ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

 


Μανώλης Κοττάκης, Καραμανλής: Off The Record. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2011
Claire Berlinski, “There Is No Alternative”: Why Margaret Thatcher Matters. New York: Basic Books, 2008
 

Για μια ακόμη φορά αποδείχθηκε πως πολιτική που δεν στηρίζεται σε βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις οδηγεί σε αδιέξοδα και σε κοινωνική καταστροφή. Η αποθέωση του πραγματισμού, των επιλογών δηλ που υπαγορεύονται από τις περιστασιακές διακυμάνσεις της κοινής γνώμης και τις φαινομενικές κάθε φορά ανάγκες της κοινωνίας, αποτελεί συνταγή αδιεξόδων και διάβρωσης του κοινωνικού ιστού. Η ελληνική οικονομική κρίση αλλά και τα διαφαινόμενα αδιέξοδα της Ευρώπης έχουν σαν αφετηρία πολιτικές σκοπιμοτήτων που, έχοντας γυρίσει τις πλάτες σε πεποιθήσεις και ιδεολογικές αρχές, στόχευαν για δεκαετίες σε στενά οικονομικά συμφέροντα και σε μεθόδους κολακείας των λαικών στρωμάτων με αντικειμενικό σκοπό την προσέλκυση της ψήφου τους. Το κράτος μετατράπηκε σε μηχανισμό ευνοιών και παροχών και οι πολίτες άρχισαν να ξεχνούν τον πρωταρχικό τους σκοπό. Την σκληρή δουλειά δηλ και την ανάληψη ευθυνών ώστε η χώρα τους να παράγει αγαθά, να γίνεται πλούσια και να πρωταγωνιστεί σε ένα κόσμο δύσκολο και ανταγωνιστικά αδυσώπητο.

Οι αρχές αυτές ξεχάστηκαν, παραμέρισαν και σε πολλές επιπτώσεις ποδοπατήθηκαν. Το αναπόφευκτο αδιέξοδο μιάς ζωής στηριγμένης στην ευκολία και τα δανεικά δεν άργησε να φανεί. Και τώρα οι κοινωνίες δεν είναι έτοιμες για τον αναπόφευκτα δύσκολο κι’ ανηφορικό δρόμο. Χρειάζονται έμπνευση που να τις γεμίζει πάθος κι’ αποφασιστικότητα. Κι αυτά βέβαια δεν μπορούν να προκύψουν από ηγεσίες ψοφοδεείς, δειλές και πολιτικά ανακόλουθες. Χρειάζονται προσωπικότητες που πιστεύουν στο κάλεσμα του χρέους, που δεν έχουν το μυαλό τους στην κάλπη και που δεν φοβούνται να μιλήσουν σκληρά, στην γλώσσα της λογικής και της αλήθειας, δείχνοντας τον δρόμο μπροστά.

Τέτοιες συμπεριφορές δεν συνταιριάζουν με τον καταστρεπτικό πραγματισμό, του να λέμε δηλ. σε όλους αυτά που θέλουν να ακούσουν, ούτε και με την οικοδόμηση μιάς πολιτικής μεσαίου δρόμου. Γιατί στο μέσον το δρόμου βρίσκεται η διακεκομμένη γραμμή. Κι εκεί είναι το πλέον επικίνδυνο σημείο για να οδηγείς. Κι’ επειδή στον χώρο αυτό εμφιλοχωρεί η περίφημη συναίνεση. Που όμως αποτελεί την σιγουρότερη συνταγή αποτυχίας κι’ αποτελμάτωσης. Γιατί προυποθέτει, αλλά και οδηγεί, στην αδράνεια. Και στην στρατηγική ακινησία. Για να είναι όλοι σύμφωνοι, μοναδική λύση είναι να μην γίνεται τίποτα. Και είναι ακριβώς αυτή η τακτική επιλογή που οδηγεί τελικά στον γκρεμό.

