, σε αντίθεση με την Γαλλία που παρήκμασε. Οπου μάλιστα έγινε εξαγωγή των Γαλλικών ιδεών και νοοτροπίας (σσ. όπως μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα) τα αποτελέσματα υπήρξαν ακόμη χειρότερα. Με αποτέλεσμα «να οργιάσει η διαφθορά και να συρρικνωθεί η οικονομία» (σελ. 100).

Στην Ελλάδα λοιπόν είμαστε όλοι σχεδόν αριστεροί. Δεν χρειάζεται λοιπόν υποκριτικά να «δίνουμε μάχες» για την αστική λεγόμενη δημοκρατία. Ας τα αφήσουμε όλα στα χέρια του ληστρικού κράτους κι’ ας ανεχθούμε  παράλληλα τους Ξηρούς και την παρέα των ομοιδεατών τους (αλήθεια, ο Κουφοντίνας δεν έκανε τις βόλτες του;) να δολοφονούν πολίτες των οποίων σιχαίνονται τις πολιτικές απόψεις και στη συνέχεια  να βγαίνουν τσάρκα ελεύθεροι στους δρόμους.

Αν υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης και ορθολογικής μετεξέλιξης της προβληματικής κατάστασης που σήμερα βιώνουμε, αυτή εξαρτάται μοναχά από εμάς. Αν επιμείνουμε «σοσιαλιστικά», στηρίζοντας δηλ. κόμματα που ορκίζονται στις διάφορες εκδοχές του ελληνικού συμπονετικού αριστερισμού (συμπεριλαμβανομένης τη ΝΔ και της λαικής δεξιάς) τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας. Διαφορετικά ας κινηθούμε για κάτι καινούργιο. Για μια κίνηση που θα προτάξει την ελευθερία και την υπευθυνότητα των πολιτών, αντί του μεγάλου κράτους – γκουβερνάντα.

Πλήρες Άρθρο »

«Σοσιαλιστική» Νέα Δημοκρατία

Με απόλυτη ειλικρίνεια αναρωτιέμαι για ποιο λόγο πολλοί κινδυνολογούν κραδαίνοντας την απειλή της καταστροφής αν τυχόν και έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Δηλαδή, τι χειρότερο προς την κατεύθυνση του απόλυτου και αυταρχικού ελέγχου της οικονομίας από το κράτος θα γίνει; Η υποτιθέμενα φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία έχει ρημάξει την κοινωνία στους φόρους, έχει περίπου επιδοθεί στην ολοκληρωτική δήμευση των περιουσιών των πολιτών και έχει τελείως εξαρθρώσει την αγορά. Με στήριγμα τις πλάτες εντελώς αναξιόπιστων κοινοβουλευτικών που αυτοαποκαλούνται μεταρρυθμιστές και που κάποιοι θεωρητικά απειλούν πως δεν θα ψηφίσουν τα δημοκρατοκτόνα νομοσχέδια αλλά τελικά στοιχίζονται πειθήνια πίσω από την κυβερνητική πλειοψηφία ελπίζοντας σε ρηχές επιδαψιλεύσεις αξιωμάτων η στην ποταπή πλέον επανεκλογή, η συγκυβέρνηση προωθεί το ανελεύθερό της ανοσιούργημα. Τουλάχιστον ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει στις τάξεις του και στελέχη που γνωρίζουν την ουσία της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (λ.χ. Ευκ. Τσακαλώτος) και δεν μοιάζουν με τους εξοργιστικούς ερασιτέχνες της αντίπερα όχθης. Και πιθανότατα, λόγω αδυναμίας αυτοδυναμίας, θα αναγκασθεί να βάλει μπόλικο κρασί στις υπερβολές πολλών στελεχών του. Εχουμε οδηγηθεί στον τραγέλαφο η Δεξιά να επιβάλει φόρους και η Αριστερά να τους αντιστρατεύεται!

