ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΔΡΑ

ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΔΡΑ

 

Είμαστε σύμφωνοι. Η είσπραξη του ΦΠΑ και στη συνέχεια η παρακράτησή του, με την αποφυγή έκδοσης αποδείξεων, αποτελεί κλοπή. Η επιβολή όμως και είσπραξη συνεχώς όλο και περισσότερων φόρων, δίχως την παραμικρή παραπέρα βελτίωση η αύξηση των παρεχομένων από το κράτος υπηρεσιών, τι ακριβώς είναι; Πως θα έπρεπε να αποκαλείται η επιβολή φόρων κατοχής, κι όχι επί των όποιων προσόδων προκύπτουν από αυτήν, ακίνητης περιουσίας όταν αυτή έχει αποκτηθεί με χρήματα πολλαπλώς φορολογημένα; Από πότε κάποιος αποτελεί υποζύγιο ενός κράτους επειδή έτυχε να γεννήθηκε και να ζεί στα γεωγραφικά του όρια; Δίχως δικαίωμα αντίδρασης και αυτό-προστασίας; Δυστυχώς αυτή είναι η κατάσταση σήμερα στην Ελλάδα για όσους έχουν την ατυχία να ζούν και να δραστηριοποιούνται μέσα στα πλαίσια της νόμιμης οικονομικής ζωής.

Πολλοί φωνάζουν ξανά και ξανά για την υποτιθέμενη πάταξη της φοροδιαφυγής. Μόνο που συνέχεια καλούνται να σηκώσουν τα βάρη εκείνοι που νόμιμα κινούνται στα πλαίσια της αγοράς. Αντί λοιπόν να πληρώνουν καινούργιοι φοροφυγάδες, τιμωρούνται εκείνοι που είναι υποχρεωμένοι από το είδος της δουλειάς τους να δηλώνουν τα πάντα. Και μήπως προσπαθούν ειλικρινά να τους βρούν; Ποιος ήλεγξε όλους εκείνους που στη Λάρισσα ξεσηκώθηκαν γιατί είχαν στα χέρια τους ομόλογα της Lehman Bothers; Πόσοι απ’ αυτούς εμφανίζονταν σαν φτωχοί αγρότες με πενιχρά δηλωμένα εισοδήματα; Πως βρέθηκαν να έχουν στα χέρια τους τέτοια πανάκριβα ομόλογα; Πόσες δεκάδες χιλιάδες άλλοι δηλώνουν εισοδήματα τόσο χαμηλά που, από τα πράγματα, είναι αδύνατον να δικαιολογήσουν, όχι το επίπεδο της ζωής τους μόνο, αλλά κι’ αυτή καθεαυτή την καθημερινή τους επιβίωση; Εκεί όμως δεν έχει υπάρξει η παραμικρή επέμβαση και έλεγχος. Γιατί;

Η περίπτωση της Υδρας έδειξε, παρά τις φωνές (πολλές υποκριτικές) και την κατακραυγή, πως το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας δεν αντιμετωπίζεται δίχως να χτυπηθεί η αδικία. Κι’ αυτή εμφιλοχωρεί σε δύο κυρίως τομείς. Ο ένας είναι στην αναζήτηση ενόχων εκεί που πράγματι υπάρχουν. Όχι στο ξεζούμισμα αυτών που δηλώνουν, αλλά στην αναζήτηση εισοδημάτων αυτών που δεν δηλώνουν. Είναι πράγματι ελάχιστοι όσοι εμφανίζονται να κερδίζουν πάνω από 100.000 ευρώ τον χρόνο. Δεν είναι όμως πρόκληση οι εκατοντάδες χιλιάδες που ισχυρίζονται πως τα έσοδά τους δεν είναι παραπάνω από 8-9.000 ευρώ ετησίως; Δεν είναι επίσης παράλογο, για χώρα της ευρωπαικής ένωσης μάλιστα, να επιβαρύνεται απερίσκεπτα η ιδιοκτησία ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο κτήσης της αλλά και από τις προσόδους που εξασφαλίζει;

Τα άλλο σκέλος της αδικίας έχει σχέση με τους πολίτες που σιτίζονται από τον δημόσιο τομέα, προστατεύονται, έχοντας και σημαντικά κοινωνικά προνόμια και όλους τους υπόλοιπους πολίτες που εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας επιβαρύνονται ακατάπαυστα για την επιβίωση ενός κράτους προκλητικού και σπάταλου. Το δημόσιο όχι μόνο «φροντίζει τους δικούς του» (αποτελεί πρόκληση να χάνουν στη διάρκεια της κρίσης την δουλειά τους πάνω από 1 εκατ εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και ούτε ένας στο δημόσιο) αλλά δεν προσφέρει και τις αναγκαίες υπηρεσίες στους υπόλοιπους πολίτες – για τις οποίες μάλιστα πληρώνεται απ’ αυτούς πλουσιοπάροχα.

