It is quite reasonable that in the midst of a turbulent world stability is valued above anything else in a country already distinguished by its success in economic development and institution building. Kazakhstan is among the very few countries thriving in its success of spreading prosperity to its people and cohesion at every level of its society. While many states struggle to tackle insurmountable difficulties in handling their debts and handle their current financial obligations Kazakhstan was showing promising progress and budget surpluses. The country was thus able to look after the more needy of its citizens while promoting policies of radical economic reform and institutional modernization.

This is exactly the social and political context within one has to consider the movement that sprang recently to life in Kazakhstan calling for a referendum to extend the President’s tenure in office. To many of us in the West it may appear unorthodox to call for a political figure to stay in office for a much longer time that the one for which he has been already elected. The prospect however of instability and possible societal and political turmoil does not shadow our prospects neither does it threaten our societies. In systems of mature democracy personalities do not play such a major and pivotal role. Although the perils threatening the future of Europe and its financial stability appears to indicate that the lack of strong personalities is everywhere of paramount importance. All the more so in societies where peoples’ allegiances rest with tribal and religious affiliations that with well established and prestigious political structures. In the same way that Kazakhstan may be today admired for its successes and its political stability it may easily fall back, given the appropriate impetus and political environment, to tribal strife, Islamic fundamentalism and overall instability and societal flux.

It is not therefore unexpected that various political forces, the business community, concerned social groups and specific regional interests decided to make away with the 2012 presidential elections and opt for a referendum to extend the term of the present President of Kazakhstan. Nursultan Nazarbayev personifies the longing of the country for stability and continuity. And this is why morethan 4 million signatures were so easily gathered to call for a referendum against holding the next election.

Calling off an election is definitely an option quite alien to the habits and practices of western liberal vivic culture. It does not constitute something, however, out of the historic perceptions and periodic routines of societies in Asia and, most particular, of the former Soviet empire. It is this why the Constitution of Kazakhstan has a specific provision to deal with political situations similar to this. It is not a violation of the country’s legal order neither a betrayal of its established institutional democratic procedure. There is a provision in the Constitution that elections can be bypassed, based on the result of a referendum called by a specific number of citizens. Through a complicated administrative procedure, that involves at some stage Parliament itself, a plebiscite can be called. The people then, provided that the voters thus decide, can extend the incumbent President’s presence in office.

There is no violation therefore of democratic procedures in the events unfolding currently in Kazakhstan. The procedures followed there do not match of course the ideas and convictions that we hold here in the West about the essence of democracy. But we must never forget that we live in Europe, where democratic institutions were established through a process of conflict, war, revolutions and civil strife that lasted for decades – if not, in certain cases, for centuries. We cannot reasonably expect the same processes and democratic attitudes to set root almost immediately in a society only very recently released from the chains of tsarist despotism and communist totalitarianism. There is however in Kazakhstan a democratic political order built upon rules and legal provisions that Parliament has voted and the people have henceforth validated. This is the country’s democratic institutional framework. If the existing rules are observed then democracy functions. I

If some seemingly extreme measures have to be taken, for the ultimate goal of safeguarding stability and eventually preserving alive the road to democracy, then we cannot lightheartedly condemn them. In the final analysis itwill be the people of Kazakhstan who ought to be the final arbiters of their country’s destiny. They will have to decide their future. And it is not, of course, for us to judge them. We can only hope that they will make the right choices.

Πλήρες Άρθρο »




Η εκτίμησή μου είναι πως η Ελλάδα πολύ δύσκολα θα αποφύγει τελικά την κατάρρευση. Όχι τόσο επειδή τα νούμερα είναι απογοητευτικά και η λογική λέει πως αφού δε μπορούμε να δημιουργήσουμε πλεόνασμα θα ξανακυλίσουμε και πάλι σε μια ζωή με δανεικά - αν υπάρχουν βέβαια εκείνοι που θα μας δανείζουν. Κυρίως όμως το πρόβλημα βρίσκεται στα μυαλά που κουβαλάμε. Με επιμονή και μεθοδικότητα η κοινή γνώμη πληροφορείται πως η χώρα μας είναι και πάλι θύμα σκοτεινών συνωμοτικών μεθοδεύσεων της πλουτοκρατίας και του εξωτερικού. Κάθε μέτρο λοιπόν που παίρνεται είναι «απάνθρωπο» αλλά κι έντονα «αντεθνικό». Τα ξένα κέντρα έχουν αποφασίσει πως η τρομερή Ελλάδα δεν πρέπει να σηκώσει κεφάλι. Με κάθε τρόπο η εξόντωσή της πρέπει να μεθοδευθεί.

Όταν αυτά πιστεύει ο μέσος έλληνας είναι μάλλον αναπόφευκτο η χώρα τελικά να πιάσει πάτο. Με περρίσιο θράσος άνθρωποι και μηχανισμοί επιμένουν στην ανθρωπιστική λειτουργία του δημόσιου τομέα ισχυριζόμενοι πως εξυπηρετεί τον κόσμο και βοηθά στην προστασία και φροντίδα των πολιτών. Και πως αντίθετα είναι οι πολιτικοί της χώρας που προκάλεσαν την καταστροφή εθίζοντας τους πολίτες στην φαυλότητα κι’ εθελοτυφλούντες μπροστά στις ανάγκες του κράτους για σωστή διαχείριση , διαφάνεια κι εξορθολογισμό. Οι πολιτικοί φταίνε λοιπόν για όλα ενώ συνδικαλιστές και εργαζόμενοι υπήρξαν και πάλι θύματα οργανωμένων συμφερόντων και σκοτεινών κύκλων του ντόπιου και του διεθνούς κεφαλαίου.

Στην περίεργη εποχή που ζούμε κάποιοι αντί να κρύβονται σε σπηλιές έχουν το θράσος να γίνονται τιμητές των πάντων και να εγκαλούν όλο σχεδόν τον κόσμο αποσιωπώντας τον καταστροφικό διαχρονικά δικό τους ρόλο. Αρχισυνδικαλιστής της ΔΕΗ λοιπόν, κάνοντας διάγγελμα ουσιαστικά σε τηλεοπτική εκπομπή, στην οποία μετείχα κι' εγώ αλλά προτίμησα να παραμείνω σιωπηλός για να διασώσω την σοβαρότητά μου, τα έβαλε με όλους, Κατηγόρησε τους πολιτικούς πως ρουσφετολογώντας χρεοκόπησαν με διορισμούς πολλές δημόσιες επιχειρήσεις. Πως η κρίση προήλθε από την διαφθορά και τις κλεψιές πολιτικών και ιδιωτών επιχειρηματιών και πως με το Μνημόνιο θα καταστραφεί η ελληνική κοινωνία.