Δεν μπορώ να ξεχάσω πως κάποτε αυτή η, υποτιθέμενα συντηρητική, παράταξη την οποία τότε είχε πολεμήσει ο σημερινός Πρωθυπουργός, είχε προτάξει μπροστά από το όνομά της τον όρο «φιλελεύθερη¨. Και είχαν γίνει και προσπάθειες να αλλάξει η μορφή αυτής της χώρας. Σήμερα, με την πρωτοκαθεδρία στην οικονομία του Γ. Στουρνάρα, τα πιο τρελά οράματα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, με την βίαιη αφαίρεση εισοδήματος από την μεσαία τάξη για να σωθεί η δημοσιουπαλληλία, γίνονται πραγματικότητα. Κάποιοι μάλιστα φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές αποκαλούν την αντίδραση στην επίσημη αυτή κρατική τοκογλυφία και κλοπή, σαν «λούφα». Διότι δήθεν προστατεύει τους «έχοντες» από την συμμετοχή στα βάρη. Όταν συντρίβει στην ουσία τα μεσαία εισοδήματα αδιαφορώντας για την δυνατότητά τους να πληρώσουν πλέον καινούργιους λογαριασμούς. Η ύπαρξη περιουσίας δίχως πρόσοδο δεν σηματοδοτεί σε καμία περίπτωση την παρουσία εισοδημάτων. Ακόμα και ρευστοποίηση ακινήτων για πληρωμή υποχρεώσεων δεν είναι ευχερής. Πέρα από τον τυχάρπαστο ερασιτεχνισμό των κυβερνόντων που φορολογούν τον πυρήνα των περιουσιακών στοιχείων, κι όχι την πρόσοδο. Εξαντλώντας έτσι την όποια πηγή μελλοντικού πλούτου. Ωστε στο τέλος, να μην υπάρχει πλέον τίποτα για φορολόγηση.

Και η χώρα βουλιάζει, μαζί με το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Με μοναδικό επίτευγμα την διάσωση των συντεχνιών του δημόσιου τομέα – που κι αυτές όμως λόγω μείωσης εισοδημάτων και γενικότερης φορολογίας δεν είναι ευχαριστημένες. Με την συμπεριφορά της η ΝΔ, σοσιαλιστική η φιλελεύθερη αδιάφορα, θα ακολουθήσει το ΠΑΣΟΚ στην εξαεροποίηση και την λήθη. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει την διάδοχη κατάσταση. Δίχως όμως από πουθενά να διαφαίνεται ποιά θα μπορούσε να είναι η ελπιδοφόρα επόμενη ημέρα. Το ερώτημα είναι αν θα αποφύγουμε τελικά την τραγική εμπειρία των αντιδημοκρατικών άκρων.

Πλήρες Άρθρο »

Ο κρατικός παρεμβατισμός και οι ολοκληρωτισμοί

Ο κρατικός παρεμβατισμός και οι ολοκληρωτισμοί

Του Πάσχου Μανδραβέλη

on 27 Δεκεμβρίου 2013. Posted in Βιβλία

Ο Δρόμος προς τη δουλεία, το εμβληματικό έργο του Φρήντριχ φον Χάγιεκ, ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που έλειψαν από τον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Όχι μόνο επειδή είναι από τα σημαντικότερα έργα του 20ού αιώνα, με τεράστια επιρροή μέχρι σήμερα. Ούτε επειδή έπρεπε να ξέρουμε τι έγραψαν αυτοί που επί χρόνια βρίζαμε ως «ανάλγητους» ή –χειρότερα– ως «νεοφιλελεύθερους». Ούτε καν επειδή θα γονιμοποιούσαν παραγωγικά ή έστω θα εκλογίκευαν την κυρίαρχη ψευδομαρξιστική ιδεολογία στην χώρα.

Το βιβλίο (παρά το ότι εκδόθηκε και το 1985 από το ΚΠΕΕ αλλά εξαντλήθηκε γρήγορα) έπρεπε να υπάρχει στον ελληνικό διάλογο και επειδή εξηγεί κάποια πράγματα στη εξέλιξη της νεότερης ελληνικής κοινωνίας. Φωτίζει παραλληλίες τις οποίες πρώτος ο Χάγιεκ είχε δει, πριν από 70 χρόνια. Αυτές οι παραλληλίες διακρίνονται ακόμη και στα πιο μικρά, αυτά που θεωρούνται επουσιώδη. Έγραφε στις αρχές της δεκαετίας του 1940:

«Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους νέους μας όταν προτιμούν την ασφαλή, μισθωτή θέση από το ρίσκο της επιχειρηματικότητας, αφ' ης στιγμής ακούνε από τα μικράτα τους την πρώτη να περιγράφεται σαν ανώτερη, πιο ανιδιοτελής και ανυστερόβουλη απασχόληση. Η νεότερη γενιά σήμερα έχει μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου, στο σχολείο και στον Τύπο, το πνεύμα της εμπορικής επιχειρηματικότητας παριστάνεται σαν ανυπόληπτο και η κερδοφορία σαν ανήθικη, όπου το να απασχολείς εκατό ανθρώπους θεωρείται εκμετάλλευση, αλλά το να διατάζεις εκατό θεωρείται τιμή.»