Για όσους δεν διαθέτουν λοιπόν προσβάσεις στα κλειδιά που ανοίγουν τις πόρτες του δημοσίου η φοροδιαφυγή έγινε μοχλός αυτοπροστασίας. Από την ώρα που οι φόροι δεν πηγαίνουν με σαφήνεια σε υποδομές για την βελτίωση κοινωνίας και οικονομίας, αυτοί που μόνιμα φέρουν το βάρος της καταβολής του είναι φυσικό να ψάχνουν τρόπους αποφυγής. Το κράτος εξακολουθεί να απομυζά την κοινωνία για να μοιράσει πόρους στους ημετέρους. Και οι υπόλοιποι πασχίζουν να διασώσουν ότι μπορούν για την δική τους επιβίωση. Αυτό είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε, μεταξύ άλλων, το συμβάν της Υδρας.

Χωρίς ισότητα και δικαιοσύνη δεν θα έρθει ποτέ δημοσιονομική ισορροπία. Τα δημόσια έσοδα (πρέπει να) ανήκουν σε όλους του Ελληνες. Κι όχι μοναχά στους βολεμένους…
 

Πλήρες Άρθρο »

Ο Γεωργιος Ραλλης ειχε προειδοποιήσει…

Ο Γεωργιος Ραλλης ειχε προειδοποιήσει…

Μια χώρα μικρή, σχετικά φτωχή, αλλά νοικοκυρεμένη, με μικρές σχετικά δυνατότητες αλλά με αισιοδοξία, σχέδια, αυτοπεποίθηση και προοπτικές. Αυτή ήταν η Ελλάδα του 1981. Μια χώρα κατεστραμμένη, διεθνώς ανυπόληπτη, με καταρρακωμένη υπερηφάνεια και δίχως σχεδόν καθόλου αυτοεκτίμηση κι εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Αυτή η περιγραφή σκιαγραφεί την Ελλάδα του σήμερα – του 2011. Μέσα σε τριάντα χρόνια τα φιλόδοξο ταξίδι προς την ευημερία κατέληξε σε εφιάλτη βγαλμένο μέσα από τις σελίδες μυθιστορήματος φρίκης. Τι πήγε στραβά; Τι ακριβώς έφταιξε;

Ο καθένας έχει κι’ από μια διαφορετική προσωπική εξήγηση. Η εκτίμηση μου είναι πως η ελληνική κοινωνία άλλαξε ρότα και μπήκε στην δίνη των ανεξέλεγκτα ραγδαίων εξελίξεων με την άνοδο του Πασόκ στην εξουσία. Κανείς σοβαρός μελετητής δεν μπορεί να αρνηθεί στον Ανδρέα Παπανδρέου την ιδιοφυία να ανατάξει την ελληνική κοινωνία βγάζοντας από το πολιτικό και κοινωνικό περιθώριο την μισή Ελλάδα. Που είχε εκεί εξοβελισθεί από την κληρονομιά του Εμφύλιου και τις συνακόλουθες παράλογες και ουσιαστικά άχρηστες πολιτικές διώξεις. Τα Πασοκ αποτέλεσε το μέσο με το οποίο γενιές ελλήνων ένοιωσαν ξανά πολίτες ισότιμοι αυτής της χώρας. Ηταν ένα επίτευγμα που ειρήνευσε τότε την χώρα επουλώνοντας με επιτυχία τις πληγές του Εμφύλιου και της δικτατορίας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου όμως δυστυχώς δεν σταμάτησε εκεί. Αντί να εγκαταστήσει τον άξιο και μέχρι τότε διωκόμενο μισό ελληνικό πληθυσμό μέσα στο πολιτικό σύστημα, δίχως να ανατρέψει τις όποιες κλίμακες αξιών υπήρχαν και να υποστηρίξει κάποιες αρχες αστικής ηθικής, έδωσε το σύνθημα της εφόδου. «Να αλώσουμε το σύστημα από μέσα» ήταν το μήνυμα που προωθούσε η κομματική νομενκλατούρα των νεοπαγών ελλήνων σοσιαλιστών συνθηματολογώντας πως «το Πασόκ θα είναι στην κυβέρνηση αλλά ο λαός στην εξουσία…» Τα Δημόσιο έτσι μετατράπηκε σε θερμοκήπιο ανάπτυξης κομματικών στρατιών και τα οικονομικά του κράτους σε εργαλείο αναδιάταξης του ελληνικού πληθυσμού πάνω σε μια μορφολογία καινούργιων κοινωνικών οντοτήτων.

