Ιστορίες απελευθέρωσης της αγοράς

Ιστορίες απελευθέρωσης της αγοράς

Περιπέτειες Φιλελευθερισμού στο βιβλίο του Α. Ανδριανόπουλου

Του Πασχου Μανδραβελη

Οταν ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος γύρισε από τη Γαλλία, είχε μια απορία: γιατί κανένα καφέ ή εστιατόριο στην Ελλάδα δεν σέρβιρε φυσικούς χυμούς; Το ανακάλυψε όταν έγινε υφυπουργός Εμπορίου. Υπήρχε μια ξεχασμένη αγορανομική διάταξη που επέβαλε στους μαγαζάτορες να πωλούν τους στυμμένους χυμούς στην ίδια τιμή με την απλή πορτοκαλάδα, ασχέτως αν οι φυσικοί χυμοί κόστιζαν περισσότερο σε χρήμα και κόπο. Το αποτέλεσμα της «προστασίας των καταναλωτών από την αισχροκέρδεια» ήταν να μη σερβίρονται πουθενά φυσικοί χυμοί προς όφελος των εταιρειών εμφιάλωσης. «Δεν πρόλαβα τότε να την καταργήσω», είπε ο κ. Πάγκαλος σε μια φιλική παρέα, «αλλά ευτυχώς έγινε υπουργός Εμπορίου ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος και την κατήργησε». Το 1992...

Αυτό είναι ένα παράδειγμα απελευθέρωσης της αγοράς που έκανε ως υπουργός ο κ. Ανδριανόπουλος. Υπάρχουν κι άλλα πολλά που αναφέρονται στo βιβλίο του «Οι Περιπέτειες του Φιλελευθερισμού στην Ελλάδα» (εκδόσεις Αρμός). Το πρώτο άνοιγμα επαγγέλματος στην Ελλάδα έγινε όταν ήταν υπουργός Πολιτισμού. Λίγοι θυμούνται ότι μέχρι το 1980, για να γίνει κάποιος ηθοποιός χρειαζόταν την άδεια του κράτους! Τότε το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ έσκουζαν για τα δεινά που θα επέφερε η απελευθέρωση του επαγγέλματος. Μόνο η Μελίνα ήταν υπέρ, αλλά όχι δημοσίως: «Μη μας ακούς που φωνάζουμε», είπε συνωμοτικά στον κ. Ανδριανόπουλο. «Με τίποτα μην κάνεις πίσω».

Οι μεγάλες μάχες απελευθέρωσης της αγοράς, όχι μόνο ενάντια στην αντιπολίτευση αλλά πρωτίστως ενάντια στο κόμμα του, δόθηκαν την περίοδο που ο κ. Ανδριανόπουλος ήταν υπουργός Εμπορίου. «Οταν κατάργησα το δελτίο τιμών στα οπωροκηπευτικά, κατάργησα ουσιαστικά απόφαση του Γερμανού φρούραρχου της Αθήνας που είχε εκδοθεί στην Κατοχή και είχε θεσπιστεί για την καταπολέμηση των μαυραγοριτών!»

Το 1989 ο κ. Ανδριανόπουλος αποφάσισε να καταργήσει τις κρατικές επιδοτήσεις των αλευροβιομηχάνων. «Συνάντησα την αντίδραση όχι μονάχα μερίδας της κυβέρνησης, αλλά και της ηγεσίας της Αριστεράς...» Εκείνη την περίοδο στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων δινόταν η μεγάλη «μάχη της φραντζόλας». Γράφονταν πύρινα άρθρα για το «ψωμάκι του φτωχού» που το απειλούσε η «ανάλγητη απελευθέρωση της αγοράς». Ενα όπλο σ’ αυτή τη μάχη ήταν ένας φούρνος που λειτουργούσε στο υπόγειο του υπουργείου Εμπορίου στον οποίο –προφανώς μόνιμοι Δ.Υ. φουρνάρηδες– έψηναν ψωμί «για να γνωρίζουν έτσι το κόστος των υλικών και να καθορίζεται αγορανομικά η σωστή τιμή του».

Σε αυτές τις μάχες, όμως, ήταν χωρίς συμμάχους. «Απογοητεύθηκα», γράφει ο ίδιος, «από ορισμένες θέσεις των εμπόρων, που τους θεωρούσα φυσικούς συμμάχους μιας πολιτικής αγορών χωρίς ρυθμίσεις. Τους έδωσα το δικαίωμα να αποφασίζουν αυτοί για τις εκπτώσεις και δεν τους άρεσε! Προτιμούσαν ημερομηνίες καθορισμένες από το κράτος κι αυτοί κάθε χρόνο να πιέζουν για παρατάσεις... ώστε να είναι το κράτος που θα εισπράττει ανέξοδα γι’ αυτούς την όποια δυσαρέσκεια των μελών τους!».