Από το βιβλίο του Μανώλη Κοττάκη για την διακυβέρνηση Καραμανλή αυτό προκύπτει σαν θεμελιακό συμπέρασμα. Η χώρα χρειάζεται πολιτικές κινήσεις που να ’χουν στόχους. Και να εδράζονται σε στέρεες και ευδιάκριτες πεποιθήσεις. Μόνο η πίστη σε αρχές και αξίες και η εμμονή στις επιταγές τους μπορεί να κινητοποιήσει τον κόσμο ώστε να πραγματοποιηθεί η επίτευξη εθνικών στόχων. Και κάτι τέτοιο δραματικά απουσίαζε από τις τότε κυβερνήσεις της ΝΔ. Και είναι αυτό και δίδαγμα για το σήμερα. Που είναι απαραίτητο κάποιο δυναμικό ξανα-ξεκίνημα της ελληνικής κοινωνίας, προς την κατεύθυνση της δημιουργίας και των επιτυχιών. Πρέπει όμως να είμαστε σαφείς για το τι θέλουμε να χτίσουμε και με ποιούς θέλουμε να πάμε. Διστακτικοί κόλακες και θρασύδειλοι δημοσιοσχετίστες δεν ταιριάζουν σε μια παρόμοια προσπάθεια. Και η θητεία Καραμανλή ήταν πλήρης από παρόμοια φαινόμενα και στοιχεία. Η προσπάθεια «να τα έχουμε καλά με όλους» οδήγησε στα άδεια δημόσια ταμεία, σε ένα λαό αποσβολωμένο – δίχως πεποιθήσεις και ισχυρά πιστεύω – σε μια άνευ προηγουμένου κρίση αξιών, σε ένα άνευρο χυλό δημοσίων ηγητόρων και στην προβολή κοινωνικών εξαμβλωμάτων σαν συμβόλων καταξίωσης και επαγγελματικής επιτυχίας.

Η περιγραφή βέβαια των πεπραγμένων του τότε Πρωθυπουργού στο βιβλίο του Κοττάκη δεν ξεπερνά κατά πολύ το εύρος μιάς δημοσιογραφικής αποτίμησης με εύλογες συναισθηματικές φορτίσεις απέναντι στους πρωταγωνιστές των τότε γεγονότων. Ο Καραμανλής είναι ο καλός, η Αριστερά ξεπερνιέται μάλλον χαϊδευτικά σε σχέση με τα πεπραγμένα της και ο βασικός κακός είναι ο Παπανδρέου και το Πασόκ. Ο Κοττάκης αναφέρεται είναι η αλήθεια και σε όλα σχεδόν τα αρνητικά στοιχεία των πολιτικών επιλογών της τότε διακυβέρνησης. Αλλά δίχως ιδιαίτερο σχολιασμό και εμβάθυνση. Και κάποτε μάλιστα με ελάχιστη έμφαση σε σχέση με την σημαία του γεγονότος.

Tα λεγόμενα σκάνδαλα ξεπερνιούνται σαν μάλλον ενοχλητικές παρωνυχίδες, εμπνευσμένα κατά βάση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, από ξένα κέντρα αλλά και γηγενείς μηχανισμούς υπονόμευσης, που κατά διαστήματα παρεισέφρυαν για να παρεμποδίσουν το δημιουργικό κυβερνητικό έργο. Κουβέντα δεν γίνεται για το αν ήσαν πράγματι σκάνδαλα η όχι. Το Βατοπέδι λχ αναφέρεται πως δεν αποδείχθηκε πως υπήρξε πραγματικό σκάνδαλο. Γιατί δεν φάνηκε ζημιά του δημοσίου ούτε και χρηματισμός τρίτων. Μα ο πλουτισμός μιάς Μονής σε βάρος του κράτους δεν αποτελεί πρόβλημα; Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν όπως ο ίδιος ο Κοττάκης παραδέχεται, εξωχώριοι λογαριασμοί της Μονής δεν άνοιξαν για «εθνικούς λόγους»!! Και γιατί τότε προφυλακίσθηκε ο ηγούμενός της; Λόγω κάποιου καπρίτσιου των αρμόδιων εισαγγελέων;

