ΑΤΑΛΑΝΤΟΣ ΕΜΠΑΘΕΙΑ: Διάδοχος του Ρένου σε Δράση

Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!

Από τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη

Ανδρέας Ανδριανόπουλος

Επίγονοι: Ο ματωμένος μανδύας του Ελληνισμού

εκδόσεις Λιβάνη, σ. 366, ευρώ 17,16

Η υπερπαραγωγή ιστορικών μυθιστορημάτων τις τελευταίες δεκαετίες, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως, έχει καταντήσει μάστιγα. Ολοι κατεβαίνουν στην καυτή άμμο του καλοκαιριού μ' ένα «βιβλίο που σε ταξιδεύει» και «αναψύχονται» διαβάζοντας για τη φλεγόμενη Σμύρνη, την εξωτική Ινδοκίνα ή τους σκόρους των μοναστηριακών βιβλιοθηκών, «με ολίγη» από μυστήριο, μασονία, πάθη, χαμένες πατρίδες, μυστικά τάγματα και συνωμοσίες... Προτιμάται η «εθνική» θεματολογία, αλλά όταν ξεμένουν, ρίχνονται ασύστολα στη ρωμαϊκή ή την ελληνική αρχαιότητα (όρα και Πρέσφιλντ), διεισδύουν στον σκοτεινό Μεσαίωνα, χωρίς τον κόπο ν' αφομοιώσουν τα συστατικά κάθε εποχής (ήθη, έθιμα, πραγματολογικά - που ποιος θα τα προσέξει άλλωστε;), κι εντοπίζοντας το κατάλληλο «target group», κουνάνε μερικές μαριονέτες (τι λεγεωνάριοι, τι σταυροφόροι - ένα και το αυτό!) για να γεμίσουν σελίδες... Πόσους μυριάδες ατάλαντους δεν έχουν πάρει έτσι στον λαιμό τους ο Ρόμπερτ Γκρέιβς ή ο Εκο;...

Και πώς θα υπολείπονταν η ελληνική αγορά σε τέτοια τυποποιημένα «αναγνωστικά προϊόντα», που αξιώνουν, με την υπάρχουσα έλλειψη κριτηρίων, πως συνιστούν και «είδος λογοτεχνικό», «γραφή», «αυτόνομη δημιουργία»! Ωστόσο, ποιο το νόημα της αγανάκτησης; Μη δε θα ξεχωρίσει, σε βάθος χρόνου, ο Τολστόι από τον Μάνο Ελευθερίου, την Κακούρη, την Καρυστιάνη, τον Θέμελη ή τη Μεϊμαρίδου;...

Αθέμιτες οι συγκρίσεις ή περισσός ο σαρκασμός, θα πείτε...

Το νέο μυθιστόρημα του Α. Ανδριανόπουλου με τράβηξε από την πρώτη στιγμή, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, έπειτα από 25 χρόνια ενασχόλησης με την Ιστορία της εποχής. Και πρέπει όντως να του αναγνωριστεί ότι σαν παλιός πολιτικός και νέος μάνατζερ άριστα διέβλεψε πως πράγματι και πάθη μέγιστα και συγκρούσεις εμπεριέχονται στη συγκεκριμένη περίοδο, που απεικονίζει ακριβέστατα τον χαρακτήρα της φυλής με τ' ατέρμονα αλληλοφαγώματα και την ακόρεστη φιλαρχία μας και, το κυριότερο: αποτελεί πεδίο εντελώς ανεκμετάλλευτο, αφού κανένας μεγάλος μυθιστοριογράφος δεν είχε πιάσει το θέμα! Μα τα λάθη αρχίζουν απ' τον τίτλο κιόλας, αφού η εποχή αυτή είναι των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κι όχι «Επιγόνων», καθώς τους βαφτίζει αυθαίρετα, χρησιμοποιώντας όρο καθιερωμένον ήδη από την Αρχαιότητα μόνο για τις επόμενες γενιές, κι όχι για τους άμεσους συνεργάτες και συνομηλίκους του Μακεδόνα κατακτητή!