Ρουσφέτια πράγματι έκαναν οι πολιτικοί. Το επέβαλε όμως ο εκλογικός νόμος (σταυρός προτίμησης) και η νοοτροπία του έλληνα εκλογέα. Οσοι πολιτικοί προσπάθησαν να αντισταθούν βρέθηκαν στο σπίτι τους αναλύοντας από μακριά την επικαιρότητα. Και τώρα που η πολιτική, λόγω οικονομικών συνθηκών, δεν μπορεί να ρουσφετολογήσει διαπιστώνουμε λαική δυσαρέσκεια με το πολιτικό σύστημα και μεγάλα νούμερα εκλογικής αποχής. Αν άρχιζαν άξαφνα οι διορισμοί και η ρουσφετολογία θα βλέπαμε τότε, δίχως αμφιβολία, και εντυπωσιακή μείωση της αποχής. Δεν θυμάμαι εξ άλλου την Ομοσπονδία των εργαζομένων στη ΔΕΗ να είχε ποτέ κινητοποιηθεί για να αποτρέψει διορισμούς στην επιχείρηση η να ζήτησε ποτέ απολύσεις υπεραρίθμων. Καλό θα ήταν πάντως να γινόταν κάποια στιγμή απογραφή μελών της ίδιας οικογένειας που βρίσκονται διορισμένοι στις ίδιες κρατικές επιχειρήσεις. Σε όλες τις ΔΕΚΟ. Και πόσοι απ’ αυτούς έχουν υπάρξει και συνδικαλιστές. Πως ακριβώς έγινε αυτό; Τους αναζήτησαν και τους διόρισαν οι πολιτικοί;

Οσον αφορά την διαφθορά πολιτικών προσώπων που προκάλεσε δήθεν την κρίση, τα νούμερα ομιλούν από μόνα τους. Με στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου το 70% των κρατικών δαπανών πηγαίνει σε μισθούς του δημοσίου τομέα και σε συντάξεις. Το 20% σε εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της χώρας (τόκοι, χρεωλύσια κλπ) Και μόλις το 10% για δραστηριότητες του κράτους (δαπάνες υπουργείων, εργολαβίες, έργα, φαρμακευτικές δαπάνες, προμήθειες οπλικών συστημάτων κλπ). Από το 10% αυτό έγιναν και έργα βέβαια (δρόμοι, τραίνα, Αττική Οδός, στάδια, Προαστιακός, επιδοτήσεις αγροτών και χρηματοδοτήσεις ΔΕΚΟ κλπ). Κι από εκεί έγιναν, όπου έγιναν, κλεψιές και λοβητούρες. Αρα, η διαφθορά είναι ένα μικρό ποσοστό αυτού του 10%. Αυτό το ποσοστό λοιπόν έχει ευθύνη για την οικονομική κατάρρευση, κι όχι το 70% των μισθών και των συντάξεων; Που δόθηκαν βέβαια με γενναιοδωρία (αυξήσεις το 1981-1982 του Α. Παπανδρέου, «Τσοβόλα δώστα όλα» λίγο αργότερα) για εξασφάλιση εκλογικής εύνοιας κι’ από χρήματα που η ελληνική οικονομία ουδέποτε είχε κερδίσει.

Οσο για το Μημόνιο και την καταστροφή της κοινωνίας οφείλουμε όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως τα χρήματα της τρόικας είναι που μας κρατούν ακόμη πάνω από την επιφάνεια του νερού. Γιατί ακόμη και σήμερα ξοδεύουμε πολύ περισσότερα από όσα παράγουμε. Δημιουργούμε ακόμη ελλείμματα αντί να έχουμε πλεόνασμα. Και τα καλύπτει το δάνειο της τρόικας. Δίχως τα χρήματα αυτα θα είχαμε ήδη καταρρεύσει. Και μας δανείζουν με επιτόκιο (3 και 5 %) πολύ κάτω από αυτό που διεθνώς εκτιμάται πως αξίζει η ελληνική οικονομία (12-13%). Ουσιαστικά δηλ μας δίνουν χρήματα που πιθανολογούν πως θα χάσουν. Και υπάρχουν και στις χώρες αυτές φορολογούμενοι που δυσανασχετούν. Δίχως το Μνημόνιο, ο ελληνικός λαός λοιπόν δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει σήμερα τα απόλυτα αναγκαία για την επιβίωσή του...

Το μέλλον όμως δυστυχώς δεν είναι ρόδινο. Καταντήσαμε πλέον να στοχεύουμε όχι στην παλινόρθωση της οικονομίας μας αλλά στην δυνατότητά μας και πάλι να δανειζόμαστε. Σαν τον ναρκομανή που αντί να πασχίζει να θεραπευθεί στοχεύει στην εύκολη εξασφάλιση των μελλοντικών του δόσεων. Με τέτοια νοοτροπία δεν πρόκειται να βγούμε από την υπανάπτυξη και την διεθνή επιτήρηση. Θα είμαστε πάντα μιά χώρα εξαρτημένη από τις παθογένειές της κι’ από τις διαθέσεις των κατά καιρούς δανειστών της. Τώρα χρειαζόμαστε την τέταρτη δόση του δανείου, σαν γραμμή ζωής ώστε να μείνουμε όρθιοι σε ένα ελεγχόμενο σχετικά οικονομικό περιβάλλον. Δίχως ριζικές όμως κι επίπονες μεταρρυθμίσεις αυτό δεν πετυχαίνεται. Οφείλουμε να μειώσουμε δραματικά τις δημόσιες δαπάνες. Εχουμε περισσότερους δημόσιους υπάλληλους από την Ρωσία των 138 εκατ. ανθρώπων αλλά κι’ απο τις περισσότερες ευρωπαικές χώρες. Κάποιοι που ισχυρίζονται το αντίθετο μετράνε και τους στρατιώτες (επαγγελματίες σε κάποιες χώρες) ανάμεσα στους μισθοδοτούμενους από το κράτος(!) Είναι ανάγκη επίσης να μειώσουμε τους φορολογικούς συντελεστές και τις γενικές φορολογικές επιβαρύνσεις. Με την αγορά νεκρή, ανάπτυξη δεν πρόκειται να υπάρξει. Και είναι απαραίτητη η κατάργηση. γραφειοκρατικών διαδικασιών. Με τους κυκεώνες των υπογραφών, εγκρίσεων, πιστοποιητικών, αδειών και λογής άλλων ρυθμίσεων μόνο παράφρονες θα αποφάσιζαν να επενδύσουν στην Ελλάδα.

Κάποιοι από εμάς τα ζητούσαν αυτά από χρόνια. Το πολιτικό όμως σύστημα και η κοινωνία στο σύνολό της αδιαφορούσαν. Αν γίνουν τώρα, υπάρχει ακόμα διέξοδος και μέλλον. Διαφορετικά….

Πλήρες Άρθρο »


Η πολιτική πορεία του λεγόμενου συντηρητικού χώρου στην Ελλάδα έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τις πορείες αντίστοιχων ιδεολογικοπολιτικών κινημάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και να προκαλεί βέβαια σύγχιση σε οπαδούς και στελέχη που συχνά αδυνατούν να καταλάβουν τον χαρακτήρα και τον προσανατολισμό της παράταξης που υποστηρίζουν η στην οποία βρίσκονται.

Οι συμπεριφορές της ελληνικής «δεξιάς» συχνά έχουν εκθέσει τους οπαδούς της σε κατηγορίες περί ανακολουθίας η και αντιφατικότητας. Η κληρονομιά της εμφύλιας σύγκρουσης που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μαζί με τις συνακόλουθες εσωτερικές αναστατώσεις που χαρακτήρισαν την κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας άφησαν μιά περίεργη σφραγίδα στο ευρύτερο πολιτικό γίγνεσθαι.

Οι νικητές του εμφύλιου βρέθηκαν επι κεφαλής μιάς κοινωνίας γεμάτης ανασφάλειες, αβεβαιότητες και θεσμικές αδυναμίες. Με την αριστερά να διατυμπανίζει πως παραμένει «με το όπλο παρά πόδα», η δεξιά, πιεζόμενη από το εκδικητικό μένος μέρους της κοινωνικής πλειοψηφίας των νικητών αλλά και από τις υποβόσκουσες φοβίες των υπολοίπων αναγκάσθηκε να υιοθετήσει πολιτικές αρκετά αντίθετες με το προφίλ μιάς δημοκρατικής συντηρητικής κοινοβουλευτικής παράταξης. Αντί λοιπόν ο διχασμός που είχε οδηγήσει στην ένοπλη σύγκρουση να ενταφιασθεί και μιά καινούργια πορεία δημιουργικής ανάτασης να σφυρηλατηθεί εγκαινιάσθηκε μιά πορεία διώξεων, μίσους και πολιτικο-κοινωνικής εξαίρεσης. Λόγω «ύποπτων» κοινωνικών φρονημάτων ο μισός πληθυσμός εξαιρέθηκε από τον δημόσιο τομέα ενώ οι υπόλοιποι εξέλαβαν το κράτος σαν πολιτικό σύμμαχο και οικονομικό προστάτη.