Το κράτος λοιπόν διέθεσε άφθονο χρήμα για την δημιουργία νέων τζακιών στον επιχειρηματικό στίβο, για την ανάδειξη μιάς καινούργιας εύρωστης μεσαίας τάξης στηριγμένης όμως σε δημόσιες παροχές (υπάλληλοι των ΔΕΚΟ, φουρνιές εργολάβων και προμηθευτών του κράτους, λογής επαγγελματιών στις υπηρεσίες που σαν πυγολαμπίδες κινούνταν πάνω και γύρω από το κράτος, μεγάλος πληθυσμός απασχολούμενων και «ειδικών» στην επικοινωνία κλπ) και στην μετατροπή της κοινωνίας ουσιαστικά σε ραντζέρη. Τρεφόμενη από τις προσόδους του κράτους ολόκληρη η κοινωνία μετουσιώθηκε σε σπιτονοικοκύρη που ζούσε από τα ενοίκια που εισέπραττε. Από τις προσόδους δηλ που η πολιτική εξουσία μοίραζε σε εκείνους που ευνοούσε. Ρημάζοντας τα δημόσια ταμεία και δημιουργώντας ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Η ανασφάλεια είχε να κάνει με το γεγονός πως όποιος δεν είχε τις απαραίτητες προσβάσεις θα ήταν ανάμεσα σε αυτούς που θα έπαιρναν λιγότερα από τη διαμοιραζόμενη πίτα. Όπως επιτυχημένα αναφέρει ο Αρ. Δοξιάδης σε μιά εξαιρετική του μελέτη, επειδή το κράτος δεν παρήγαγε πλούτο τα διαθέσιμα ήσαν πεπερασμένα. Οτι μπορούσε να εξασφαλισθεί ήταν από τα πενιχρά φορολογικά έσοδα και τον εξωτερικό δανεισμό. Ετσι, ο διαγκωνισμός για συμμετοχή στην μοιρασιά γινόταν δύσκολος και αδυσώπητος. Ιδιαίτερα όταν ήρθε, έστω για λίγο, και το άλλο μεγάλο αστικό κόμμα, η ΝΔ, στην εξουσία. Εξ ού και η ανάδειξη του κρατικού συνδικαλισμού σαν παράγοντα ουσιαστικού (μέσω αγώνων για μερίδιο στην προσοδοθηρία) εξασφάλισης κοινωνικής ισορροπίας αλλά και διατήρησης πολιτικής δύναμης.

Από την άλλη μεριά όμως επικρατούσε τα χάος. Για όσους δεν διέθεταν προσβάσεις στα κλειδιά που άνοιγαν τις πόρτες του δημοσίου η φοροδιαφυγή έγινε μοχλός αυτοπροστασίας. Από την ώρα που οι φόροι δεν πήγαιναν με σαφήνεια σε υποδομές για την βελτίωση κοινωνίας και οικονομίας, αυτοί που μόνιμα έφεραν το βάρος της καταβολής του ήταν φυσικό να ψάχνουν τρόπους αποφυγής. Το κράτος απομυζούσε την κοινωνία για να μοιράσει πόρους στους ημετέρους. Και οι υπόλοιποι πάσχιζαν να διασώσουν ότι μπορούσαν για την δική τους επιβίωση.

Το αδιέξοδο ήταν αναπόφευκτο. Το θέμα δεν ήταν εάν αλλά πότε θα συνέβαινε. Η δήλωση του Γεωργίου Ράλλη, το βράδυ που έχασε τις κρίσιμες εκλογές του 1981, ηχεί ολοζώνtανh ακόμη σtα αυτιά μου: “Eλπίζω οι έλληνες να μην μετανοήσουν στο μέλλον για την σημερινή τους επιλογή». Εξω, ηχούσαν οι αλαλαγμοί των Πασοκικών πανηγυρισμών…
 

Πλήρες Άρθρο »

UZBEKISTAN IS THE EXCEPTION

UZBEKISTAN IS THE EXCEPTION

 

Economic indicators around the world do not comprise a positive or optimistic picture. Europe is struggling to avoid the devastation of the Euros collapse and the crumbling of the European Union and its reputable welfare state. The United States fails to achieve its targets in reducing unemployment and taming its frightening deficits. China’s rapid growth has halted and India does not appear to fare better. Russia is suffering from the shrinking world demand of raw materials while Brazil agonizingly is sharing its fate. Global gloom, therefore, and an emerging worldwide depression?

Well, not exactly! Uzbekistan is the exception. Contrary to all international forecasts and pessimistic outlooks this newly independent former Soviet republic is breaking almost all economic records. While most of the world’s economies are contracting Uzbekistan enters with dynamism a process of growth rapid and, it appears, sustainable. The economy has grown in the last fiscal year by 8.1%. It appears that the conditions pertaining to those developments are still in place so that the country’s future looks secure. 510,100 new jobs have been created, the majority of them (68%) in the rural sector.

The rest of the figures are equally impressive. The growth of industrial output is 7% and agriculture production 8.6%. The investment to fixed capital is 7.6%, while production of consumer goods rose by 7.7% and services by 14%. There is also an impressive structural transformation of the economy. The share of services in the GDP grew to 52.2 % in the first half of 2012 from 48.3% in 2011! Likewise, exports increased by 18.8% in the same period, while there is now a significant current foreign trade surplus. In all, the country seems to have built a robust economy able to care for the welfare of its citizens and the future of its younger generation.

What is really worth noting are the policies initiated to achieve the above mentioned results. Uzbekistan did not embark upon a policy of extensive state control of the economy and a heavily regulated market. On the contrary, overcoming the legacy of its recent statist past the country embarked upon a path of radical free market reforms. Without excesses and caring for stability and social consensus they tried to reconcile social protection with an open market and less state intervention.