Το σκηνικό στήνεται με τον τραγικό θάνατο του στρατηλάτη στη Βαβυλώνα και αγκαλιάζει μόλις μία δεκαετία, ίσαμε το τέλος του Ευμένη στα 316 π.Χ. Τα πρόσωπα, καλοδιαλεγμένα και παρακολουθούν τόσο στενά τα ιστορικά δεδομένα, ώστε θυμίζει ρομαντικά εμπλουτισμένη αφήγηση, παρά καθαυτό μυθιστόρημα, μα και οι χώροι της δράσης, τα τοπωνύμια, τα γεγονότα ελάχιστα αφίστανται των πραγματικών - το που δείχνει πως το 'μαθε μεν καλά το ιστορικό του μάθημα, αποκαλύπτει όμως παράλληλα την έλλειψη δημιουργικής έμπνευσης και του απαραίτητου πλαστικού ταλέντου.

Μα και πόσο καλά, τάχα, το 'μαθε, όταν σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η ελληνικότητα των Μακεδόνων, περιπίπτει σε χονδροειδείς παρανοήσεις; Ετσι, στη σελ. 18 διαβάζουμε τα εξοργιστικά: «Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, οι βασιλιάδες της Μακεδονίας ήταν Ελληνες! Ο Αντίπατρος δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σε τέτοιες ιστορίες.(!!!) Ο λαός ήταν δεδομένο πως θαύμαζε τους Ελληνες και τον πολιτισμό τους... Οι δάσκαλοι των παιδιών των καλύτερων οικογενειών ήταν και πάλι Ελληνες. Ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητά τους είχε περίπου ταυτιστεί με τα Ελληνικά»(!!!) Μα, είμαστε με τα καλά μας; Μόνον ο γραφικός εκείνος Γκλιγκόρωφ ή ο Γκρούεφσκυ θα προσυπέγραφαν ανενδοίαστα τα λεγόμενα... Δηλαδή, «σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή» ήταν οι Μακεδόνες βασιλιάδες Ελληνες, ενώ με την ανεπίσημη τι ήταν; Μήπως άλλη φυλή; Και ο Αντίπατρος, να πούμε, που δεν μάσαγε «τέτοιες ιστορίες» (γράφε: «μπούρδες»), τι πίστευε; Οτι ήταν Γέτες, Τριβαλλοί ή Ιλλυριοί; Και οι Μακεδόνες αυτοί, κατά Ανδριανόπουλο, μιλούσαν «γλώσσα που περίπου είχε ταυτιστεί με τα Ελληνικά», αλλά δεν ήταν Ελληνικά λοιπόν; Συνειδητοποιεί τι γράφει; Εχει αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ διαλέκτου και γλώσσας; Εχει πληροφορηθεί ότι η Μακεδονική είναι αποδεδειγμένο, από τον καιρό του Γ. Χατζιδάκι, ότι ήταν διάλεκτος της Ελληνικής, όπως τα τσακώνικα ή τα κυπριακά, και είναι αδιανόητο να λέγεται για έναν βρακοφόρο της Κρήτης, π.χ., πως «η γλώσσα του «ταυτίζεται περίπου με τα... Ελληνικά»; Και πως αν τόλμαγε να το ψελλίσει ενώπιόν του, θα 'τρωγε μάλλον κουμπουριά; Τόσο ανυποψίαστος λόγος πάνω σε τόσο κρίσιμα θέματα; Μα να 'ταν μόνον αυτό;

Στη σελ. 107 γράφεται ότι ο Δημάδης «ήταν εξίσου προικισμένος ρήτορας με τον αντίπαλό του Δημοσθένη»! Είναι δυνατόν άνθρωπος που 'χει διαβάσει έναν έστω δημοσθενικό λόγο, να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο; Σε ποιους αποτείνεται, σε Κονγκολέζους ή σε Μαλαισιανούς;

Ύστερα, και στις λεπτομέρειες απρόσεκτος: ξεφεύγουν τοπωνύμια ανύπαρκτα την εποχή εκείνη, όπως η «Υπεροξιανή», η «Ανατολία» ή ο «Γαβήνος» ποταμός (αντί της Γαβιηνής), μεταφερμένα δίχως ίχνος διανοητικής εξεργασίας από τη νεότερη αγγλόφωνη βιβλιογραφία, όπου κατά κόρον χρησιμοποιούνται. Μα και ο Λεωσθένης, στη σελ. 78: «είχε αρχίσει να αφαιρεί την ...εσθήτα του», και ούτε υποψιάζεται ο συγγραφέας το αυτονόητο και σημειούμενο πάντως ακόμα και στο Λεξικό Μπαμπινιώτη, πως η «εσθήτα» είναι γυναικείο κατεξοχήν ένδυμα - πόσω μάλλον άμα την ...«αφαιρείς»! Εκτός κι αν τεχνηέντως διατυπώνονται υπόνοιες για τον ανδρισμό του Αθηναίου στρατηγού. Οχι, όμως! Γιατί και ο Ευμένης, παραπέρα, κι αυτός με ...εσθήτα «σκεπάζεται»! Τι να πω; Μπας και το 'χαν εκείνες οι «παρακμιακές» εποχές...