Αναδείχθηκε λοιπόν το απόλυτα δυσεξήγητο, για κάθε ορθολογική μελέτη της πολιτικής, φαινόμενο η καπιταλιστική δεξιά να αναρριχηθεί στην αγκαλιά του δημόσιου τομέα και η σοσιαλιστική αριστερά να δραστηριοποιηθεί στα ελεύθερα επαγγέλματα, στις τέχνες και σε πτυχές της επιχειρηματικής δράσης. Η δεξιά λοιπόν θεοποίησε τον δημόσιο τομέα κι εξαρτήθηκε σημαντικά από αυτόν στην οικοδόμηση της καινούργιας κοινωνικής πραγματικότητας. Η δε αριστερά είδε από ανάγκη την επιβίωσή της να συνδέεται με τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας αλλά πάντοτε, και με κάθε ευκαιρία, πάνω σε μιά πορεία στενής σύνδεσης με το κράτος και με στόχους εξασφάλισης ιδιαίτερων ρυθμίσεων προστασίας από αυτό.

Σχεδόν κανείς δεν ξεκίναγε στην Ελλάδα μιά πορεία δραστηριοποίησης στην ιδιωτική οικονομία δίχως από το σχετικό «business plan» να απουσιάζει η προοπτική της προσέγγισης με το κράτος. Η δεξιά στελέχωσε τον δημόσιο τομέα ενώ η αριστερά, με διάφορους τρόπους, απέβλεπε έστω και έμμεσα σε μιά προοπτική κρατικοδίαιτης επαγγελματικής εξέλιξης.

Αυτά όλα μέχρι την πτώση της δικτατορίας. Η οποία υπήρξε μιά τελευταία αναλαμπή της δεξιάς μετεμφυλιακής κληρονομιάς. Με την επικείμενη ένταξη της χώρας στις (τότε) ευρωπαικές κοινότητες η εμπέδωση ενός απόλυτα ανοιχτού δημοκρατικού συστήματος ήταν απαραίτητη κι αναπόφευκτη. Το Πασόκ του Α. Παπανδρέου ήταν μιά απόλυτα προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της εποχής απάντηση, της εκτός μέχρι τότε πολιτικού νυμφώνος, μισής τουλάχιοστον ελληνικής κοινωνίας. Υιοθετώντας την ανατρεπτική, αλλά εκτός πολιτικού τόπου και χρόνου, φρασεολογία της παραδοσιακής αριστεράς ο σοσιαλισμός α – λα – γκρέκ προσαρμόσθηκε απόλυτα στις πίστεις και δοξασίες της ελληνιικής κοινωνίας. Υποσχόμενος όχι ανατροπή αλλά άλωση του κράτους από μέσα («Το Πασόκ στην κυβέρνηση, ο Λαός στην εξουσία») ο Α. Παπανδρέου συνέδεσε αυτό που έλειπε από την Αριστερά – άνετη δηλ πρόσβαση στο κράτος – με αυτό που πάντα λάτρευε η δεξιά – το δημόσιο δηλ σαν μοχλός οικονομικής ανέλιξης και γενικότερου προσωπικού βολέματος. Η συντριπτική του εκλογική επικράτηση ήταν αποτέλεσμα της άλωσης των ψήφων της αριστεράς (που υποσχόταν συνέχιση της εκτός νυμφώνος πορείας) και του ερεθισμού της φαντασίωσης για εύκολο πλουτισμό και κοινωνική αναγνώριση της υπόλοιπης κοινωνίας.

Η παραδοσιακή δεξιά έμεινε με τα στρώματα που ήδη απολάμβαναν την εύνοια του κράτους και που τρομοκρατημένα περίμεναν διώξεις, κατάρρευση των κεκτημένων και μιά μελλοντική πορεία εξαίρεσης από τα λάφυρα της εξουσίας. Γι αυτό και η πολιτική συνθηματολογία της ΝΔ δεν υπήρξε ποτέ θετική κι οραματική, αλλά σχεδόν πάντοτε αρνητική (λ.χ. «απαλλαγή»). Το Πασόκ βέβαια κυβέρνησε. Και κυβερνώντας άρχισε να απογοητεύει. Η αριστερά στάθηκε και πάλι στα πόδια της. Δίχως όμως πιά τον αέρα και την δυναμική που της είχαν απονείμει οι διώξεις και η περίοδος της δικτατορίας. Γι’ αυτό και τα εκλογικά της ποσοστά δεν λένε να σηκωθούν πάνω από τα πενιχρά όρια ενός κόμματος που κινείται μεταξύ περιθωρίου και περιστασιακών αυξομειώσεων. Το Πασόκ από τα πράγματα έγινε μετριοπαθέστερο κατά την συνθηματολογία και περισσότερο πραγματιστικό κατά την πολιτική. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψε την ιδιαίτερα προνομιακή του σχέση με τον δημόσιο τομέα της οικονομίας. Ο κορμός της πολιτικής του στελέχωσης απαρτίζεται από στελέχη του κράτους κι’ από ιδιώτες που σιτίζονται η ευελπιστούν να ενταχθούν στους προνομιακούς πελάτες του δημοσίου.

Ολα αυτά υπήρξαν χρόνια δοκιμασίας για την κεντροδεξιά. Μαθημένη στην κρατική προστασία βρέθηκε άξαφνα δίχως ερείσματα και μηχανισμούς στήριξης. Στη διάρκεια της Προεδρίας Μητσοτάκη έγινε κάποια προσπάθεια σφυρηλάτισης μιάς περισσότερο αυτόνομης πολιτικής φυσιογνωμίας. Η «φιλελεύθερη» ΝΔ, όπως τότε βαφτίσθηκε, συνάντησε όμως την καχυποψία των παραδοσιακών της στηριγμάτων (δημοσιουπαλληλία, συνδικαλιστικό ΔΕΚΟ, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, παλιάς κοπής εθνικόφρονες πυρήνες κλπ) και πολεμήθηκε σκληρά από το εσωτερικό της. Μοναχά ο ναυτιλιακός κόσμος βρέθηκε ανοιχτά και σταθερά πίσω της διότι είναι και η μοναδική στην ουσία κοινωνική ομάδα στην Ελλάδα που στηρίζει πολιτικά αυτό τον χώρο μεγαλουργώντας όμως απόλυτα αυτονομημένη από το κράτος. Το Πασόκ του εκσυγχρονιστή και διορατικού Κ. Σημίτη εκμεταλλεύθηκε την σχιζοφρενική αυτή πορεία παλινδρόμησης της, κατ’ όνομα μόνο, ελληνικής κεντροδεξιάς και άλωσε τις ψήφους των μετριοπαθών και συνετών (αλλά κατά βάση συντηρητικών) πολιτών.

Η φυσιολογική συνακόλουθα φθορά της τότε κυβέρνησης Σημίτη/Πασόκ (γιατί ουσιαστικά περί συνασπισμού επρόκειτο), αλλά και η κραυγαλέα διαφθορά των μηχανισμών που την στήριζαν, έφεραν στην εξουσία την ΝΔ και πάλι. Πάνω όμως σε ένα άρμα ελπίδας για κάτι διαφορετικό. Η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή παρερμήνευσε τα συνθήματα που η ίδια είχε προβάλει. Εξέλαβε τον «μεσαίο χώρο» σαν φλέρτ με την άκρα αριστερά (κολακείες προς Φλωράκη, επισκέψεις σε Μακρόνησο, τιμές σε Μ. Θεοδωράκη κλπ). Ενώ την επανίδρυση του κράτους δεν την είδε σαν μιά ριζική επανατοποθέτηση της παράταξης απέναντι στον ρόλο του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα. Κάτι που είχε αιχμαλωτίσει στην ουσία την φαντασία αυτών που την έφεραν με τέτοια πλειοψηφία στην εξουσία. Αντίθετα, την εξέλαβε σαν στόχευση για μιά πορεία παλινδρόμησης στα παραδοσιακά θέσφατα της πατερναλιστικά κρατικιστικής δεξιάς. Επιδόθηκε έτσι σε ένα όργιο ίδρυσης καινούργιων κρατικών φορέων για βόλεμα - κατά κύριο λόγο - οπαδών, σε παροχές λογής προνομίων (για εξαγορά συναίνεσης και σιωπής) στις συντεχνίες του δημόσιου τομέα και σε, πέραν κάθε λογικής, πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις μηχανοκίνητων και συχνά αργόσχολων αγροτών.