Ο Αυστριακός Φρήντριχ φον Χάγιεκ έζησε τη μισή ενήλικη ζωή του (δηλαδή μέχρι το 1931, οπότε πήγε στο LSE), σπούδασε και δίδαξε στη Βιέννη. Παρακολούθησε στενά πώς η Γερμανία διολίσθησε στον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Κατανόησε ότι το τέρας δεν ήταν ένα αναγκαίο γερμανικό προϊόν, αλλά το τελευταίο στάδιο μιας κοινωνίας που έφτασε να λατρεύει τον κοινωνικό σχεδιασμό, ξεκινώντας από τον κρατικό παρεμβατισμό:

«Αυτό που έδινε στην κοινωνική δομή της Γερμανίας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ήταν ότι μεγαλύτερο μέρος της ζωής των πολιτών απ' ό,τι σε άλλες χώρες ήταν συνειδητά οργανωμένο άνωθεν· ήταν ότι τόσο μεγάλο μέρος Γερμανών δεν θεωρούσαν εαυτούς ανεξάρτητους, αλλά διορισμένους υπαλλήλους. Όπως κόμπαζαν οι ίδιοι οι Γερμανοί, η χώρα τους ήταν επί μακρόν ένα Beamtenstaad, ένα “υπαλληλικό κράτος”, στο οποίο, όχι μόνο στον στενό δημόσιο τομέα, αλλά σχεδόν σε όλες τις σφαίρες της ζωής, το εισόδημα και την κοινωνική θέση τα απένεμε και τα εγγυούνταν κάποια αρχή.»

Ο δρόμος προς τη δουλεία κατά τον Χάγιεκ ήταν στρωμένος με καλές προθέσεις για την εγγύηση της οικονομικής ασφάλειας σε βάρος της οικονομικής ελευθερίας. Έγραφε σχετικά:

«Ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός αναπτύχθηκαν από την εμπειρία μιας ολοένα και πιο ρυθμισμένης οικονομίας. Η διαδικασία παρακμής του κράτους δικαίου εκτυλισσόταν σταθερά στη Γερμανία και για καιρό πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, καθώς και ότι μια αρκούντως προχωρημένη πολιτική στην κατεύθυνση του ολοκληρωτικού σχεδιασμού (της οικονομίας) είχε κάνει ήδη μεγάλο μέρος δουλειάς που τελείωσε ο Χίτλερ.»

Αυτό που δεν γινόταν αντιληπτό στη Βρετανία, την περίοδο που έγραψε ο Χάγιεκ τον Δρόμο προς τη δουλεία, αλλά δεν είναι ακόμη κατανοητό στην Ελλάδα (ίσως γιατί αυτού του τύπου τα βιβλία συκοφαντήθηκαν επί μακρόν) είναι ότι

«ήταν άνθρωποι με καλές προθέσεις [...] εκείνοι που άνοιξαν τον δρόμο –αν δεν τις δημιούργησαν έμπρακτα– στις δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν τώρα όλα όσα απεχθάνονται [...] Η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού δεν ήταν μια αντίδραση στα σοσιαλιστικά ρεύματα της προηγούμενης περιόδου, αλλά αναγκαία συνέπεια αυτών των τάσεων».

Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση την οποία κάνει ο Χάγιεκ το 1976, στον πρόλογο της επανέκδοσης του βιβλίου του:

«Την εποχή που έγραψα τον Δρόμο προς τη δουλεία, σοσιαλισμός σήμαινε αναμφίλεκτα την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό τον οποίο έκανε εφικτό και αναγκαίο η πρώτη. Με αυτή την έννοια, η Σουηδία, για παράδειγμα, είναι σήμερα (σ.σ. το 1976) πολύ λιγότερο σοσιαλιστικά οργανωμένη απ’ ό,τι η Μεγάλη Βρετανία ή η Αυστρία, παρ’ όλο που η Σουηδία θεωρείται εν γένει πολύ περισσότερο σοσιαλιστική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σοσιαλισμός κατέληξε να σημαίνει πρωτίστως την εκτεταμένη αναδιανομή του εισοδήματος μέσω της φορολογίας και των θεσμών του κράτους πρόνοιας.»