The efforts of the government have been obviously successful. Avoiding turmoil and popular discomfort for its economic policies the central administration in Tashkent reconciled vigorous market reforms with generous policies to help the poor and strengthen family ties – especially older citizens and young couples. Within the state programme “The Year of Family”, some 1.1 trillion soums (local currency) were spent to sustain the standing of the average Uzbek family!

Growth without painful austerity measures has been the aim of the Uzbek government’s initiatives and they appear to have reached their target. A young state however is always in the lookout for difficulties ahead. The fact that the world economy is shrinking and that everywhere hardship and social disarray is the characteristic of most hitherto stable societies demands alertness. It is true that economic achievements in Uzbekistan came at a cost of the country not opening up to western style of liberal democracy as rapidly as many of its friends would have desired. One basic precondition for its success however is stability. And this cannot be achieved at a time of world turmoil if the winds of change take the country apart destroying what has been achieved at such a cost. It is therefore understandable that Uzbekistan would follow its own path to achieving full democratic freedoms albeit at the same time guaranteeing the sustainability of its economic achievements.

It is also important to take a glimpse of the initiatives taken to further economic growth. On the business sector the freedom of the free enterprise was established supported even by legislative initiatives. A new law introduced the principle of priority of the rights of entrepreneurs in the relationship of businesses with government, law enforcement and regulatory agencies. Such a provision is not traceable, as far as I know, in any legislation existing I countries of the West.

Beraucratic regulation concerning the functioning of the market was simplified while the processes of public procurement became more transparent, allowing for genuine competition and facilitating the government to achieve better and cheaper deals. Important also has been the introduction of specific indicators which regularly assess the level of liberalization of the economy! As a result, in comparison with 2000 the share of small businesses in gross domestic product increased from 31 to 54 percent, employment in this area increased over this period more than 2 times and it accounts for more than 75.1 percent of those employed in all sectors of the economy. Currently the private sector generates 82.5% of GDP, 91% of industrial output and almost all of agricultural production.

Many things for sure remain to be done. Regulation is still present and the legacy of a “command eonomy” past is always there, in various forms and cultural traits, in Uzbekistan. The optimistic aspect is that the government appears determined to tackle all obstacles gradually. The positive performance of the economy proves that market liberalization measures work and that in the long run the government will win the bet. Proving that the exception of Uzbekistan from the world wide economic downturn is not a product of chance, but the outcome of hard and conscientious measures along the road of economic liberalization.
 

Πλήρες Άρθρο »

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

 

Ολοι πασχίζουν να δαμάσουν την οικονομική κρίση. Κι’ αυτή αντιστέκεται, αγνοώντας τις αδιέξοδες συνταγές τους. Οι λεγόμενες καθεστωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, κάτω από την ηγεσία της Γερμανίας, της Αυστρίας και άλλων φίλα προσκείμενων σε αυτές κρατών, επιλέγουν βαθειά παλαιοσυντηρητικές επιλογές με επίκεντρο στοιχειώδεις διαρθρωτικές αλλαγές, εύλογη δημοσιονομική πειθαρχία αλλά και εκτεταμένη επιβολή νέων και μεγάλων φόρων. Σε μια όμως κοινωνική πραγματικότητα μαθημένη στις άκοπες παροχές, στο μεγάλο δημόσιο και σε ένα κράτος – παραμάνα (nanny state) η δημοσιονομική πειθαρχία είναι υποκρισία και η βαριά φορολογία αποτελεί κλοπή του όποιου ατομικού πλούτου.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι δυνάμεις του παραδοσιακού κρατικο-παρεμβατικού μπλοκ που κραδαίνουν την σημαία της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτοί επιμένουν στο λασκάρισμα κάθε έννοιας δημοσιονομικής πειθαρχίας. επιμένοντας σε Κευνσιανές συνταγές αύξησης της κρατικής χρηματοδότησης ώστε να τονωθεί η ζήτηση. Τέτοιες απόψεις όμως παραγνωρίζουν ένα θεμελιώδες πραγματικό γεγονός. Οπως απέδειξε ο καθηγητής του Σικάγο. Raghuram G. Rajan (“The True Lessons of the Recession: The West Can’t Borrow and Spend Its Way to Recovery”. Foreign Affairs, May-June 2012) η Δύση στήριξε διαχρονικά την ανάπτυξή της στον δανεισμό. Κι’ αυτός τελικά την οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα. Με νέα δανεικά, ακόμη κι αν είναι αγύριστα, οι οικονομίες δεν ανορθώνονται ούτε και τα προβλήματα λύνονται. Διότι τα αδιέξοδα θα επανέλθουν…