Το δυστύχημα είναι πως την φορά αυτή οι υπολογισμοί έπεσαν τελείως έξω. Μαζί με την ΝΔ κατέρρευσε και το κράτος. Φορτώνοντας στους νικητές των επόμενων εκλογών, το ... «σοσιαλιστικό» Πασόκ (κάτω από την εποπτεία της τρόικας βέβαια), μέσα από οικονομικά και κοινωνικά πλέον ερείπια, την ευθύνη οικοδόμησης ενός ορθολογικού κι’ αποτελεσματικού κράτους. Και η κεντροδεξιά; Εμεινε με ανοιχτές και πάλι τις πολιτικές της πληγές. Αναζητώντας, στην ουσία, ταυτότητα και ρόλο. Οι παλινδρομήσεις της προς τον κρατισμό αποδείχθηκε για μιά ακόμη φορά πως την οδηγούν στην καταστροφή. Αλλά δυστυχώς επιμένει να μην μαθαίνει από τα λάθη της. Και συνήθως ξαναγυρίζει στην πηγή προέλευσής τους. Εχει μετατραπεί σε μπαλαντέρ ουσιαστικά του πολιτικού συστήματος. Κάνοντας τον απροσάρμοστο κακό δίπλα σε ένα εύκολα προσαρμόσιμο Πασόκ – που είναι πλέον και σοσιαλιστικό (κατ’ όνομα), και συντηρητικό (κατά στελεχιακή νοοτροπία και αντιλήψεις) αλλά και ριζοσπαστικά φιλελεύθερο (με βάση κάποια από τα μέτρα που αναγκάζεται να πάρει – αλλά που η ΝΔ δεν είχε τολμήσει ποτέ ούτε και να σκεφθεί)!

Τι είναι λοιπόν η κεντροδεξιά σήμερα στην Ελλάδα; Η λογική απάντηση είναι πως συνθέτει μιά πραγματική μαγική εικόνα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που για χρόνια υπήρξε ο σάκος του μπόξ για την ανυποψίαστα πορευόμενη προς το βάραθρο ελληνική κοινωνία, είχε δώσει πραγματικά σάρκα και οστά στην σχετική πολιτική έννοια. Είχε νομοθετήσει (ν. 2000/1992) την κατάργηση κρατικών φορέων. Είχε προωθήσει την απελευθέρωση όλων των επαγγελμάτων. Είχε περιορίσει τους ελέγχους του δημοσίου στις αγορές. Είχε πραγματοποιήσει τις πρώτες ιδιωτικοποιήσεις. Είχε θεσπίσει καινούργιους κανόνες ανταγωνισμού. Είχε για πρώτη φορά από την μεταπολίτευση πετύχει να έχει η χώρα για δύο συνεχόμενα χρόνια πρωτογενές πλεόνασμα στον προυπολoγισμό της. Και είχε συγκρουσθεί σκληρά και επί της ουσίας με την αναχρονιστική κρατικοδίαιτη λαική δεξιά μέσα στους ίδιους της τους κόλπους. Διότι δεν μπορεί να υπάρχει κεντροδεξιά που να μην πιστεύει και να μην αγωνίζεται για λιγότερο κράτος στην κονωνική και την οικονομική μας ζωή, για λιγότερους φόρους στις επιχειρήσεις και στην ατομική περιουσία, για πολίτες υπεύθυνους κι απεξαρτημένους από την κρατική προστασία αλλά και συνάμα καταπίεση καθώς και για λιγότερες δημόσιες δαπάνες και για δραστικές περικοπές γραφειοκρατικών και γενικά κρατικοπαρεμβατικών διαδικασιών.

Οσο δεν προβάλλονται οι αρχές αυτές, στο όνομα παραδοσιακών συνηθειών η συσχετισμού συντεχνιακών κι’ εργολαβικών συμφερόντων, η πολιτική έκφραση της κεντροδεξιάς θα είναι πάντα ελλειμματική. Και θα διευκολύνει έτσι το Πασόκ στις διάφορες πολιτικές του μεταμορφώσεις.

Πλήρες Άρθρο »


«Το διάλειμμα ανάμεσα στην σήψη του παλιού και τον σχηματισμό και την καθιέρωση του καινούργιου, συνιστά μιά μεταβατική περίοδο, που πάντοτε είναι πλημμυρισμένη από αβεβαιότητες, σύγχυση, λάθη και άγριους - αλλά και επιθετικούς – φανατισμούς».

Τζών Κάλχουν

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η εποχή που ζούμε πλημμυρίζει αβεβαιότητες και σκορπίζει έντονα συναισθήματα ανασφάλειας. Ολα αυτά οφείλονται στην ανάγκη αναθεώρησης βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων και ιδεοληψιών. Εύλογα, η πρώτη αντίδραση απέναντι σε τέτοιες μεταβολές είναι η απελπισία του αδικημένου και η οργή του αδύναμου να αντιστρέψει την ροή των πραγμάτων. Ιδίως όταν αυτή η κατεύθυνση ανατρέπει συνήθεις και δικαιώματα που θεωρούνταν μέχρι τότε δεδομένα και μη αντιστρέψιμα. Ανεξάρτητα αν επί της ουσίας ήσαν δίκαια και ορθολογικά.

Εποχή Ανατροπών
Ζούμε σε μιά εποχή ανατροπών. Ακόμη και καθιερωμένων ιστορικών και κοινωνικών μύθων. Που αναγκαστικά προκαλούν αναστάτωση και υποχρεωτική θεώρηση των πραγμάτων από διαφορετική οπτική γωνία. Η λογική του σοσιαλμαρξισμού που για χρόνια υπήρξε κυρίαρχη στην Ευρώπη καταρρέει. Το κράτος προστασίας που είχε οικοδομηθεί στην Ευρώπη πάνω στην ανάληψη από τους αμερικανούς των ευθυνών για την αμυντική θωράκιση της Δύσης κλονίζεται. Πρώτον, διότι οι ΗΠΑ δεν προτίθενται πλέον να φορτώνονται με το αμυντικό – και όχι μόνο - οικονομικό κόστος μιάς ενήλικης Ευρώπης που εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν βρέφος. Καταγγέλλοντας δηλ. την Αμερική για τον ωμό της καπιταλισμό που όμως στήριζε την δυτικο-ευρωπαική κοινωνική ανεμελιά. Τώρα οι ΗΠΑ έχουν τα δικά τους προβλήματα. Και οφείλει η Ευρώπη να αντιμετωπίσει μόνη τα δικά της. Παρά την εξαφάνιση της σοβιετικής απειλής η Ευρώπη φαντάζει εντελώς ανοχύρωτη απέναντι στην καινούργια απειλή. Που είναι η ανεξελέγκτη μετανάστευση και η διείσδυση του ακραίου Ισλάμ στα εδάφη της.

