ΑΛΛΑ ΜΑΣ ΑΝΗΣΥΧΟΥΝ - ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

ΑΛΛΑ ΜΑΣ ΑΝΗΣΥΧΟΥΝ - ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

 

Ανησυχούμε και συζητούμε για λάθος ζητήματα. Τσακωνόμαστε για το Μνημόνιο, για τα λάθη η τις επιτυχίες της κυβέρνησης, για το ποιοι έφαγαν τα λεφτά και ποιοι είναι ακριβώς εκείνοι που μας υπονομεύουν. Και δεν αντιλαμβανόμαστε πως το πρόβλημα είναι πως εξακολουθούμε να μην μπορούμε να ζήσουμε δίχως δανεικά. Αν με κάποιο μαγικό τρόπο μηδενιζόταν άξαφνα το εξωτερικό χρέος της χώρας, και δεν είχαμε συνεπώς την υποχρέωση να πληρώνουμε τόκους και χρεολύσια, και πάλι θα έπρεπε να απευθυνθούμε σε, καινούργιους η παλιούς, δανειστές. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η χώρα οφείλει να νοιάζεται για την διεθνή της αξιοπιστία αλλά και για την στάση των αγορών απέναντί της.


Τα πράγματα όμως στον τομέα αυτό δεν είναι καλά. Με την εξωφρενική αύξηση των spread δανεισμού της χώρας γίνεται ολοφάνερο πως σχεδόν κανείς δεν εμπιστεύεται τις προσπάθειές μας για έξοδο από τα σημερινά τραγικά οικονομικά αδιέξοδα. Και η έλλειψη αξιοπιστίας δεν αφορά μοναχά την κυβέρνηση. Αντανακλά σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης με μια ακατέργαστα αρνητική στάση απέναντι στο Μνημόνιο δεν δείχνουν να είναι φορείς κάποιας βιώσιμης εναλλακτικής πρότασης. Οι δε συνδικαλιστικοί φορείς του ευρύτερου κυρίως δημόσιου τομέα, αδιάφοροι μπροστά στις οικονομικές θύελλες που χτυπούν την χώρα, κινητοποιούνται με κάθε μέσο τινάζοντας στον αέρα την οικονομική πορεία της χώρας.
Από τα πράγματα η Ελλάδα με μεγάλη δυσκολία θα αποφύγει τα χειρότερα. Όχι επειδή φταίνε δήθεν οι ξένοι δανειστές «που μας πίνουν το αίμα». Φταίει το κακό μας το κεφάλι που επιλέγαμε τόσα χρόνια να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας, σε ένα περιβάλλον εικονικής ευημερίας – που μας εξασφάλιζαν τα δανεικά που με ευκολία εισέρρεαν στη χώρα λόγω των χαμηλών τότε επιτοκίων του ευρώ. Εξυπακούεται πως οι κραυγές για αναδιάρθρωση, επιστροφή στη δραχμή και στάση πληρωμών (θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν το είχαμε επιχειρήσει πριν από το Μνημόνιο) είναι τελείως άστοχες. Διότι δεν θα μας δανείζει κανείς για ουσιαστικές τρέχουσες ανάγκες μας.


Η αφύπνιση για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και η σηματοδότηση μιάς πορείας σωτηρίας – που όμως γίνεται όλο και δυσκολότερη – μπορεί να πραγματοποιηθεί μοναχά αν – διακομματικά - οι πολιτικοί ταγοί της χώρας συνειδητοποιήσουν πως οφείλουν να προχωρήσουν σε κατάργηση δημόσιων φορέων και σε απολύσεις.