Οι λύσεις στα πολύπλοκα σημερινά προβλήματα οφείλουν να αναζητηθούν, υποστηρίζει ο Rajan, στην πλευρά ενίσχυσης της προσφοράς και των μηχανισμών που την υποστηρίζουν. Μειώσεις φορολογικών συντελεστών, δραστικοί περιορισμοί στην γραφειοκρατία, περικοπές δημοσίων δαπανών είναι μερικά μόνο από τα μέτρα που συμβάλλουν στην απελευθέρωση πόρων που χρειάζεται η ιδιωτική οικονομία για να ζωντανέψει και να αυξήσει την παραγωγικότητά της. Κι’ αυτά ουσιαστικά δεν περιλαμβάνονται στα πακέτα που προωθεί η ΕΕ για να αντιμετωπίσει την κρίση.
Πέρα όμως από τα ενδογενή και διαρθρωτικά Ευρωπαικά ζητήματα την κατάσταση περιπλέκουν καταστάσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν από την πολιτική των Βρυξελλών. H διεθνής οικονομική αναστάτωση έχει οδηγήσει πολλές αγορές στον κόσμο σε συρρίκνωση. Αυτό έχει σαν συνέπεια την μείωση της οικονομικής δραστηριότητας χωρών που δίνουν μεγάλο βάρος στις εξαγωγές. Κι αντίστοιχα αντιμετωπίζουν δυσκολίες όλοι εκείνοι που είναι εμπορικοί τους πελάτες. Η Κίνα παίζει κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις αυτές. Με τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης που είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να πετυχαίνει είχε προκαλέσει μεγάλες αλλαγές στις εμπορικές συναλλαγές στον υπόλοιπο κόσμο.

Mε δεδομένη την οικονομική δραστηριότητα της Κίνας χιλιάδες αγορές σε όλη την γή είχαν προσαρμοσθεί πάνω στους ρυθμούς και τις ανάγκες που αυτή επέβαλε. Κάθε αλλαγή λοιπόν στην δική της συμπεριφορά και απόδοση έχει κατακλυσμικές επιπτώσεις για τον υπόλοιπο κόσμο. Κυρίως για χώρες και εταιρίες που εξάγουν πρώτες ύλες καθώς και άλλα προιόντα ευρείας κατανάλωσης. Όπως βέβαια και για τους φορείς εκείνους (λ.χ. ναυτιλία) που εμπλέκονται στις μεταφορές τέτοιων αγαθών.

Με την αναχαίτιση της Κινεζικής αναπτυξιακής πορείας δεν περικόπτεται απλά και μόνο η ζήτηση στην Κίνα αλλά μειώνονται γενικά και οι τιμές των προιόντων που η Κίνα εισάγει. Αυτό σημαίνει δραματικές περιστολές στα εισοδήματα πολλών κρατών ανά την υφήλιο αλλά και δραματικές αναδιατάξεις των τιμών των πρώτων υλών στον κόσμο όλο. Χώρες όπως η Βραζιλία, της οποίας η εντυπωσιακή αναπτυξιακή πορεία στηρίζεται απλά και μόνο στις υψηλές τιμές των πρώτων υλών και των άλλων προιόντων που παράγει (βλ. σχετ. Ruchir Sharma, “Bearish on Brazil: The Commodity Slowdown and the End of the Magic Moment”, Foreign Affairs, May - June, 2012). Ο ίδιος όμως σε άλλη μελέτη του (Breakout Nations: In Pursuit of the Next Economic Miracles , Allen Lane, 2012) επισημαίνει τις καινούργιες οικονομικές δυνάμεις που αναδύονται – ανάμεσά τους και η Βραζιλία. Μόνο που προφανώς αυτή η τελευταία μελέτη του είχε γραφεί πριν την εμπλοκή της Κίνας στις νέες της οικονομικές δυσκολίες.

Για την Ευρώπη η ανησυχία δεν είναι λιγότερο έντονη. Παρά τα λεγόμενα από γραφικούς έλληνες σχολιαστές η Γερμανία εξάγει ελάχιστα στον προβληματικό ευρωπαικό Νότο. Πελάτες της είναι κυρίως οι εύρωστες μέχρι τώρα τουλάχιστον οικονομίες του Βορρά, οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η ευρωστία όμως πολλών από αυτές εξαρτάται από την δυνατότητα τα Κίνας να συνεχίζει να ξοδεύει και να αγοράζει Δίχως αγορές δεν υπάρχουν εισπράξεις. Και χωρίς εισπράξεις λείπουν οι πόροι για οικονομικές ενισχύσεις και προγράμματα στήριξης. Ο David Pilling υποστηρίζει στους Financial Times (“Forget Grexit, it’s time to fret about ‘Chindown””, 20 June 1012) πως κάποιες χώρες δεν θα υποφέρουν όσο άλλες. Ολες όμως αυτές δεν είναι ευρωπαικές (παραγωγοί φυτικού πετρελαίου σε Μαλαισία και Ινδονησία κλπ).

Τα μαντάτα πάντως από την Κίνα δεν είναι καλά. Ολοι οι δείκτες δείχνουν αρνητικοί. Η HSBC τη Κίνας εκτιμά πως οι εξαγωγές θα συρρικνωθούν περαιτέρω με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της αγοράς εργασίας. Λιγότεροι άνθρωποι σε απασχόληση σημαίνει λιγότερα εισοδήματα και κατά συνέπεια μείωση της κατανάλωσης. Ολοι προσδοκούν σε νέα δάνεια για να ενισχυθεί η αγορά. Όπως σημείωσε όμως και παραπάνω ο Rajan, αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα λύση.