Παρόμοια ερωτήματα μένουν αναπάντητα και για σωρεία άλλων υποθέσεων. Τι ακριβώς έγινε με τα «δομημένα» ομόλογα, με τους λεγόμενους κουμπάρους της επιτροπής ανταγωνισμού, με τα αυθαίρετα αρμοδίων υπουργών, με την άρνηση λήψης μέτρων (όπως έκανε ακόμη και η Νιγηρία) κατά της Siemens, και τόσα άλλα; Και το κυριότερο, γιατί ήταν τόσο απαθής ο τότε Πρωθυπουργός απέναντι σε όλα αυτά; Και γατί έκλεισε άξαφνα την Βουλή το 2009, οδηγώντας στην παραγραφή τόσων αξιόποινων ενδεχόμενα πράξεων πολιτικών προσώπων;

Η κυβέρνηση Καραμανλή είχε από την πρώτη στιγμή συνθηκολογήσει με την αδράνεια. Κάτω από το ιδεολόγημα του μεσαίου χώρου. Που δεν ήταν βέβαια εφεύρεση του Αβέρωφ, όπως αναφέρει Κοττάκης, αλλά αντιγραφή ενός όρου που είχε χρησιμοποιήσει πολύ νωρίτερα ο Χάρολντ Μακ Μίλλαν στη Βρετανία. Όταν οι Συντηρητικοί στη χώρα αυτή λάτρευαν την συναίνεση. Που τους οδήγησε βέβαια τελικά στην παρακμή. Και χρειάσθηκε ο ανατρεπτικός δυναμισμός της Μάργκαρετ Θάτσερ για να οδηγηθεί η χώρα αυτή μακριά από το τέλμα.

Το βιβλίο της Claire Berlinski περιγράφει ακριβώς τον χαρακτήρα και τις πολιτικές της ξεχωριστής αυτής γυναίκας. Που σε σχέση με τον Καραμανλή υπήρξε η διαφορά της νύχτας με την ημέρα. Ο Καραμανλής, εξηγεί ο Κοττάκης, ήθελε να κολακέψει με κάθε τρόπο την Αριστερά, στην οποία αναγνώριζε ιδεολογική υπεροχή και μεγάλη λαική δύναμη. Συνθηκολόγησε έτσι με το κρατισμό, το οποίο ουσιαστικά υπηρέτησε προτάσσοντας την πολιτική επιλογή της ήπιας προσαρμογής. Η Θάτσερ αντίθετα, σημειώνει η Berlinski, ήταν αδύνατον να ανεχθεί τους διαλλακτικούς προς την Αριστερά συνεργάτες της. Σε συνάντηση στελεχών του κόμματός της με θέμα την κομματική τους στρατηγική έχασε την υπομονή της ακούγοντας εισηγήσεις για επιλογές συναίνεσης και συνδιαλλαγής. Σηκώθηκε όρθια και βγάζοντας από την τσάντα της ένα βιβλίο το πέταξε στο τραπέζι των ομιλητών. «Σ’ αυτό κύριοι πιστεύουμε», τους φώναξε και βγήκε από την αίθουσα. Ηταν «Το Σύνταγμα της Ελευθερίας» του Φρήντριχ Χάυεκ. Ένα κήρυγμα δηλ ανοιχτής κοινωνίας και οικονομίας της αγοράς. Και πάνω ακριβώς σ’ αυτό, δίχως οπισθοχωρήσεις και ταλαντεύσεις, έχτισε την κυβερνητική της πολιτική.

