ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

 

Οι …απροσδιόριστες εκλογές πλησιάζουν. Και η εφιαλτική προοπτική ενός αποτελέσματος που θα μας ρίξει στα Τάρταρα της ακυβερνησίας γίνεται κοντινότερο. Πως αντιδρά στην προοπτική αυτή ο πολιτικός κόσμος; Με βουτιές δυστυχώς στα παραδοσιακά πολιτικά παιχνίδια και με αδιαφορία για το πραγματικό μέλλον του τόπου. Η γνωστή λαική ρήση «κάνε κι’ εσύ ένα κόμμα, μπορείς» βρίσκει θεαματική εφαρμογή στο σύγχρονο ελληνικό σκηνικό. Παίρνμω σαν παράδειγμα την Δράση του Στέφανου Μάνου. Δίχως δυστυχώς να αποτελεί μοναδική περίπτωση. Ένα κόμμα ενδιαφερουσών προσωπικοτήτων με απόψεις αλλά με ελάχιστη λαική απήχηση κατεβαίνει αυτόνομα στις εκλογές με σκοπό ποιόν; Να καταγράψει δυνάμεις θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά πού; Σε ένα σύστημα θνησιγενές που παραπαίει; Μια καταγραφή που θα οδηγήσει που ακριβώς και πότε;

Κάποιοι ισχυρίζονται πως τέτοιες πρωτοβουλίες βάζουν μελλοντικές υποθήκες που ενδεχόμενα να οδηγήσουν τους εμπνευστές τους σε κάποιους κυβερνητικούς θώκους να οι συνθήκες αποδειχθούν κατάλληλες.  Είναι όμως σοβαρό αυτό το επιχείρημα; Όταν η προσπάθεια θα έχει οδηγήσει σε πενιχρότατα εκλογικά αποτελέσματα, ποιος θα τολμήσει να αξιοποιήσει ανθρώπους που δεν έχουν – εκλογικά αποδειγμένη - την παραμικρή απήχηση στην κοινωνία;

Σε τελευταία ανάλυση το ζητούμενο είναι ποιοι και πως θα μπορέσουν να παίξουν κάποιο ρόλο μελλοντικά στο πολιτικό παιχνίδι; Ανεξάρτητα αν με την στάση τους διευκόλυναν τις δυνάμεις του χάους και της ακυβερνησίας να κυριαρχήσουν εκλογικά και να μπλοκάρουν κάθε προοπτική επίλυσης προβλημάτων; Η περίπτωση της Δράσης με έχει στενοχωρήσει αφάνταστα. Γιατί μέχρι και την τελευταία στιγμή πίστευα πως θα επικρατούσε η λογική. Και θα πήγαιναν στην πάντα προσωπικές φιλοδοξίες, αντιπαλότητας ακόμη, γιατί όχι, και αντιπάθειες. Πρώτο ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η κοινή σύμπραξη των δυνάμεων εκείνων που ομονοούν στις αρχές της ανοιχτής κοινωνίας και της οικονομίας της αγοράς. Και στην συνέχεια, αν αυτό είχε ευοδωθεί, να γινόταν προσπάθεια μιάς γενικότερης συνεργασίας του ευρύτερου κεντροδεξιού χώρου πάνω σε μια πλατφόρμα λογικής και ορθολογισμού. Αλλά κι αν αυτό δεν θα ήταν δυνατό, μια συνεργασία των λεγόμενων φιλελεύθερων δυνάμεων μόνο θα τους έδινε την δυνατότητα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Με στόχο την παραπέρα παρέμβαση στα γενόμενα τον ελληνικό χώρο. Και με μια ισχυρή φωνή, που θα επέβαλε την λογική στα κυβερνητικά τερτίπια παραδοξότητας και ακατάσχετου κρατισμού.

Τώρα ξανακυλάμε στα παλιά. Δύο μεγάλα κόμματα - δίχως το μπόλιασμα από ιδέες διαφορετικές, δυναμικές και πρωτοποριακές - δεσμευμένα στο παραδοσιακό πελατειακό κύκλωμα θα αντιμάχονται στο πεδίο της πόλωσης για να εξασφαλίσουν όσο μεγαλύτερα ποσοστά είναι δυνατόν. Με απέναντι την Αριστερά και την Ακρα Δεξιά, που θα αφιονίζουν τον κόσμο με ιδέες εξωπραγματικές, επικίνδυνες κι ανεφάρμοστες. Και το μέτωπο της λογικής  συρρικνωμένο θα βουλιάζει στον ελιτισμό του βλέποντας από μακριά – κι’ από υψηλού - τους μονομάχους της πολιτικής να αλληλοσφάζονται και να κραυγάζουν. Με αποτέλεσμα για τον τόπο το απόλυτο μηδενικό. Ανεξάρτητα αν κάποιος τελικά κατορθώσει – και με τι δύναμη - να μπεί στη Βουλή. Το συμπέρασμα θα είναι απογοήτευση, απόγνωση και οργή. Για όλους εκείνους που έβαλαν τις ατομικές τους δοξασίες πάνω από την ανάγκη διάσωσης του τόπου.

Δυστυχώς…