Όλα αυτά μας οδηγούν σε σκέψεις για μιά ενδεχόμενα μακρόχρονη κρίση που εμπλέκει και τα νομισματικά μας συστήματα. Πόσες πιθανότητες έχει το ευρώ να ορθοποδήσει και να επιβιώσει; Σοβαροί αναλυτές από όλο τον κόσμο εκφράζουν επιφυλάξεις για κάτι τέτοιο. Ο John Butler (The Golden Revolution: How to Prepare for the Coming Global Standard, John Wiley & Sons, New York, 2012) επιμένει πως έχουν αρχίσει όλοι να αναζητούν μια διέξοδο από τις σημερινές αναστατώσεις και ανασφάλειες. Η επαναφορά του χρυσού κανόνα θα επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις κι’ εμπλοκές. Εν τούτοις, επιμένει ο Butler, πολλές χώρες θα απαλλαγούν από το δηλητήριο του χρέους από δανεικά δίχως αντίκρισμα ενώ και οι αντιθέσεις ανάμεσα σε δολάριο, ευρώ, γιέν και Κινέζικο γιουάν θα πάψουν να μας βασανίζουν.

Σε παρόμοια πάνω λογική ο James Rickards (Currency Wars: The Making of the Next Global Crisis, Portfolio, 2011) επιμένει πως οι τρέχοντες νομισματικοί πόλεμοι που προέρχονται από τις επί μέρους κρίσεις και τις προσπάθειες των κυβερνήσεων να ξοδέψουν εναντίον τους η να χρησιμοποιήσουν την νομισματική ισοτιμία σαν ασπίδα προστασίας (λ.χ. η Κίνα) θα οδηγήσει τελικά σε ανατρεπτικά αδιέξοδα. Επιμένοντας σε μειώσεις δαπανών και σε περικοπές του δημόσιου τομέα ο Rickards βλέπει την λύση όχι σε νομισματικές αλχημείες αλλά στο θάρρος των κυβερνήσεων να δούν την πραγματικότητα, ενισχύοντας την παραγωγή τους κι’ ανακαλύπτοντας ισορροπίες μέσα από την οικονομική δυναμική κι όχι με την αύξηση των παροχών και των όποιων άλλων διευκολύνσεων.
 

Πλήρες Άρθρο »

Πολεμοφόδια για το Μέτωπο της Λογικής κατά του Κρατισμού

Πολεμοφόδια για το Μέτωπο της Λογικής κατά του Κρατισμού

 

Σε μιά περίοδο βαθέων οικονομικών αδιεξόδων είναι εντυπωσιακό πως σχεδόν όλοι αναζητούν τις λύσεις σε πολιτικές επιλογές παρόμοιες με εκείνες που έριξαν τον τόπο στα τραγικά σημερινά του χάλια. Φωνές που φωνάζουν για περισσότερο κρατισμό, για βαρύτερου φόρους και αυξημένο δημόσιο τομέα, παροχές και γραφειοκρατία είναι εκείνες που αρκετά περίεργα κάνουν την περισσότερη φασαρία και αιχμαλωτίζουν την φαντασία πολλών από τους πολίτες. Εκτός από μεμονωμένες φωνές στα μέσα ενημέρωσης σπάνια θα ακουσθούν απόψεις που βάζουν το χέρι στην πληγή και θα εξηγήσουν στον κόσμο πως ο κρατισμός που μας έφερε εδώ δεν είναι και το φάρμακο που θα μας οδηγήσει στην ανάκαμψη.

Σε ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον χρειάζεται πραγματικό θάρρος να πάς κόντρα στο ρεύμα και να αποκαλέσεις τα πράγματα με το όνομά τους. Ο Γιώργος Αναστασόπουλος το τόλμησε. Με το «Δέσμιοι του Κρατισμού: 2009-2012 Το Ημερολόγιο της Αυτοκαταστροφής» αντεπιτίθεται στο αρτηριοσκληρωτικό κατεστημένο σαλπίζοντας εκκωφαντικά μηνύματα ελευθερίας. Μια πλατφόρμα ελευθερίας με επίκεντρο την εναντίωση στους φόρους, στις αλόγιστες παροχές και στον παρεμβατικό δημόσιο τομέα ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δείχνοντας σε αδρές γραμμές τον δρόμο της απελευθέρωσης – από την μιζέρια, την φτώχεια και την παρακμή. Το βιβλίο του Αναστασόπουλου καλύπτει και θεωρητικά κενά αλλά ταυτόχρονα κάνει και σημαντικές αναφορές σε ζητήματα πρακτικής πολιτικής.

Χαρακτηριστική, και ιδιαίτερα επίκαιρη για τα σημερινά δεδομένα της χώρας μας είναι η επίκληση δήλωσης του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν που, αναφερόμενος στο δημόσιο έλλειμμα τότε της χώρας του, είχε τονίσει πω αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα χαμηλής φορολογίας αλλά προιόν μεγάλων δαπανών. Πως είναι δυνατόν άραγε πολλοί σχολιαστές και δημόσια πρόσωπα στην Ελλάδα να επιμένουν πως τα οικονομικά μας χάλια προέρχονται από κακοδιαχείριση φιλελεύθερων αντιλήψεων όταν η χώρα είχε πάντα υψηλότατους φορολογικούς συντελεστές ενώ οι δημόσιες δαπάνες είχαν ξεφύγει – ιδιαίτερα μετά την άνοδο «σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων στην εξουσία και το όργιο παροχών δίχως αντίκρυσμα που της συνόδεψαν.