Ο «σοσιαλισμός», λοιπόν, που αντιμάχεται ο Χάγιεκ δεν αφορά το κράτος πρόνοιας το οποίο (και σε άλλα βιβλία) θεωρεί αναγκαίο. Ο «σοσιαλισμός» για τον οποίο μάς προειδοποιεί είναι κρατικοπαρεμβατικός, που έφτασε να γίνει σχεδιασμός της οικονομίας ακόμη και στις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Ο ίδιος αναφέρει ότι πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για όλους:

«δεν υπάρχει λόγος σε μια κοινωνία, η οποία έχει φτάσει στο γενικό επίπεδο πλούτου που έχει επιτύχει η δική μας, το πρώτο είδος ασφάλειας [...], ένα ελάχιστο διατροφής, στέγης και ένδυσης [...] να μην είναι εγγυημένο για όλους χωρίς να μπαίνει σε κίνδυνο η γενική ελευθερία».

Το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύει ο Χάγιεκ είναι ο σχεδιασμός της οικονομίας, ο οποίος αποτελεί την κοινή μήτρα των δύο ολοκληρωτισμών που έζησε η ανθρωπότητα: του κομμουνισμού και του ναζισμού.

«Ο οικονομικός έλεγχος δεν είναι απλώς ο έλεγχος ενός τομέα της ανθρώπινης ζωής που μπορεί να χωριστεί από τους υπόλοιπους· είναι ο έλεγχος των μέσων για όλους τους σκοπούς μας. Και όποιος έχει τον αποκλειστικό έλεγχο των μέσων πρέπει επίσης να καθορίζει ποιοι σκοποί πρέπει να υπηρετούνται, ποιες αξίες πρέπει να θεωρούνται υψηλότερες και ποιες κατώτερες – εν ολίγοις τι πρέπει να πιστεύουν και να επιδιώκουν οι άνθρωποι. [...] Η οικονομική ελευθερία είναι το προαπαιτούμενο κάθε άλλης ελευθερίας.»

Το ίδιο είπε το 1937 και ο μπολσεβίκος Λέων Τρότσκι, αλά λίγο πιο ωμά: «Σε μια χώρα που ο μόνος εργοδότης είναι το κράτος, αντιπολίτευση σημαίνει θάνατο από αργή λιμοκτονία. Η παλιά αρχή, όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει, έχει αντικατασταθεί από μια νέα: όποιος δεν υπακούει δεν τρώει».

Τα διάφορα είδη κολεκτιβισμού, σημειώνει ο Χάγιεκ, ο κομμουνισμός, ο φασισμός, «διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη φύση του στόχου προς τον οποίο θέλουν να κατευθύνουν τις προσπάθειες της κοινωνίας».

Ο δρόμος λοιπόν προς τον (κομμουνιστικό ή ναζιστικό) ολοκληρωτισμό έχει αφετηρία την κρατική παρέμβαση. Ξεκινά με τον σχεδιασμό οικονομικών δραστηριοτήτων από ανθρώπους που θέλουν να υπηρετήσουν υψηλότερα ιδανικά, όπως αυτό της «ισότητας», αλλά οι αφελείς σχεδιαστές δεν κατανοούν μια απλή αλήθεια, ότι καταστρέφουν το κράτος δικαίου:

«για να παραχθεί το ίδιο αποτέλεσμα για διαφορετικούς ανθρώπους, είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζονται αυτοί οι άνθρωποι διαφορετικά».

Ο σχεδιασμός της οικονομίας, παρατηρεί ο μεγάλος αυστριακός φιλόσοφος, «οδηγεί στη δικτατορία, επειδή η δικτατορία είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο καταναγκασμού και επιβολής ιδεωδών, και ως τέτοια είναι ουσιώδης αν πρόκειται να γίνει σχεδιασμός σε μεγάλη κλίμακα». Αυτό οφείλεται διότι οι επιθυμίες των ανθρώπων που πρέπει να ικανοποιηθούν με οικονομικά μέσα είναι πάρα πολλές και δεν χωρούν σε οποιονδήποτε σχεδιασμό. «Η ευημερία και η ευτυχία εκατομμυρίων δεν μπορεί να μετρηθεί με μία μόνο κλίμακα, του λιγότερο ή του περισσότερο. Η ευημερία ενός λαού, όπως και η ευτυχία ενός ανθρώπου, εξαρτώνται από πολλά πράγματα που μπορούν να παρασχεθούν με άπειρη ποικιλία συνδυασμών».

