Η φορολογία για τον Θωμά Ακινάτη

Η φορολογία για τον Θωμά Ακινάτη

 

Αν έχουν ένα κοινό σημείο όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, είναι η ηθική καταδίκη της φοροδιαφυγής. Μπορεί να διαφωνούν μεταξύ τους για το ύψος της φορολογίας, όμως όλα, από τη Χρυσή Αυγή μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ και από το Ποτάμι μέχρι τη Ν.Δ., συμφωνούν ότι οι πολίτες θα πρέπει να πληρώνουν φόρους και ότι αυτοί που δεν το πράτουν θα πρέπει να διώκονται.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι κανένα από αυτά τα κόμματα δεν έχει προσπαθήσει να παράσχει μια δεοντολογική θεμελίωση της υποχρέωσης του Έλληνα πολίτη να πληρώνει φόρους. Έτσι, η φορολογία εμφανίζεται ως η τιμωρία που επιβάλλεται στους κατόχους υλικών αγαθών και εισοδημάτων και η αυστηρότητά της ποικίλλει αναλόγως του μεγέθους των τελευταίων. Όμως αυτός ο τρόπος σκέψης δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη φιλελεύθερη αλλά ούτε καν με τη χριστιανική ηθική.

Από τον Άγιο Αυγουστίνο, οι σοβαρότεροι χριστιανοί στοχαστές έθεταν πάντοτε το ερώτημα ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί μια ληστεία από το νομιμοποιημένο πλιάτσικο (φορολογία), στον βαθμό που αμφότερες οι πρακτικές βασίζονται στη βία και τον καταναγκασμό. Το ερώτημα σχετικά με την ηθική νομοποίηση της βίαιης αφαίρεσης πόρων από τους πολίτες μιας χώρας, είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διατύπωσης μιας ηθικής της φορολογίας. Χωρίς μια τέτοια θεωρία, το κυνήγι των «φοροφυγάδων» συνιστά κυνήγι μαγισσών.

Κανείς ίσως άλλος δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα όσο ο μεγάλος στοχαστής του χριστιανισμού Θωμάς Ακινάτης. Και η απάντησή του είναι απλή: Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (που, όπως θα δούμε, δεν υφίστανται στην Ελλάδα) ο πρίγκηπας (το κράτος) έχει το δικαίωμα να επιβάλλει φόρους. Τότε και μόνο τότε η φορολογία διαφέρει από τη ληστεία.

Ο Ακινάτης ξεκινάει την επιχειρηματολογία του αποδεχόμενος ότι ο ηθικός νόμος, που απαγορεύει την άσκηση της βίας και του καταναγκασμού, δεσμεύει τόσο το κράτος όσο και τους πολίτες. Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι η φορολογία (tributum) είναι κατ' ανάγκη πάντοτε κλοπή. Αυτό εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο ο πρίγκηπας εκτελεί τα καθήκοντά τους «ως φύλακας της δικαιοσύνης» που σημαίνει ότι «πολεμά τον εχθρό» ή «τιμωρεί τους τους παραβάτες». Οι φόροι είναι η πληρωμή που λαμβάνει ο πρίγκηπας επειδή διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη. Πέραν αυτού, ο Ακινάτης δέχεται επίσης ότι ο πρίγκηπας δικαιούται να επιβάλλει και ορισμένους αλλους φόρους (vectigal) π.χ. για την κατασκευή και τη συντήρηση δρόμων κ.λπ.

Σε μια πιο σύγχρονη γλώσσα, αυτό σημαίνει ότι το κράτος δικαιούται να συλλέγει φόρους μόνο στον βαθμό στον οποίο παρέχει ορισμένα δημόσια αγαθά -το κυριότερο εκ των οποίων είναι, σύμφωνα με τον Ακινάτη, η ασφάλεια από εξωτερικούς εχθρούς και παραβάτες.