Εβδομαδιαίο περιοδικό με εξαιρετική επιτυχία περιέγραψε την διαφορά ανάμεσα στην δεξιά και την αριστερά στην Ελλάδα. Ο κ. Καραμανλής, σημείωσε, διόρισε στην διάρκεια της θητείας του 100.000 άτομα στο δημόσιο. Η Αριστερά από την άλλη πλευρά, θα ήθελε τα άτομα αυτά να διορίζονταν κάθε χρόνο. Είναι λοιπόν εκτός πραγματικότητας το επιχείρημα πως η Αριστερά δεν έχει ευθύνες για τα σημερινά οικονομικά αδιέξοδα. Πάντοτε πλειοδοτούσε σε κρατικές παροχές, διορισμούς και δημόσιες δαπάνες. Ο κ. Τσίπρας μάλιστα προεκλογικά είχε προτείνει τον διορισμό όλων των ανέργων στο δημόσιο. Και την συνακόλουθη εκτίναξη των ελλειμμάτων σε ακόμη περισσότερο υπερβολικά ύψη. Οσο για την, επαναπροσδιορισμένη στα πλαίσια της λαικής Δεξιάς, ΝΔ οι ελπίδες για μελλοντική αλλαγή πορείας είναι ελάχιστες. Εφ όσον κυρίως κυριαρχούν στις ιδεολογικές της ανησυχίες οι υποστηρικτές της προσοδολαγνείας (λάτρεις δηλ των δημοσίων επιδοτήσεων και προσόδων) είναι βασικά αδύνατο να αρθρώσει τον όποιο πολιτικό λόγο για μειώσεις κρατικών φορέων και της κρατικής γραφειοκρατίας.


Η κατάσταση του εθνικού μας χρέους προσεγγίζει σε επίπεδα εφιαλτικού αδιεξόδου. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος στήριξης (παρέμβαση δηλ του ΔΝΤ, ΕΚΤ και ΕΕ) το χρέος θα προσεγγίζει το 170%. Είναι χαρακτηριστικό πως μια σημαντική χώρα της πρώην ΕΣΣΔ, το μουσουλμανικό Ουζμπεκιστάν με πρόσφατα σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, ακολουθεί εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάκαμψης με χρέος που δεν ξεπερνά το 8% του ΑΕΠ!! Στη χώρα αυτή όμως, κληρονόμο μιάς εκτεταμένης σοβιετικής γραφειοκρατικής μηχανής, οι δημόσιες δαπάνες έχουν πάψει από καιρό να ξεπερνούν τα όρια των δημοσίων εσόδων. Και ο όποιος δανεισμός πραγματοποιείται στη λογική της παραγωγικής επένδυσης των πόρων αυτών ώστε η χώρα να εξασφαλίζει έσοδα που να συμβάλουν στην εξόφληση των χρεών.


Η απλή αυτή λογική έχει από καιρό εγκαταλείψει την ελληνική δημοσιονομική πρακτική. Τα δάνεια έχουν μετατραπεί σε αυτοσκοπό. Διευρύνοντας καταναλωτικές ανάγκες και λογικές κρατικού επεκτατισμού. Και κάτι άλλο όμως ξεχωρίζει στην εντυπωσιακή πορεία του Ουζμπεκιστάν. Η φορολογία των επιχειρήσεων δεν ξεπερνά το 9%, και των ατόμων το 10 – 15% των εισοδημάτων τους. Η ροή των επενδύσεων στη χώρα έχει έτσι θεαματικά αυξηθεί και η ανάπτυξη της χώρας έχει ξεπεράσει, για τρίτο χρόνο, το 8,5%.


Στην Ελλάδα κατηγορούμε για τα αδιέξοδα το Μνημόνιο - το οποίο βέβαια δεν εφαρμόζουμε - ξεχνάμε την απαραίτητη μείωση δαπανών και φορολογούμε ό,τι κινείται (όπως βέβαια και τα ακίνητα). Και βέβαια, δεν σημειώνεται ίχνος ανάκαμψης. Μια και η οικονομία – και ιδίως η αγορά – πνέει τα λοίσθια. Η κατάσταση είναι δυσάρεστη. Κι όταν εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε αμήχανοι, είναι αδύνατον να εξασφαλίσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών.