ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

 

Νομίζω πως η αισιοδοξία τελειώνει. Και είναι πολλοί οι λόγοι που οδηγούν τα πράγματα προς τα εκεί. Για μιά ακόμη φορά οι κυβερνητικοί παράγοντες επιλέγουν τα εισοδήματα (μισθούς και συντάξεις) για να περιορίσουν την δημόσια σπατάλη αρνούμενοι να προχωρήσουν σε γενναίες περικοπές του μεγέθους του κράτους. Αλλά κι’ εκεί ακόμη δεν μπορούν να συμφωνήσουν. Γιατί ουδείς τολμά να αναλάβει το κόστος μιάς δυσάρεστης απόφασης. Δίχως αιτιολογία κι εξήγηση οι ηγέτες της χώρας απλά δεν αποφασίζουν τίποτε. Επιδίωξή τους είναι η αναβολή. Η προσπάθεια να κερδίσουν χρόνο. Με στόχους απροσδιόριστους. Που σίγουρα δεν είναι η έξοδος από το σημερινό τέλμα.

Το χειρότερο είναι πως δεν γίνεται τίποτε ακόμη κι’ εκεί που το κόστος δεν είναι οικονομικό. Τα πανεπιστήμια αποφασίζεται να παραμείνουν όπως είναι. Ανυπόληπτα δηλ, αδρανή κι’ αποτελματωμένα. Για να μην θιγούν κάποιοι περίπου επαγγελματίες πρυτάνεις και οι αποστεωμένοι πελάτες τους των κομματικών νεολαιών. Απογοήτευση όμως προκύπτει κι’ από τις αντιδράσεις μας σε γεγονότα ευρύτερης σημασίας. Ενόχλησε πολλούς ο απόλυτα δικαιολογημένος αποκλεισμός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενός ανόητου κοριτσιού που έκανε χιούμορ με ανθρώπους άλλης φυλής κι’ άλλου χρώματος. Φαντάζομαι τους ίδιους που πριν κάτι χρόνια φούσκωναν από υπερηφάνεια για την διακήρυξη κάποιας άλλης πως είναι στο DNA των Ελλήνων να νικούν. Η αμετροέπεια όλων μάς έκανε και τότε να ξεχάσουμε πως είμαστε ένας από τους λίγους λαούς που πανηγυρίζει σχεδόν αποκλειστικά καταστροφές, ήττες και κακουχίες. Και σπάνια θριάμβους η επιτυχίες. Ακόμα και τα χρόνια της Αντίστασης τα θυμόμαστε για τα παθήματά μας (σφαγή της Καισαριανής, μπλόκο της Κοκκινιάς κα) παρά για επιτεύγματα η νίκες. Δεν μπορούμε εύκολα να αποτινάξουμε από πάνω μας το σαράκι της κακομοιριάς και της δυστυχίας.

Εξ ίσου μικρόνοες ήσαν όσοι επιτέθηκαν στους εμπνευστές τα τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου κάνοντας συγκρίσεις με την αντίστοιχη τελετή τη Αθήνας το 2004. Οι συγκρίσεις είναι ανεδαφικές. Εμείς δείξαμε το παρελθόν μας – για το οποίο είμαστε υπερήφανοι. Οι Βρετανοί παρουσίασαν το παρόν τους. Για το οποίο ομιλεί όλη η Υφήλιος. Σημαντικότατη η διαφορά. Για όσους εχουν μάτια και βλέπουν βέβαια. Και μυαλό και σκέφτονται…

Για να υπάρχει ελπίδα επιβίωσης είναι απαραίτητη η κινητοποίηση του κόσμου πίσω από οράματα και στοχεύσεις επιτευγμάτων. Πως θα πολεμήσουμε την κρίση όταν όλων μας το μυαλό είναι στο «τι θα πάρουμε» και στο «τι θα σώσουμε». Για να έχει ο τόπος δυναμική προοπτική ο κόσμος πρέπει να πιστέψει στον εαυτό του και στις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά του. Ο απατεώνας που εξασφαλίζει μια σύνταξη η κάποιο επίδομα με ψεύτικα στοιχεία η δωροδοκώντας κάποιο γιατρό η υπάλληλο θα πρέπει να είναι κοινωνικό απόβλητο. Που δεν θα ταιριάζει στον υγιή κοινωνικό ιστό. Κι όχι να προκαλεί τον θαυμασμό και την ζήλεια για την καπατσοσύνη του, υπερηφανευόμενος, στο καφενείο του χωριού η της κωμόπολης.

Εγινε προ καιρού διεθνώς μιά έρευνα που εξηγεί πολλά πράγματα. Οι προτεστάντες με σημαντική πλειοψηφία τοποθετήθηκαν υπέρ της προοπτικής μιάς κοινωνίας ανισοτήτων παρά μιάς κατάστασης κοινωνικής εξίσωσης. Κάτω από το σκεπτικό, πως μια τέτοια κατάσταση προσφέρει κίνητρα ανταγωνισμού σε όλους για να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο. Διαφορετικά, οδηγούμεθα σε λήθαργο και σε κοινωνικό τέλμα. Εξ ίσου αρνητικοί υπήρξαν οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην προοπτική της κρατικής παρέμβασης για περισσότερη οικονομική ισότητα*. Προτίμησαν η εξέλιξη να είναι φυσιολογική. Και το αποτέλεσμα να είναι προιόν των ατομικών τους ικανοτήτων και δράσεων. Δίχως πελατειακές εύνοιες και εξωγενείς παρεμβάσεις. Αυτές βέβαια είναι αντιλήψεις νικητών. Ανθρώπων που δεν πτοούνται από κρίσεις.

Όταν κι εμείς θα μπορούμε να είμαστε κοντά σε τέτοιες στάσεις ζωής και εκδηλώσεις εθνικής κουλτούρας, και μόνο τότε, θα μπορούμε να μιλήσουμε για σοβαρές ελπίδες σωτηρίας και ανάκαμψης.


*Luigi Zingales, Capitalism for the People. Basic Books, New York, 2012,