Ολα αυτά τώρα η Ευρώπη οφείλει να τα αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις. Απαλλαγμένη από ιδεοληψίες που παρεμπόδιζαν την πρόοδό της σε δυναμικότερες μορφές οικονομικής οργάνωσης όλα τα περασμένα χρόνια. Η περίφημη ευρωπαική κοινωνική συνοχή μέσω του επεκτατικού κοινωνικού της κράτους τώρα πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να συντηρηθεί. Και οι σοσιαλδημοκρατικοί μύθοι που το συντήρησαν αρχίζουν να φθίνουν. Με σημαία την αναδιανομή εισοδημάτων πολλές χώρες της παλιάς λεγόμενης Ευρώπης φορολογούσαν βαριά τους πολίτες τους διευρύνοντας τον δημόσιο τομέα και ελέγχοντας σχεδόν όλες τις φάσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Οι αγορές βαρυγκομούσαν κάτω από τις δαιδαλώδεις ρυθμίσεις που συντηρούσαν τεράστιους δημόσιους τομείς στο όνομα της εξασφάλισης μιάς δικαιότερης κοινωνικής πραγματικότητας. Το τι ακριβώς συνιστούσε αυτό το δίκαιο ήταν ζήτημα των εκάστοτε κυβερνώντων να αποφασίσουν μαζί με τις δημόσιες γραφειοκρατίες.


Τί Είναι Δίκαιο;
Τώρα που οι πόροι περιορίζονται και οι φορολογικές επιδρομές γίνονται, λόγω οικονομικής δυσπραγίας, ατελέσφορες το θέμα της λεγόμενης δικαιοσύνης επανατοποθετείται. Γιατί είναι δίκαιη η αναδιανομή εισοδημάτων και δεν είναι δικαιότερη η κατάργηση των φόρων κληρονομιάς; Στο επιχείρημα πως οι κληρονόμοι δεν έκαναν ουσιαστικά τίποτε για να δικαιούνται τις προσόδους των γονιών τους, αντιπαρατίθεται το ερώτημα του τι ακριβώς έκαναν εκείνοι που ωφελούνται από την αναδιανομή των εισοδημάτων για να καρπούνται μέρος των περιουσιακών στοιχείων κάποιων άλλων. Γιατί είναι δίκαιες οι κρατικές παρεμβάσεις στην απόλαυση η αξιοποίηση όσων κάποιοι κέρδισαν με τον ιδρώτα τους και δεν είναι άδικες οι παροχές κρατικών προσόδων σε όσους πιέζουν με την ψήφο τους η με την επιρροή που ασκούν μέσω οργανωμένων ομάδων πίεσης σε κόμματα και σε κοινή γνώμη. Σε τελευταία ανάλυση, γιατί κάποιοι να μην απολαμβάνουν εξουσιών με βάση την πραγματική συνεισφορά τους στα κοινά οικονομικά βάρη παρά να εξασφαλίζουν παροχές απλά και μόνο λόγω της πολιτικής τους επιρροής;

Το ζήτημα της άμεσης φορολογίας είναι εν προκειμένω χαρακτηριστικό. Ολοι επιμένουν πως φοροδιαφεύγουν κυρίως οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι έμποροι (οι επιχειρηματίες γενικότερα) και τα βάρη τα φέρουν κυρίως οι μισθωτοί. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Το κύριο βάρος των αμέσων φόρων (κοντά στο 50%) το φέρουν οι εταιρίες, ενώ από τα δημόσια έσοδα από μισθωτές υπηρεσίες πάνω από το 85% των μισθωτών καταβάλλει κάτω από το 16% των σχετικών εσόδων. Το μεγάλο βάρος των φόρων μισθωτών υπηρεσιών καταβάλλεται από το 15% μόνο των μισθωτών – κι αυτοί είναι τα υψηλόμισθα στελέχη επιχειρήσεων, τραπεζών, πολυεθνικών εταιριών και μισθωτοί σύμβουλοι επιχειρήσεων. Οι υπόλοιποι είτε δεν καταβάλλουν φόρους καθόλου η εισπράττουν επιστροφές. Τελικά, πάνω από το 45% του ενεργού πληθυσμού δεν πληρώνει νόμιμα φόρους. (1) Ενώ ελάχιστοι (εταιρίες, μεγαλοεισοδηματούχοι και εύποροι επαγγελματίες) φέρουν το μεγαλύτερο βάρος της κάλυψης των φορολογικών εσόδων από άμεσους φόρους. Που ακριβώς λοιπόν βρίσκεται η δικαιοσύνη;


Οι Πολιτικοί Μύθοι του Κρατισμού

Οι οπαδοί του κρατικού παρεμβατισμού προωθούν μια αφήγηση εξήγησης της πολιτικής που έχει επηρεάσει σοβαρά τις αντιλήψεις της κοινωνίας. Για τα οικονομικά προβλήματα που εμφανίζονται, τονίζει η σχετική αφήγηση, υπεύθυνες είναι οι ανεξέλεγκτες αγορές και η ακατάσχετη απληστία των καπιταλιστών που τις διαφεντεύουν. Για τα όποια προβλήματα δημιουργούνται δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη οι απλοί πολίτες που υφίστανται την καταπίεση των διεφθαρμένων πολιτικών και των επιχειρηματικών συμφερόντων. Μοναδική διέξοδος αποτελεί η παρέμβαση του κράτους μέσω γενναίων χρηματοδοτήσεων και με την ενίσχυση της παρουσίας των ελεγκτικών του μηχανισμών στις αγορές (ρυθμιστικές παρεμβάσεις).

Καμία από τις πολιτικές αυτές, συνεχίζει η σχετική ιστορία, δεν θα επιβαρύνει την μεσαία τάξη και τα χαμηλά έως μέτρια εισοδήματα. Για την εξασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας και μιάς νέας οικονομικής ευημερίας το βάρος θα σηκώσουν οι πλούσιοι μέσω νέων σοβαρών φορολογικών επιβαρύνσεων. Τα υψηλά εισοδήματα θα επιβαρυνθούν ώστε η κοινωνία να αποκτήσει προσόδους και η ευημερία να διευρυνθεί καλύπτοντας όλο και περισσότερους πολίτες.

Οι αφηγήσεις αποτελούν πανίσχυρο πολιτικό εργαλείο. Διότι επηρεάζουν τις σκέψεις των ανθρώπων και συνήθως καταλήγουν σε ολοκληρωμένες δημόσιες πολιτικές. Είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνες όταν είναι λαθεμένες. Διότι μπορούν να οδηγήσουν σε τραγικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Κι η ιστορία που αφηγούνται οι οπαδοί του κρατισμού δεν είναι αληθινή. Είναι γεμάτη παρανοήσεις, εσφαλμένες εντυπώσεις και λάθος συμπεράσματα. Και σε μεγάλο βαθμό οδήγησε στις σημερινές τραγικές οικονομικές εξελίξεις.
Ο Ρόλος του Κράτους στην Οικονομική Κατάρρευση

Η οικονομική κατάρρευση, τόσο η ελληνική και η διεθνής, δεν προήλθαν από την φιλαργυρία των καπιταλιστών. Στην Ελλάδα δεν απέτυχαν οι αγορές. Χρεοκόπησε το ίδιο το κράτος κάτω από το βάρος των χρεών του σε ξένους κυρίως δανειστές. Το ελληνικό κράτος στήριξε την καθημερινότητα της κοινωνίας σε δανεισμό από το εξωτερικό. Σε επίπεδο πολύ έξω και πάνω από τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας να παράγει πλούτο για να ξεπληρώσει τα χρωστούμενα. Σε παγκόσμιο επίπεδο το αμερικανικό τραπεζοπιστωτικό σύστημα δεις εν κατέρρευσε λογω έλλειψης ελέγχων και ιδιωτικής απληστίας. Η οικονομία των ΗΠΑ σχεδόν διαλύθηκε, με παγκόσμιες επιπτώσεις, λόγω επιλογών του αμερικανικού δημοσίου να επιμείνει σε μια πολιτική στεγαστικών δανείων, με εργαλείο υλοποίησης τις ημικρατικές τράπεζες Φάννυ Μαίη και Φρέντυ Μακ, σε άτομα αδύναμα να προσφέρουν εγγυήσεις για τα στεγαστικά δάνεια αυτά. (2) Μετά το ξέσπασμα της κρίσης μάλιστα το Κογκρέσσο επανήλθε με νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την …συνέχιση της πολιτικής αυτής (!) (3)