Όμως, θ' αντιτείνουν, ένας συγγραφέας δεν κρίνεται από τα ιστορικά του ατοπήματα. Μάλλον -υποθέτω- από τη δύναμη της πένας, τη μυθοπλασία, τη δεινότητα στην απεικόνιση παθών και καταστάσεων, τη ζωντάνια των περιγραφών, τον χειρισμό της γλώσσας, κ.ά. Αλλά κι εδώ, τ' αποτελέσματα πενιχρά: η σύνθεση απαρέγκλιτα γραμμική, παιδαριώδης. Ο λόγος, αδούλευτος, με συνεχείς αστοχίες: «και πράγματι, τα πράγματα εξελίχθηκαν» (σελ.103), ο Σέλευκος «απέφευγε τα επικριτικά σχόλια, αλλά είχε αποτραβηχτεί στη σκηνή του αποφεύγοντας τους υπόλοιπους» (173), και αμέσως παρακάτω: ο Αντίπατρος φρόντιζε να «εξασφαλίσει την ασφάλεια των διαδόχων», γιατί «διέβλεπε τον κίνδυνο που είχε αρχίσει να διαφαίνεται». Τώρα τι να εξηγούμε; Οτι πέραν των κατά συρροήν ενοχλητικών επαναλήψεων, «διαβλέπουμε» κάτι που δεν είναι ορατό, ενώ αν «διαφαίνεται», τότε το βλέπουμε δεν το «διαβλέπουμε»! (Στο έσχατο «Εργαστήρι δημιουργικής γραφής» αυτά τα επισημαίνουν στους επίδοξους συγγραφείς. Να επαναλαμβάνουμε πως δίχως γλώσσα συγκροτημένη, Λογοτεχνία δεν!...)

Και η γλώσσα του, απ' αρχής μέχρι τέλους, παραμένει ξύλινη, η γνωστή πολυτριμμένη «κοινοβουλευτική», με τα χιλιοδουλεμένα κλισέ, που απωθούν τον αναγνώστη, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται με καταιγιστικούς ρυθμούς: η «ρευστότητα των σχέσεων», η «σωματική ακεραιότητα», τα «παιχνίδια σε βάρος της μακεδονικής ενότητας», οι «δημόσιες αντιπαραθέσεις και σκληρές ύβρεις», η «ιστορία που οδηγείται σε φιάσκο», η «αξιολόγηση των εξελίξεων», το «δίκτυο επιρροών και εξουσίας», οι «επικίνδυνα δυσάρεστες καταστάσεις», η «λήψη αποφάσεων για την επόμενη φάση των επιχειρήσεων», οι γυναίκες που «αποτελούν τον πλέον αδύναμο κρίκο», ο Ευμένης που σηκώνεται «σηματοδοτώντας το τέλος μιας συνάντησης» - όλα να παραπέμπουν μάλλον σε ρητορικές κορόνες ψευτο-κυβερνητικών εκπροσώπων, παρά σε λογοτεχνική καθαυτό έκφραση. Ανευ λόγου πλεονασμοί: «επίπονο αγκάθι» (λες και υπάρχει κι ευχάριστο)! Αστοχες εκφράσεις: «οι δυο στρατοί έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο δίχως δισταγμούς και αναστολές» (υπάρχουν τάχα στρατοί που «πέφτουν πάνω στους εχθρούς με αναστολές»;) και ψευτοεξεζητημένες παρομοιώσεις: «ξαφνικές αστραπές σαν σπαθιές γυαλιστερού ξίφους πάνω σε μαύρο βελούδο» (πού έχει δει ξίφος ο συγγραφέας να σκίζει βελούδο; - συνήθως ψαλίδι χρησιμοποιούμε!). Ή: «μεγάλες γρανιτένιες επίπεδες πλάκες στην κορυφή, που έμοιαζαν με καπέλα στο κεφάλι» -εμ, πού αλλού τα καπέλα δα!-, «εξόκοσμων πολεμιστών» (πράγματι, μόνον εξώκοσμοι πολεμιστές σ' ευφάνταστα μυαλά μπορεί να φοράνε ...καπέλα)! Ατεχνες περιγραφές -μεταφορές, στην ουσία, κινηματογραφικής «αργής κίνησης» στο χαρτί-, όπως όταν, λ.χ., ο Ευμένης κόβει το κεφάλι του Νεοπτόλεμου κι εκείνος «με το κεφάλι του να παίρνει μια περίεργη κλίση προς τα έξω, άρχισε να γλιστράει από τη ράχη του αλόγου»! (θα μπορούσε τάχα να παίρνει κλίση και προς τα μέσα το κομμένο κεφάλι;), διαδέχονται πυκνά η μια την άλλη, ενώ καθαρές ανοησίες, όπως ο άνεμος που «διαπερνούσε σκηνές και μανδύες προκαλώντας κρυοπαγήματα», ειδοποιούν πως ο συντάκτης τους δεν έχει την παραμικρή ιδέα της πραγματικότητας την οποία περιγράφει, αφού τα κρυοπαγήματα δεν προκαλούνται βεβαίως από ...άνεμο! Τέλος, τα «χειμωνιάτικα χειμαδιά», της σελ. 340, πιστοποιούν πλήρη αδυναμία κατανόησης και της πρωταρχικής ακόμη σημασίας των λέξεων (επιπέδου Δημοτικού σχολείου, δηλαδή) - εκτός αν μας υποδειχθούν και... καλοκαιρινά χειμαδιά!