Αυτές οι πολυποίκιλες ανάγκες των πολιτών και των κοινωνιών, οι οποίες μάλιστα είναι και διαρκώς μεταβαλλόμενες, κάνουν αδύνατο τον δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας. Ο λαός μπορεί να έχει συμφωνήσει για την υιοθέτηση ενός συστήματος διευθυνόμενης οικονομίας, επειδή έχει πειστεί ότι κάτι τέτοιο θα φέρει μεγαλύτερη ευημερία, αλλά αυτός καθαυτός ο γενικόλογος όρος «κοινή ευημερία» συγκαλύπτει την απουσία πραγματικής συμφωνίας σχετικά με τους στόχους του σχεδιασμού. Στην πραγματικότητα, λέει ο Χάγιεκ, συμφωνία υπάρχει μόνο για τον μηχανισμό που θα χρησιμοποιηθεί.

Κατόπιν αρχίζει ανεπαισθήτως η υπονόμευση της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα. Πρώτον, στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων. Επειδή η οικονομία αποτελεί το μέσον για την ικανοποίηση όλων των ανθρώπινων αναγκών, ο οικονομικός σχεδιασμός ιεραρχεί για το άτομο «ποιες ανάγκες είναι σημαντικότερες ή λιγότερο σημαντικές». Κατ’ ουσίαν, δίνεται στο κράτος όλο και μεγαλύτερη εξουσία να κανονίζει την ζωή των ανθρώπων, από το επάγγελμά τους μέχρι τη διάθεση του ελεύθερου χρόνου τους. Σε ένα σύστημα ελεύθερης οικονομίας, για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να παρατήσει την δουλειά του και –πληρώνοντας το τεκμαρτό κόστος της μη μισθοδοσίας του– να ασχοληθεί π.χ. με τις καλές τέχνες. Σε ένα σύστημα διευθυνόμενης οικονομίας, αυτό είναι αδύνατον. Το κράτος είναι αυτό που επιλέγει ανάμεσα στους διάφορους σκοπούς και επιβάλλει την κατανομή όλων των συντελεστών παραγωγής, ακόμη και της εργασίας και συνεπώς των φορέων της, δηλαδή των εργαζομένων. Η διαφορά είναι είναι τερατώδης, όπως γλαφυρά περιέγραψε ο D.C. Colyle το 1935: «ενώ το τελευταίο καταφύγιο μιας ανταγωνιστικής οικονομίας είναι ο δικαστικός κλητήρας, η έσχατη ποινή μιας σχεδιασμένης οικονομίας είναι ο δήμιος».

Το δεύτερο μέρος της υπονόμευσης της δημοκρατίας από τον οικονομικό σχεδιασμό βρίσκεται στο επίπεδο των θεσμών. Εκ των πραγμάτων οποιοσδήποτε σχεδιασμός σκοντάφτει στην ποικιλία των ανθρώπινων αναγκών και των κοινωνικών εκφράσεων. Έτσι αρχίζει το ροκάνισμα της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.

«Η αδυναμία των δημοκρατικών συνελεύσεων να επιτελέσουν ό,τι μοιάζει να είναι μια ξεκάθαρη εντολή του λαού, αναπόφευκτα θα προκαλέσει δυσφορία για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τα Κοινοβούλια θα καταλήξουν να θεωρούνται αναποτελεσματικές “λέσχες συζήτησης”, ανήμπορες ή ανίκανες να επιτελέσουν τα καθήκοντα για τα οποία εξελέγησαν. Αυξάνεται έτσι η πεποίθηση ότι, αν πρόκειται να υπάρξει αποτελεσματικός σχεδιασμός, η διεύθυνση πρέπει να “αφαιρεθεί από την πολιτική” και να εναποτεθεί στα χέρια ειδικών -μόνιμων αξιωματούχων ή αυτόνομων αρχών».

Ή ενός Πούτιν, όπως οραματίζονται πολλοί στην Ελλάδα.