Σύμφωνα με τον χριστιανό στοχαστή, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους ο πρίγκηπας μπορεί να παραβιάσει αυτή την τάξη των πραγμάτων. Ο πρώτος είναι αν εισπράξει περισσότερα χρήματα από τους υπηκόους του από αυτά τα οποία μπορούν να πληρώσουν. Ο δεύτερος είναι αν δεν δεν εκπληρώσει το καθήκον του να τους παράσχει τα αγαθά και τις υπηρεσίες για τα οποία πλήρωσαν τους φόρους. Στο σημείο αυτό, μάλιστα, ο Ακινάτης προτείνει ότι οι πρίγκηπες είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν τους φόρους στους πολίτες αν δεν προσφέρουν το δημόσιο αγαθό π.χ. της ασφάλειας, «διότι ο μισθός τούς δίνεται για να διαφυλάσσουν το δίκαιο».

Με άλλα λόγια, για τον μεγάλο στοχαστή η φορολογία είναι ηθικά αποδεκτή στον βαθμό που είναι ανταποδοτική. Η επιβολή φόρων νομιμοποιείται από το γεγονός ότι ο πρίγκηπας παρέχει ορισμένα δημόσια αγαθά, όπως την αμυνα από τους εξωτερικούς εχθρούς, την καταπολέμηση του εγκλήματος, ένα δίκτυο μεταφορών κ.λπ. Αν, όμως, ο πρίγκηπας δεν παρέχει αυτά τα αγαθά και υπηρεσίες, τότε δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της φορολογίας και της ληστείας.

Είναι προφανές ότι αν μεταφέρουμε τον συλλογισμό του Ακινάτη στα ελληνικά δεδομένα, όλη η φορολογία αποτελεί ένα πλιάτσικο το οποίο ασκεί το κράτος εναντίον των παραγωγικών υπηκόων του. Διότι δεν τους προσφέρει τίποτα ως επιστροφή των φόρων. Για να επαναλάβω αυτά που έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές: Στη «δημόσια» υγεία ο πολίτης πρέπει να πληρώνει από την τσέπη του «φακελάκια» και  νοσοκόμες, στη «δημόσια» παιδεία πρέπει να πληρώνει για ξένες γλώσσες, φροντιστήρια και ιδιαίτερα, στη «δημόσια» ασφάλεια πρέπει να πληρώνει ιδιωτικές εταιρείες για να μην του ληστέψουν σπίτι ή μαγαζί, κοκ. Η ανταποδοτικότητα είναι έννοια ξένη προς το ελληνικό φορολογικό σύστημα.

Δυστυχώς, αυτή η θεμελιώδης ανηθικότητα του φορολογικού συστήματος -δηλαδή η παντελής έλλειψη ανταποδοτικότητας- έχει εξαφανισθεί από την πολιτική συζήτηση. Οι συζητήσεις αφορούν δευτερεύοντα επιφαινόμενα του φορολογικού συστήματος -φορολογικούς συντελεστές, ΕΝΦΙΑ κ.λπ.- ενώ εκείνο το οποίο θα έπρεπε να αμφισβητείται εξ ολοκληρου είναι αυτή καθ' αυτή η σαθρή δεοντολογικά βάση στην οποία στηρίζεται. Έτσι, αντί να συζητείται η ηθική νομιμοποίηση ενός συστήματος το οποίο παραβαίνοντας κάθε στοιχείο δεοντολογίας σου αποσπά πόρους χωρίς να σου προσφέρει τίποτα, η δημόσια συζήτηση εκτρέπεται σε σχετικά δευτερεύοντα θέματα, όπως το ύψος του ΦΠΑ κ.λπ.

Και παράλληλα όλο το πολιτικό κατεστημένο -κομμουνιστές και νεοφιλελεύθεροι, ευρωπαϊστές  και εθνικιστές- εν χορώ, αφορίζει τους «φοροφυγάδες» και καλεί για τη δημιουργία ενός «πιο αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος»!