Σε καμία περίπτωση επίσης οι πολίτες των χωρών στις οποίες ξέσπασαν οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι ανεύθυνοι για τα αδιέξοδα. Στις ΗΠΑ ο τομέας των Τραπεζών όχι μόνο δεν υπήρξε ανεξέλεγκτος αλλά υφίσταται τις βαρύτερες κυβερνητικές ρυθμίσεις και την στενότερη εποπτεία από κάθε άλλη δράση της αγοράς. (4) Το κράτος όμως στόχευε, μέσω ενός συστήματος κοινωνικής μηχανικής, σε μια δυναμική ανατροπή του κοινωνικού στάτους κβό με την παροχή ιδιοκτησίας και συνακόλουθα περιουσίας σε πολίτες που με βάση τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία δεν το εδικαιούντο. Όταν λοιπόν εξασφαλίζεις, μέσω δανείων που από τα πράγματα δεν μπορείς να αποπληρώσεις, εισοδήματα πάνω από τις δυνατότητές σου δεν μπορεί να είσαι ανεύθυνος για τις συνακόλουθες αρνητικές συνέπειες.

Και στην περίπτωση της Ελλάδας τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Στην λογική του «να πληρώσουν αυτοί που τα έκλεψαν» γίνεται προσπάθεια οι ένοχοι της κρίσης να περιορισθούν ανάμεσα σε δεφθαρμένους πολιτικούς και σε αντιπαθείς επιχειρηματίες. Όπως όμως σωστά επεσήμανε ο Π. Μανδραβέλης στην «Καθημερινή» της 9-1-2011:

«Αν και δεν υπάρχει Ελληνας που να δήλωσε την πραγματική τιμή στα συμβόλαια αγοραπωλησίας ή γονικής παροχής ακινήτων· αν και δεν πρέπει να υπάρχει επαγγελματίας που να δηλώνει όλα του τα εισοδήματα στην εφορία· αν και δεν πρέπει να υπάρχει αγρότης που να μην δήλωσε πλασματική παραγωγή για να πάρει επιπλέον επιδοτήσεις· αν και δεν πρέπει να υπάρχει δημόσιος υπάλληλος που να μην έχει λάβει πλασματικές υπερωρίες και εκτός έδρας, υποθέτουμε για την οικονομία του λόγου ότι δεν κλέψαμε όλοι μαζί. Υποθέτουμε πως οι μόνοι που έκλεψαν ήταν οι βδελυροί πολιτικοί και κάποιοι καταχθόνιοι επιχειρηματίες.

Υπάρχει όμως μια διαφορά μεταξύ του «κλέψαμε όλοι μαζί» και του «φάγαμε όλοι μαζί». Για παράδειγμα: τα 500 εκατομμύρια που πήραν με τον «δίκαιο αγώνα» τους οι αγρότες από τον κ. Σωτήρη Χατζηγάκη, τον Φεβρουάριο του 2009, δεν τα έκλεψαν. Απλώς συνέβαλαν να δημιουργηθεί το υπέρογκο έλλειμμα 15,8% του 2009 που μας χαντάκωσε. Ούτε τα πανεπιστήμια σε κάθε ραχούλα - «δίκαιο αίτημα κάθε τοπικής κοινωνίας» - ήταν κλοπή. Ηταν απλώς επενδύσεις στο βρόντο με στόχο να δημιουργηθεί τοπική «ανάπτυξη», δηλαδή ιδιωτικά εισοδήματα σε καφετέριες, γκαρσονιέρες κλπ.

Επίσης: όσοι διορίστηκαν προεκλογικά στο μετρό το 2009 δεν έκλεψαν κανέναν. Σύμφωνα με το πόρισμα του Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κ. Ρακιντζή, από 1.139 άτομα που απασχολούνταν την 31/3/2004, έφθασαν τα 1.688 άτομα στις 21/10/2009, αύξηση δηλαδή σχεδόν κατά 50%. Η ΑΜΕΛ για πρώτη φορά στην ιστορία της παρουσίασε ζημιές και μαντέψτε ποιος θα τις πληρώσει. Το αστείο δε είναι ότι όλοι εκείνοι που ψέγουν τον κ. Πάγκαλο για την αποστροφή «μαζί τα φάγαμε» είναι οι ίδιοι που ζητάνε επαναπρόσληψη των «απολυμένων» συμβασιούχων του μετρό».

Η έξοδος επίσης από την κρίση με την κινητοποίηση των μηχανισμών του κράτους και την χρησιμοποίηση δημοσίων πόρων είναι πάντοτε ατελέσφορη. Στην πορεία της ιστορίας έχει αποδειχθεί πως ουδέποτε η ανάπτυξη προήλθε από δημόσιους πόρους. Αντίθετα, η ανάμιξη του δημοσίου ανατρέπει την ομαλή λειτουργία των αγορών, φορτώνει με γραφειοκρατικούς ελέγχους τις κοινωνίες κι’ επιβάλλει τεράστιες οικονομικές επιβαρύνσεις στους πολίτες. Κι εδώ ανατρέπεται ένας ακόμη μύθος της σοσιαλιστικής αφήγησης. Το μεγάλο βάρος του κόστους των κρατικών παρεμβάσεων πέφτει στις πλάτες των απλών φορολογούμενων κι όχι σε μιάς υποτιθέμενης κι’ άφαντης πλουτοκρατίας. Στις ΗΠΑ οι τεράστιες δαπάνες της κυβέρνησης Ομπάμα για την διάσωση προβληματικών Τραπεζών και επιχειρήσεων αλλά και για την χρηματοδότηση υποτιθέμενων φιλολαικών κοινωνικών προγραμμάτων φόρτωσε με τεράστια ελλείμματα την αμερικανική οικονομία φέρνοντάς την στα όρια να γίνει εξ’ ίσου προβληματική με την ελληνική. Και παράλληλα, τα βάρη για την μεσαία τάξη μεγαλώνουν, ακόμη κι ο Πωλ Κρούγκμαν συνιστά νέους φόρους για τα μεσαία εισοδήματα ενώ η ανεργία και οι δείκτες λαικής κατανάλωσης χειροτερεύουν.

Στην Ελλάδα, οι ανάγκες συντήρησης του γιγαντιαίου δημόσιου τομέα, μεγαλύτερου σε απόλυτους αριθμούς ακόμα κι’ από το μαμούθ – κράτος της πρώην σοβιετικής Ρωσίας, οδήγησαν στην τραγική απόληξη της ουσιαστικής χρεοκοπίας της ώρας. Παράλληλα όμως υπήρξε η κύρια αιτία για τις πολιτικές φορολογικών επιδρομών στα μεσαία εισοδήματα και στην ακίνητη περιουσία. Οι ίδιοι πάντοτε, τα φορολογικά δηλ. υποζύγια, καλούνται να καλύψουν τις μαύρες τρύπες του δημόσιου τομέα και τις οικονομικές αυθαιρεσίες της κρατικής γραφειοκρατίας.