Οι ευθύνες όμως και της Αριστεράς για τα αδιέξοδα δεν είναι λιγότερες. Μπορεί επίσημα μεν τα διαφόρων αποχρώσεων μαρξιστικά κόμματα να μην βρέθηκαν στην εξουσία, οι θέσεις τους όμως και η επιρροή τους ήταν πάντοτε μεγάλη, επιδρώντας πάνω στις επιλογές των όποιων κυβερνητικών σχημάτων. Η Αριστερά πάντοτε υπερθεμάτιζε της αύξησης των φορέων του δημοσίου, στήριξε και είχε και το δικό της μερτικό στις ρουσφετολογικές προλήψεις στο κράτος και ήταν αντίθετη πάντα σε πρωτοβουλίες μείωσης των οργανισμών του δημοσίου, στις ιδιωτικοποιήσεις και σε κάθε ιδέα απόλυσης στελεχών της κρατικής γραφειοκρατίας. Ο υπερδιογκωμένος δημόσιος τομέας λοιπόν οφείλει στην στήριξη και τις πιέσεις της Αριστεράς μεγάλο μέρος της μακροχρόνια ανάπτυξης και επιβίωσής του. Συνακόλουθα και τα μεγάλα ελλείμματα προέρχονται από τις εγκεφαλικές συνεισφορές των στελεχών και των παρατάξεων της λεγόμενης μαρξιστικής «προόδου».

Η χώρα είναι πράγματι εγκλωβισμένη σε έναν καταπιεστικό και παντοδύναμο κρατισμό. Που δημιουργώντας πλοκάμους συμφερόντων έχει πείσει την κοινή γνώμη πως είναι απαραίτητος για την κοινωνική πρόοδο. Συνδικαλιστικές οργανώσεις, κρατικοδίαιτα επιχειρηματικά συμφέροντα και κοινωνικά στρώματα μαθημένα στην προσοδοθηρία συμπτίσσονται, ελίσσονται, ανασυντάσσονται κι’ εξελίσσονται πάνω σε συντεταγμένες που απώτερο σκοπό έχουν να μην αλλάξει το οτιδήποτε. Ετσι, οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις εξαντλούνται σε ημίμετρα, σε επιδρομές κατά των λαικών εισοδημάτων και σε προσπάθειες να παραμείνει απείραχτος ο κύριος κορμός του δημόσιου τομέα της οικονομίας. Αυτά όλα τα ατελή κι αδιέξοδα ονοματίζονται νεοφιλελεύθερα από τους επιτήδιους, επισύροντας έτσι την οργή των λαικών κοινωνικών στρωμάτων. Το αποτέλεσμα είναι τίποτε ουσιαστικά να μην γίνεται, ενώ η βασική πέτρα του σκανδάλου, ο ανύπαρκτος και προβληματικός δημόσιος τομέας με τα οργανωμένα παράσιτα που αναπτύσσονται γύρω του, να παραμένει αλώβητος.

Η απελευθέρωση από τα δεσμά του κρατισμού είναι περισσότερο από απαραίτητη για να ορθοποδήσει ο τόπος και να αισθανθεί τα αποτελέσματα της ανάπτυξης ο λαός μας. Ο αγώνας δυστυχώς θα είναι δύσκολος και μακροχρόνιος. Και το μέτωπο της μάχης θα είναι κατά κύριο λόγο ο χώρος των ιδεών. Γι αυτό δουλειές σαν αυτή του Γιώργου Αναστασόπουλου είναι περισσότερο από χρήσιμες. Αποτελούν το οξυγόνο που οπλίζει το μέτωπο της λογικής στον αδυσώπητο αγώνα που όλοι σήμερα δίνουμε για το μέλλον του τόπου μας…

Πλήρες Άρθρο »

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

 

Νομίζω πως η αισιοδοξία τελειώνει. Και είναι πολλοί οι λόγοι που οδηγούν τα πράγματα προς τα εκεί. Για μιά ακόμη φορά οι κυβερνητικοί παράγοντες επιλέγουν τα εισοδήματα (μισθούς και συντάξεις) για να περιορίσουν την δημόσια σπατάλη αρνούμενοι να προχωρήσουν σε γενναίες περικοπές του μεγέθους του κράτους. Αλλά κι’ εκεί ακόμη δεν μπορούν να συμφωνήσουν. Γιατί ουδείς τολμά να αναλάβει το κόστος μιάς δυσάρεστης απόφασης. Δίχως αιτιολογία κι εξήγηση οι ηγέτες της χώρας απλά δεν αποφασίζουν τίποτε. Επιδίωξή τους είναι η αναβολή. Η προσπάθεια να κερδίσουν χρόνο. Με στόχους απροσδιόριστους. Που σίγουρα δεν είναι η έξοδος από το σημερινό τέλμα.