«Η στενή αλληλεξάρτηση όλων των οικονομικών φαινομένων», συνεχίζει ο Χάγιεκ, «κάνει δύσκολο να σταματήσουμε τον σχεδιασμό εκεί που ακριβώς θέλουμε και άπαξ και η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς εμποδίζεται πέρα από ένα σημείο, ο σχεδιαστής είναι αναγκασμένος να επεκτείνει τους ελέγχους του μέχρι να συμπεριλάβουν τα πάντα». Έτσι, ο «δημοκράτης πολιτικός που θα καταπιαστεί να σχεδιάσει την οικονομική ζωή θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπος με το δίλημμα είτε να πάρει στα χέρια του δικτατορικές εξουσίες είτε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του».

Κι αυτό για τον Χάγιεκ δεν είναι καν το χειρότερο:

«Μολονότι τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν τη δύναμη να πετύχουν τα πάντα αν είχαν θελήσει να χρησιμοποιήσουν βία, δίστασαν να το κάνουν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, είχαν θέσει στον εαυτό τους ένα καθήκον το οποίο μπορούν να επιτελέσουν μόνο οι αδίστακτοι... Φάνηκαν απρόθυμα να εφαρμόσουν ολόψυχα τις μεθόδους εκείνες για τις οποίες άνοιξαν το δρόμο. Ήλπιζαν σε ένα θαύμα της πλειοψηφίας που θα συμφωνούσε σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο οργάνωσης ολόκληρης της κοινωνίας...»

Υπάρχουν όμως στην κοινωνία άλλες δυνάμεις που καραδοκούν να συνεχίσουν το σχεδιασμό της οικονομίας, εκεί όπου οι σοσιαλιστές δεν εγκαταλείπουν διότι γίνεται φανερό πλέον σ’ αυτούς ότι από ένα σημείο και μετά ο σχεδιασμός έρχεται σε αντίθεση με τα δημοκρατικά τους ιδεώδη. Αυτές οι δυνάμεις δεν έχουν δημοκρατικές ευαισθησίες. Αντιλαμβάνονται ότι το ζήτημα δεν μπορεί να είναι πλέον το τι συμφωνεί η πλειοψηφία του λαού, αλλά «ποια είναι η μεγαλύτερη ενιαία ομάδα της οποία τα μέλη συμφωνούν επαρκώς να αναλάβουν την ενοποιημένη διεύθυνση όσο το δυνατόν περισσότερων (ανθρώπινων ή κοινωνικών) υποθέσεων».

Αυτές οι δυνάμεις θα αποτελούνται από τα χειρότερα στοιχεία της κοινωνία για τρεις λόγους:

Πρώτος λόγος: «Όσο διευρύνεται η μόρφωση και η ευφυΐα των ατόμων τόσο περισσότερο διαφοροποιούνται οι απόψεις και οι προτιμήσεις τους και τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συμφωνήσουν σε μια συγκεκριμένη ιεραρχία αξιών. Αυτό συνεπάγεται ότι, αν θέλουμε να βρούμε υψηλό βαθμό ομοιομορφίας και γενικής ομοιότητας, πρέπει να κατεβούμε στην επικράτεια των χαμηλότερων ηθικών και πνευματικών επιπέδων, όπου επικρατούν τα πιο πρωτόγονα και “κοινά” ένστικτα».

Δεύτερος λόγος: «Αν ωστόσο ένας πολιτικός δικτάτορας έπρεπε να βασιστεί αποκλειστικά σε εκείνους των οποίων τα απλά και πρωτόγονα ένστικτα τυγχάνει να είναι πολύ παρόμοια (σημείωση: π.χ. σε μπράβους), ο αριθμός τους δεν θα έδινε επαρκή βαρύτητα στις επιδιώξεις τους». Τότε μπαίνει ο δεύτερος βαθμός διαλογής, αυτό που, μετά, στη μαρξιστική ορολογία, ονομάστηκε «χρήσιμοι ηλίθιοι». «Ο δικτάτορας θα καταφέρει να αποσπάσει τη συναίνεση όλων των πειθήνιων και εύπιστων, εκείνων που δεν έχουν ισχυρές δικές τους πεποιθήσεις, αλλά είναι έτοιμοι να δεχθούν ένα ετοιμοπαράδοτο σύστημα αξιών, αρκεί να τους το επαναλαμβάνουν αρκετά ηχηρά και συχνά».