Η Ηθική Ανωτερότητα της Ελευθερίας

Οι προσπάθειες των οπαδών του κρατισμού να κερδίσουν τις εντυπώσεις φροντίζοντας υποτίθεται για την ευημερία των λαικότερων στρωμάτων πέφτει στο κενό. Με μοχλό την αναδιανομή των εισοδημάτων ο τελικός πολιτικός στόχος είναι η μεγαλύτερη ισότητα. Ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες του οικονομικού περιβάλλοντος, η εμμονή στην ισότητα οδηγεί πολύ συχνα στην απώλεια της ευημερίας. Όταν δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση ισότητας προς τα πάνω οι κρατιστές δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε πολιτικές υλοποίησης ενός εξισωτισμού προς τα κάτω. Σημασία για τους πολίτες δεν (θα πρέπει να) έχει ποιος διαθέτει περισσότερα και ποιος λιγότερα. Η ουσία της πολιτικής θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση ευημερίας, με την έννοια της άνετης κι’ ευτυχισμένης ζωής για όλους. Η πράξη στη Ελλάδα έδειξε πως ο κρατισμός, με σημαία τον λαικισμό και την σοσιαλιστική στόχευση της αναδιανομής εισοδημάτων, οδήγησε τα πράγματα στα άκρα και την κοινωνία στο χείλος του γκρεμού. Ποιο ηθικό υπόβαθρο μπορεί να διαθέτει μιά πολιτική που, στηριγμένη στην παροχολογία, τους φόρους και τον εξωτερικό δανεισμό, εξαθλιώνει στο τέλος τα λαικά στρώματα και βυθίζει την κοινωνία στην ανυποληψία και την αποσύνθεση.

Στην ουσία το ηθικό πλεονέκτημα της οικονομίας της αγοράς δεν βρίσκεται κυρίως στην δυνατότητα εξασφάλισης όλο και περισσότερης ευημερίας για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Εκεί που η ανωτερότητα του καπιταλισμού είναι αναμφισβήτητη βρίσκεται στην ποιότητα αλλά και στην ικανοποίηση με την εργασία. Εκεί που οι οικονομίες της κρατικής προσταγής και του κρατικού σχεδιασμού βλέπουν την εργασία σαν μέσο κυρώς εξασφάλισης οικονομικών ανταλλαγμάτων για βελτίωση της ζωής του καθενός, στην οικονομία της αγοράς η δουλειά είναι και μέσο ανάπτυξης της προσωπικότητας του πολίτη. Όπως σημειώνει κι’ ο Νομπελίστας οικονομολόγος Εντμουντ Φέλπς, «το βασικό πλεονέκτημα της καπιταλιστικής οικονομικής διαδικασίας δεν είναι τόσο η παραγωγή αγαθών όσο η ικανοποίηση με την διαδικασία παραγωγής τους». Ο καπιταλισμός πράγματι δημιουργεί αναστατώσεις κι’ ανατρέπει συνήθειες. Από την άλλη μεριά όμως κινητοποιεί τα μυαλά των ανθρώπων για να ανακαλύψουν και να κάνουν πράξη νέες ιδέες μεταβάλλοντάς τες σε εμπορικά προιόντα. Προκαλώντας την ίδια ώρα τον ενθουσιασμό των καταναλωτών για καινούργια ενδιαφέροντα και εμπειρίες στη ζωή τους. (6)

Η δύναμη της ελεύθερης επιλογής και της αδέσμευτης επιχειρηματικής δράσης δεν μπορεί να υπερκερασθεί από καμία άλλη πολιτική πρωτοβουλία. Οι πολίτες, σε ένα τέτοιο σύστημα, φορτίζονται από συναισθήματα αυτοεκτίμησης, μια και μόνοι τους – δίχως κανενός την προστασία, το επίδομα η την συνδικαλιστική κάλυψη - διεκδικούν και συχνά κατακτούν την επιτυχία. Ασκούν έτσι απόλυτο έλεγχο πάνω στη ζωή τους, γεμίζουν αισιοδοξία για ένα μέλλον που από μόνοι τους θα είναι σε θέση να σχηματίσουν και βλέπουν την ζωή τους γεμάτη ουσία και ενδιαφέρον αφού έχουν την δύναμη να διαλέξουν τι θα κάνουν, να αλλάξουν προσανατολισμό αν απογοητευθούν και δεν εξαρτώνται από εξωτερικούς παράγοντες (ειδικές νομοθεσίες, γραφειοκρατίες, χάρες από πολιτικούς) για την πορεία που θα ακολουθήσουν.(7)

Η ηθική ανωτερότητα της ελευθερίας εδράζεται και σε βαθιές φιλοσοφικές αρχές. Εφ’ όσον είναι αναμφισβήτητο πως ο εαυτός μας μας ανήκει τότε προκύπτει πως ορισμένες μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι είτε δίκαιες είτε άδικες. Ο φόνος λ.χ. είναι άδικος διότι παραβιάζει την ατομική ιδιοκτησία του εαυτού μου. Εξ ίσου άδικη είναι και η κλοπή. Λόγω των ατομικών περιουσιακών μου στοιχείων. Αν είναι όμως άδικο, και στην εποχη μας παράνομο, να αφαιρέσω περιουσιακά σου στοιχεία και να τα διαθέσω όπως εγώ εκτιμώ πως είναι σωστό, δεν θα είναι εξ ίσου άδικο (παράνομο) αν κάτι τέτοιο το κάνει το ίδιο το κράτος; «Δεν μπορώ να παραχωρήσω στην κυβέρνηση δικαιώματα που δεν έχω. Εφ’ όσον δεν έχω το δικαίωμα να σε κλέψω, τότε από τα πράγματα δεν μπορώ να δώσω στο κράτος ένα τέτοιο δικαίωμα». (8) Η πολιτική αφήγηση όμως του κρατισμού αυτό ακριβώς υποστηρίζει. Γι αυτό και δεν στηρίζεται σε στέρεες ηθικές βάσεις. Μία από τις δέκα εντολές ορίζει «Ου κλέψεις». Στα σίγουρα δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν … «Ου κλέψεις, εκτός κι αν έχεις εξασφαλίσει τις ψήφους της πλειοψηφίας».(9)

Το διαβατήριο λοιπόν για την επιτυχία, την ευημερία και την κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να είναι άλλο από μια πολιτική που να στηρίζεται στην ελευθερία. Ελεύθερες αγορές, ελεύθερες κι’ ανοιχτές επιλογές, ελεύθερη επιχειρηματική δράση, παραγωγή και συνακόλουθη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και δραματικές περικοπές σε κρατικές υπηρεσίες και δράσεις σηματοδοτούν την πορεία ανάκαμψης και κατάκτησης του αύριο. Ενας τέτοιος πολιτιστικός εναγκαλισμός του καπιταλισμού θα μπορούσε δυναμικά να οδηγήσει σε αύξηση πλούτου και σε μείωση χρεών. Απεγκλωβίζοντας την χώρα από τα αδιέξοδα της παρακμής και της χρεοκοπίας. Κι’ εφοδιάζοντας παράλληλα τον κόσμο με το πανίσχυρο οπλοστάσιο ενός καινούργιου αξιακού συστήματος αδιαμφισβήτητης ηθικής ανωτερότητας.

(1) Στις ΗΠΑ αντίστοιχα το 40% περίπου δεν πληρώνει καθόλου φόρους. Βλ. σχετ. Tax Foundation, “How Do Americans Feel About Taxes Today? Tax Foundation’s 2009 Survey of U.S Attitudes on Taxes, Government Spending and Wealth Distribution,” April 2009, No. 166
(2) Βλ. Arthur C. Brooks, The Battle. New York: Basic Books, 2010, σελ. 38 – 41. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ το 2005 Αλαν Γκρήνσπαν είχε προειδοποιήσει για τον καταστροφικό ρόλο των ημικρατικών Τραπεζών. Ο σχετικός όμως νόμος που είχε ετοιμασθεί για τον περιορισμό των δανείων δίχως εγγυήσεις και του ρόλου των Φάννυ Μαίη και Φρέντυ Μάκ καταψηφίσθηκε στην Γερουσία. Βλ. Κevin Hassett, “How the Democrats Created the Financial Crisis”,, September 22, 2008. Βλ επίσης Andrew Bernstein, Capitalism Unbound: The Incontestable Moral Case for Individual Rights . Lanham, Maryland: University Press of America, 2010, σελ. 122-130 .
(3) Όπως παραπάνω, Brooks, σελ. 42
(4) “Deregulation under Bush 43: Myths and Realities,” AEI center for Regulatory and Market Studies, May 6, 2009
(5) Jay Richards, “Phelps: The Moral Superiority of Dynamic Capitalism”, May 3, The Enterprise Blog, AEI, - 145k
(6) Don Boudreaux, “Phelps on Capitalism”, Café Hayek website, 4 December 2009
(7) Για μια εξαιρετική ανάλυση αυτών ακριβώς των ζητημάτων, βλ. Brooks, όπως παραπάνω, σελ. 82-98
(8) Ο καθ. Walter Williams υποστηρίζει με πάθος το σχετικό επιχείρημα, στο “Οn Liberty’s Moral Superiority”, Religion& Liberty, Volume 4, Number 6 - November and December 1994
(9) Walter Williams, όπως παραπάνω.