Ύστερα απ' όλα αυτά κανείς δεν θα παραξενευτεί αν οι «διάλογοι» είναι παντού στημένοι, άπνοοι, γεμάτοι βαρετές κοινοτοπίες, αταίριαστοι στο στόμα των προσώπων, σαν εκείνον του Ευμένη με την ανήσυχη Βαρσίνη: «Το πιο σημαντικό, σ' το ξαναλέω είναι να μη χάνεις την ελπίδα σου και την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Τα πάντα αλλάζουν και διορθώνονται. Φτάνει βέβαια να προετοιμάζεσαι για τη στιγμή που θα 'ρθει. Δεν μπορείς να κερδίσεις πολέμους αν δεν έχεις φροντίσει προηγουμένως να γίνεις στρατηγός. Ή να κυβερνήσεις καράβια αν πριν δεν έχεις ψηθεί σε ταξίδια στη θάλασσα. Κι αν κάποια στιγμή αποτύχεις, σε ικανοποιεί τελικά ότι είχες την ευκαιρία να προσπαθήσεις». Κάθε σχόλιο για το μνημείο αυτό ευρηματικότητας και πρωτοτυπίας περιττεύει...

Μόνο σημείο που δικαιώνει τον τίτλο (ακριβέστερα: ο υπότιτλος), η ιδιαίτερη επίδοση στις ανατριχιαστικές σκηνές. Με κάθε ευκαιρία, οι σελίδες στάζουν αίμα: «κρανία και κόκαλα συνθλίβονται, σάρκες ξεσκίζονται», «κομμάτια από τις πανοπλίες χώνονται βαθιά στα κορμιά» (σελ. 66), «σκελετοί θρυμματίζονται» (67), «πηχτά υγρά πλημμυρίζουν στόμα και πνευμόνια» (69), στρατηγοί μετατρέπονται σε «κατακρεουργημένες μάζες από ματωμένες σάρκες και σπασμένα κόκαλα» (σελ. 94), «ξίφη γεμίζουν αίματα και σάρκες σκίζονται» (104), «το ερυθρό υγρό που εγκατέλειπε με ορμή το σώμα του σφαγμένου στρατηγού» μουσκεύει τον εκτελεστή του (160), κεφάλια «κρέμονται αφύσικα στο πλάι του μισοκομμένου λαιμού» (161), κροκόδειλοι πάλι «ξεσκίζουν τις σάρκες των πτωμάτων» (176), το δέρμα της Ολυμπιάδας «καταξεσκισμένο άφηνε ρυάκια αίμα να τρέχουν» - όμως ας μην τρομάζει ο αναγνώστης! Οι ποταμοί αυτοί είναι από χολιγουντιανό κέτσαπ! Ψεύτικοι, όπως όλα τα υπόλοιπα...

Εν κατακλείδι: η αρχική ιδέα μπορεί να 'ταν καλή, η εκτέλεση όμως έγινε ...από τη Φιλαρμονική του Καΐρου. Δύσκολα κανείς υπομένει ώς το τέλος. *