Ο Καραμανλής αντιμετώπιζε συχνές αντιδράσεις των Υπουργών του ακόμη και σε πολιτικές που είχε επίσημα ο ίδιος διακηρύξει. Ο Κοττάκης περιγράφει και περιπτώσεις ανοιχτής υπονόμευσης των θέσεών του. Η αντίδρασή του περιγράφεται σαν ανύπαρκτη. Η Θάτσερ, από την άλλη μεριά, δεν ανεχόταν ούτε καν επιλεκτικές διαρροές από συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Όταν έγινε μια φορά κάποια, άμεσα άλλαξε όλους της τους υπουργούς!! Η αντίθεση δηλ του πραγματισμού με την πολιτική πεποιθήσεων. Ο Καραμανλής ήθελε, μας λέει ο Κοττάκης, ένα μικρότερο δημόσιο τομέα με περιορισμένες δημόσιες δαπάνες. Κατέληξε όμως να παραδώσει μια ουσιαστικά χρεοκοπημένη χώρα, με 600 περίπου καινούργιους δημόσιους φορείς (σύμφωνα με σχετική κυβερνητική τότε απάντηση στη Βουλή) και με διψήφιο ετήσιο έλλειμμα. Η Θάτσερ έδωσε μια καινούργια εικόνα δυναμισμού και ανάπτυξης στη Βρετανία, κέρδισε τρείς εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις κι έστρωσε τον δρόμο για μια τέταρτη στον διάδοχό της Τζών Μέητζορ. Το κυριότερο όμως είναι πως έδωσε το όνομά της σε μια ολόκληρη πολιτικο-φιλοσοφική σχολή υποχρεώνοντας και τους αντιπάλους της (σχετική δήλωση του στενού συνεργάτη του Τόνυ Μπλέρ, Πήτερ Μέντελσον) να ομολογούν: «Είμαστε Ολοι Θατσερικοί Τώρα»!!

Αυτό πάντως που χαρακτηρίζει τα βιβλίο του Κοττάκη για τον Καραμανλή, σε αντίθεση με το πόνημα της Berlinski για την Θάτσερ, είναι η κυριαρχία από την αρχή σχεδόν μέχρι το τέλος της θεωρίας τη συνωμοσίας. Ενώ η αγγλίδα δημοσιογράφος αποφεύγει σαν τον διάολο με το λιβάνι την οποιαδήποτε αναφορά σε σκοτεινές δυνάμεις για την τελική, μάλλον απροσδόκητη, ανατροπή της Πρωθυπουργού της Βρετανίας, το βιβλίο για τον Καραμανλή, δίχως περιστροφές, θεωρεί πως τα ανοίγματά του προς την Ρωσία, προκάλεσαν την τελική του δυσφήμιση και πτώση. Κι όλα αυτά σύμφωνα, κατά κύριο λόγο, με εμπιστευτικές αναφορές Ρωσικών μυστικών υπηρεσιών που δημοσιεύτηκαν μόνο στα «Επίκαιρα» και που δεν παραθέτουν καμία απολύτως πηγή για την εξακρίβωση της εγκυρότητάς τους!!

Το μοναδικό γεγονός που εμφανίζεται κάπως τεκμηριωμένα, είναι κάποια δικαστική έρευνα που κατέληξε σε πόρισμα πως οι υποκλοπές μέσω Vodafon των τηλεφώνων του Πρωθυπουργού και κάποιων συνεργατών του προήλθαν από καρτοκινητά που είχε αγοράσει η αμερικανική πρεσβεία και που έδιναν αναφορά στην έδρα του NSA (National Security Agency) στο Μαίρυλαντ. Αν πράγματι υπάρχει τέτοιο πόρισμα τα ερωτήματα είναι τεράστια. Κι’ αναρωτιέμαι πως τα άφησε αναπάντητα ο Κοττάκης. Το κυριότερο είναι, τι έκανε η ελληνική κυβέρνηση; Αδράνησε από φόβο; Και πως αυτό συνδυάζεται με επιλογές απαγκίστρωσης, υποτίθεται, από τον έλεγχο της μεγάλης συμμαχικής δύναμης; Υπάρχουν όμως και άλλα. Η μεγαλύτερη υπηρεσία αντικατασκοπείας στον κόσμο θα έκανε υποκλοπές μέσω κινητών αγορασμένων σε μαγαζί του Πειραιά στο όνομα αμερικανών πρακτόρων (που βέβαια ουδείς ήλεγξε αν υπάρχουν) και με διεύθυνση στην πρεσβεία τους των Αθηνών; Ούτε ελληνική τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του ’70 («Αγνωστος Πόλεμος», κλπ) δεν θα περιείχε τέτοιες σεναριακές αφέλειες. Εξ άλλου, στα χέρια του NSA βρίσκεται το διεθνές σύστημα παρακολούθησης Echelon. Που ακούει παντού και τα πάντα, μέσω δορυφόρων. Θα κατέληγαν ποτέ να ζητήσουν την βοήθεια της ελληνικής Vodafon, αν ήθελαν να κάνουν υποκλοπές;