Το χειρότερο είναι πως δεν γίνεται τίποτε ακόμη κι’ εκεί που το κόστος δεν είναι οικονομικό. Τα πανεπιστήμια αποφασίζεται να παραμείνουν όπως είναι. Ανυπόληπτα δηλ, αδρανή κι’ αποτελματωμένα. Για να μην θιγούν κάποιοι περίπου επαγγελματίες πρυτάνεις και οι αποστεωμένοι πελάτες τους των κομματικών νεολαιών. Απογοήτευση όμως προκύπτει κι’ από τις αντιδράσεις μας σε γεγονότα ευρύτερης σημασίας. Ενόχλησε πολλούς ο απόλυτα δικαιολογημένος αποκλεισμός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενός ανόητου κοριτσιού που έκανε χιούμορ με ανθρώπους άλλης φυλής κι’ άλλου χρώματος. Φαντάζομαι τους ίδιους που πριν κάτι χρόνια φούσκωναν από υπερηφάνεια για την διακήρυξη κάποιας άλλης πως είναι στο DNA των Ελλήνων να νικούν. Η αμετροέπεια όλων μάς έκανε και τότε να ξεχάσουμε πως είμαστε ένας από τους λίγους λαούς που πανηγυρίζει σχεδόν αποκλειστικά καταστροφές, ήττες και κακουχίες. Και σπάνια θριάμβους η επιτυχίες. Ακόμα και τα χρόνια της Αντίστασης τα θυμόμαστε για τα παθήματά μας (σφαγή της Καισαριανής, μπλόκο της Κοκκινιάς κα) παρά για επιτεύγματα η νίκες. Δεν μπορούμε εύκολα να αποτινάξουμε από πάνω μας το σαράκι της κακομοιριάς και της δυστυχίας.

Εξ ίσου μικρόνοες ήσαν όσοι επιτέθηκαν στους εμπνευστές τα τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου κάνοντας συγκρίσεις με την αντίστοιχη τελετή τη Αθήνας το 2004. Οι συγκρίσεις είναι ανεδαφικές. Εμείς δείξαμε το παρελθόν μας – για το οποίο είμαστε υπερήφανοι. Οι Βρετανοί παρουσίασαν το παρόν τους. Για το οποίο ομιλεί όλη η Υφήλιος. Σημαντικότατη η διαφορά. Για όσους εχουν μάτια και βλέπουν βέβαια. Και μυαλό και σκέφτονται…

Για να υπάρχει ελπίδα επιβίωσης είναι απαραίτητη η κινητοποίηση του κόσμου πίσω από οράματα και στοχεύσεις επιτευγμάτων. Πως θα πολεμήσουμε την κρίση όταν όλων μας το μυαλό είναι στο «τι θα πάρουμε» και στο «τι θα σώσουμε». Για να έχει ο τόπος δυναμική προοπτική ο κόσμος πρέπει να πιστέψει στον εαυτό του και στις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά του. Ο απατεώνας που εξασφαλίζει μια σύνταξη η κάποιο επίδομα με ψεύτικα στοιχεία η δωροδοκώντας κάποιο γιατρό η υπάλληλο θα πρέπει να είναι κοινωνικό απόβλητο. Που δεν θα ταιριάζει στον υγιή κοινωνικό ιστό. Κι όχι να προκαλεί τον θαυμασμό και την ζήλεια για την καπατσοσύνη του, υπερηφανευόμενος, στο καφενείο του χωριού η της κωμόπολης.

Εγινε προ καιρού διεθνώς μιά έρευνα που εξηγεί πολλά πράγματα. Οι προτεστάντες με σημαντική πλειοψηφία τοποθετήθηκαν υπέρ της προοπτικής μιάς κοινωνίας ανισοτήτων παρά μιάς κατάστασης κοινωνικής εξίσωσης. Κάτω από το σκεπτικό, πως μια τέτοια κατάσταση προσφέρει κίνητρα ανταγωνισμού σε όλους για να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο. Διαφορετικά, οδηγούμεθα σε λήθαργο και σε κοινωνικό τέλμα. Εξ ίσου αρνητικοί υπήρξαν οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην προοπτική της κρατικής παρέμβασης για περισσότερη οικονομική ισότητα*. Προτίμησαν η εξέλιξη να είναι φυσιολογική. Και το αποτέλεσμα να είναι προιόν των ατομικών τους ικανοτήτων και δράσεων. Δίχως πελατειακές εύνοιες και εξωγενείς παρεμβάσεις. Αυτές βέβαια είναι αντιλήψεις νικητών. Ανθρώπων που δεν πτοούνται από κρίσεις.

Όταν κι εμείς θα μπορούμε να είμαστε κοντά σε τέτοιες στάσεις ζωής και εκδηλώσεις εθνικής κουλτούρας, και μόνο τότε, θα μπορούμε να μιλήσουμε για σοβαρές ελπίδες σωτηρίας και ανάκαμψης.


*Luigi Zingales, Capitalism for the People. Basic Books, New York, 2012,
 

Πλήρες Άρθρο »