Τρίτος λόγος – και χειρότερος: «Είναι ευκολότερο να συμφωνήσουν οι άνθρωποι σε ένα αρνητικό πρόγραμμα –ότι μισούν έναν εχθρό, ότι φθονούν τους προνομιούχους– παρά σε κάποιο θετικό έργο. Η αντίθεση ανάμεσα στο “εμείς” και στο “αυτοί”, η κοινή πάλη ενάντια σε όσους βρίσκονται εκτός ομάδας, μοιάζει να είναι ουσιώδες συστατικό κάθε δόγματος που καλείται να συνδέσει σταθερά μια ομάδα με γνώμονα την κοινή δράση».

Έτσι ανδρώθηκαν οι φασισμοί στην Ευρώπη και ο σταλινισμός στην Ρωσία. Από σοσιαλιστές καλών προθέσεων που νόμιζαν ότι μπορούσαν να δαμάσουν την κοινωνική εξέλιξη και να την οδηγήσουν στον δρόμο που ο περιορισμένος (σε σχέση με τα άπειρες εκδοχές της οικονομίας και της κοινωνίας) νους τους είχε σχεδιάσει. Οι καλύτεροι από αυτούς είδαν ότι ο δρόμος που είχαν ξεκινήσει οδηγούσε αναγκαστικά στη δουλεία. Τον εγκατέλειψαν, αλλά οι χειρότεροι, που δεν είχαν τέτοιους ηθικούς φραγμούς, τον συνέχισαν για να καταλήξουμε στις δύο πιο φρικιαστικές εκδόσεις του ολοκληρωτισμού.

Ο Χάγιεκ έγραψε αυτό το μνημειώδες βιβλίο στην περίοδο του πολέμου. Ήταν στο LSE και έβλεπε στη Βρετανία πρόδρομα φαινόμενα του ολοκληρωτισμού, στον οποίο είχε καταλήξει ο γερμανικός χώρος.

«Η πρώτη μου απόπειρα» γράφει, «προκλήθηκε από την ενόχλησή μου από την πλήρη παρανόηση στους αγγλικούς “προοδευτικούς κύκλους” του χαρακτήρα του ναζιστικού κινήματος. […] Το βιβλίο αυτό αναπτύχθηκε σταδιακά σαν μια προειδοποίηση προς τους σοσιαλιστές διανοούμενους της Αγγλίας [...] ήταν ήδη σχετικά φανερό ότι και η ίδια η Αγγλία ήταν πιθανό να πειραματιστεί μετά τον πόλεμο με το ίδιο είδος των πολιτικών για τις οποίες ήμουν πεπεισμένος ότι είχαν τόσο συμβάλει στην καταστροφή της ελευθερίας αλλού» (πρόλογος επανέκδοσης, 1956).

Όπως καταλαβαίνει κανείς κάνοντας τις αναγωγές, ο Δρόμος προς τη δουλεία δυστυχώς παραμένει επίκαιρος. Στην Ελλάδα περισσότερο.

Κατ' αρχάς, αποτελεί κοινό δόγμα στην χώρα μας ότι η οικονομία μας χρειάζεται σχεδιασμό και όχι ελευθερία. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα κόμματα, όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις -ακόμη και οι επιχειρηματικές-, όλα τα ΜΜΕ ομνύουν στην ανάγκη ύπαρξης ενός «σχεδίου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», κάτι σαν τα αλήστου μνήμης πενταετή πλάνα, που δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο των κομμουνιστικών καθεστώτων· ήταν και του ναζιστικού.

Κατά δεύτερον, ακούγονται όλο και περισσότερες φωνές «να βρεθεί ένας Πούτιν», ο οποίος θα εφαρμόσει κάποιο πρόγραμμα που επίσης λείπει. Κάποιοι από αυτούς (που, δυστυχώς, είναι πολλοί για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία) συμβιβάζονται με την «αποτελεσματικότητα» έστω της Χρυσής Αυγής.

Ύστερα από πολλά χρόνια διδαχής περί «κράτους-πατερούλη», που όλα τα σχεδιάζει και όλα τα εφαρμόζει, δεν έχουν αντίρρηση να είναι αυτό το κράτος φαιό. Όπως έγινε στην Γερμανία του μεσοπολέμου...

Δημοσιεύτηκε στο The Books' Journal τ. Ιανουαρίου 2014

Πλήρες Άρθρο »