Υπάρχουν όμως κι’ άλλα σημαντικά ερωτήματα. Αν παρακολουθούσαν τόσο στενά την ελληνική κυβέρνηση πως γίνεται να μην γνώριζαν την στάση που θα κρατούσε απέναντι στο Σχέδιο Ανάν και, το κυριότερο, (όπως σημειώνει ο Κοττάκης στο βιβλίο του) την τοποθέτησή της στο Βουκουρέστι σχετικά με την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ; Παρά την επιμονή βέβαια του συγγραφέα να ομιλεί για βέτο στην σχετική σύνοδο, από το βιβλίο γίνεται φανερό πως κάτι τέτοιο ουδέποτε τέθηκε. Εγινε ψηφοφορία και τα περισσότερα μέλη απέρριψαν την αίτηση ένταξης των Σκοπίων (δεν ξέρω ποιά θα ήταν η στάση της Ρωσίας, αν μετείχε σε ανάλογη διαδικασία, για το θέμα αυτό)…

Η ανάγνωση και των δύο βιβλίων αποκαλύπτει πάντως πως ο αγώνας υιοθέτησης πολιτικών ανάκαμψης για την χώρα μας δεν θα είναι εύκολος. Πρέπει να παλέψουμε ενάντια σε καθιερωμένες αντιλήψεις που έχουν διαβρώσει ηθικά την κοινωνία και τον λαό μας. Αντί να ντρεπόμαστε για τα χάλια μας, όπως προώθησε σαν πολιτική της αρχή η Μάργκαρετ Θάτσερ τότε για την Βρετανία, πολλοί «αγωνίζονται» σήμερα στην Ελλάδα για να μην αλλάξει τίποτα. Και καθυβρίζουν οι περισσότεροι τους δανειστές μας που τολμούν - άκουσον, άκουσον – να σιγουρευτούν πως θα πάρουν κάποτε τα χρήματά τους πίσω. Ζητώντας μεταρρυθμίσεις και αλλαγή νοοτροπίας που να συμβαδίζουν με αυτά που συμβαίνουν στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο και που μας αρέσει να θαυμάζουμε …

Η ηθική διάβρωση της πολιτικής παροχών έχει μεταβάλει την κοινωνία μας σε ένα συνονθύλευμα ντροπής κι’ αδιεξόδων. Για να αλλάξουν αυτά πρέπει κάποιοι να βάλουν τα χέρια τους βαθιά στα αποστήματα. Για να καθαρίσουν την κόπρο του Αυγεία. Ο κόσμος μέσα του θέλει τις αλλαγές. Αλλά πνίγεται από την μονοσήμαντη προπαγάνδα των τιποτόφρονων που τους βομβαρδίζουν με μηνύματα καταστροφής αν τυχόν χάσουμε την σημερινή μας βόλεψη σε ένα περιβάλλον αδιαφάνειας και καταστροφικού κρατικού παρεμβατισμού.

Η Berlinski μας δείχνει πως η Θάτσερ το πέτυχε σε μια πολύ πιο μεγάλη οικονομία. Γιατί άλλαξε την χώρα της. Και σ΄αυτό ακριβώς στηρίζεται η σημερινή της επικαιρότητα. Ο Κοττάκης αποδεικνύει πως ο άνευρος πραγματισμός και οι πανικόβλητοι συμβιβασμοί οδηγούν σε αδιέξοδα και στην καταστροφή. Κι είναι πάντα ο «ξένος παράγοντας», και οι υποτιθέμενες παρεμβάσεις του, που προσφέρουν την καλύτερη δικαιολογία. Είναι άραγε τόσο δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς πρέπει να γίνει;

Δημοσιεύθηκε στο Journal of Books, 26 Ιανουαρίου 2012