Πλήρες Άρθρο »




Είναι ακατανόητη η εμμονή στο λεγόμενο ευρωπαϊκό ομόλογο σαν απάντηση στα δημοσιονομικά προβλήματα των καταχρεωμένων χωρών, του νότου κυρίως, της Ευρώπης. Η σχετική συζήτηση συνιστά μια καινούργια επίθεση των αμετανόητων κρατιστών απέναντι στην κοινή λογική. Αντί στόχος να είναι η έξοδος από την κρίση με την αναδιάρθρωση των δημοσιονομικών μας δεδομένων και την οικοδόμηση μιάς ισχυρής οικονομίας, επιδιώκουμε τη δυνατότητα εξασφάλισης και πάλι συνθηκών εύκολου δανεισμού. Ώστε η φαυλότητα, η ρεμούλα και η έλλειψη υπευθυνότητας να συνεχισθεί και η δημοσιονομική πειθαρχία να εξαφανισθεί.

Σαν μια γροθιά οι συνυπεύθυνοι, από αριστερά και δεξιά, του οικονομικού μας αδιεξόδου υποστηρίζουν το ευρωομόλογο σαν μια καινούργια «Μεγάλη Ιδέα». Αποτέλεσμα των θυσιών του λαού μας δηλ. να είναι η δυνατότητα και πάλι δανεισμού. Αντί να μειώσουμε σε μόνιμη βάση τα ελλείμματά μας και να αρχίσουμε να αποπληρώνουμε το χρέος μας η χώρα να πασχίζει να βρεί και πάλι ξένους εγγυητές (διότι αυτή είναι η ουσία του ευρωομόλογου) για να αρχίσει να ξανα-δανείζεται.

Η αλήθεια είναι πως η επιλογή αυτή συνιστά, για μια ακόμη φορά, φυγή από την πραγματικότητα. Η χώρα μας θα έπρεπε να εργάζεται για την οικοδόμηση μιάς δυναμικής οικονομίας και για την απελευθέρωση από τα δεσμά και την εξάρτηση των χρεών. Κι όχι να εφευρίσκουμε τεχνάσματα για ευκολότερη επιστροφή στον δανεισμό. Γίνεται φανερό πως ουδείς πιστεύει αληθινά στις ουσιαστικές δυνατότητες των ελλήνων και της οικονομίας μας. Και από την κυβέρνηση, και από την Αριστερά και από την αξιωμ. αντιπολίτευση. Γι’ αυτό και όλοι πασχίζουν να ανακαλύψουν την εύκολη λύση. Φορτώνοντας δηλ. τις αδυναμίες μας σε κάποιον άλλο (στα συνήθη θύματα τους δυτικούς, και κυρίως τους μισητούς τελευταία Γερμανούς), να ξαναγυρίσουμε στις πρακτικές του παρελθόντος. Να μην παράγουμε ουσιαστικά τίποτε, να συνεχίσουμε να έχουμε μιά άθλια παιδεία με ανεκπαίδευτους δασκάλους και με κλειστά, λόγω εκτεταμένου φοιτητικού φασισμού, πανεπιστήμια και με μια κοινωνία που να συντηρείται με δανεικά από όλους εκείνους τους «ξένους» που σε πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμη να λoιδορήσει.

Είναι δυνατόν σοβαρά να πιστεύουμε πως θα βρεθούν αφελείς πολιτικοί στη Δύση που θα αναλάβουν εξ ονόματός μας τις δικές μας ευθύνες; Αφού ακόμη και τώρα, στις δύσκολες στιγμές που περνάμε, είναι αδύνατον να δείξουμε την σοβαρότητα μιάς οργανωμένης κρατικής μηχανής. Το τι συμβαίνει με τα διόδια των δημόσιων αυτοκινητόδρομων είναι ενδεικτικό. Η προηγούμενη κυβέρνηση καθιέρωσε μιά απίστευτη «καινοτομία» καταλήστευσης του κόσμου. Την επιβολή δηλ διοδίων για δρόμους που ...δεν έχουν γίνει (!) Ακόμα δε και για δρόμους που δεν έχουν σχέση με αυτούς για τους οποίους τα διόδια πληρώνονται. Το ζήτημα είναι σχετικά απλό. Ουδείς δικαιούται να χαρατσώνει τους πολίτες για να εξασφαλίσουν πόρους οι εργολάβοι. Είτε το κράτος οφείλει να τους πληρώνει με την παράδοση του έργου και στη συνέχεια μέσω διοδίων να αναπληρώνει τα χρήματα που έδωσε. Είτε οι εργολάβοι με δικά τους έξοδα να πραγματοποιούν το έργο και στη συνέχεια να εκμεταλλεύονται τα διόδια για ένα διάστημα μέχρι να εξοφληθούν (λχ το παράδειγμα της Αττικής Οδού – Build, Operate, Transfer). Η προκαταβολή διοδίων είναι ελληνική σκανδαλώδης εφεύρεση. Αν δεν υπάρχουν χρήματα στα ταμεία του κράτους η δεν χρηματοδοτούν οι Τράπεζες τους εργολάβους, τότε απλά το έργο δεν θα είναι δυνατόν να γίνει... Τέτοιες αστειότητες μοναχά στην Ελλάδα απαντoύνται.

Αλλά και στον τομέα του κρατικού όγκου η χώρα μας δεν δείχνει να κατανοεί το πρόβλημα. Η Ελλάδα, επισήμως πλέον, έχει πάνω από 770.000 εργαζόμενους στο κυρίως κράτος –εξαιρουμένων των ΔΕΚΟ και της ΤΑ. Η Ρωσική Ομοσπονδία, από την άλλη μεριά, κληρονόμος του μεγαλύτερου συστήματος κεντρικού σχεδιασμού στη γή, της Σοβιετικής Ένωσης δηλ., έχει γύρω στις 500.000 (στο κυρίως κράτος πάντα) όταν ο πληθυσμός της ξεπερνά τα 138 εκατ. Και στοχεύει να τους μειώσει κατά 25% στα επόμενα πέντε περίπου χρόνια. Εμείς τι ακριβώς κάνουμε; Είναι σε θέση κανείς να συνειδητοποιήσει το γελοίο του πράγματος; Με τόσους δημόσιους υπάλληλους στην Ελλάδα δεν θα έπρεπε να υπάρχει στην ουσία πρόβλημα γραφειοκρατίας. Ο κάθε πολίτης θα έπρεπε να έχει χρεωμένο στο όνομά του ένα υπάλληλο που θα αναλάμβανε να του διεκπεραιώσει κάθε υπόθεσή του με το δημόσιο!! Κι όχι να καταπιέζεται και να ταλαιπωρείται όπως συμβαίνει τώρα…

Η καινούργια Μεγάλη Ιδέα λοιπόν, η εξασφάλιση του ευρωομόλογου δηλαδή, φιλοδοξεί να σιγουρέψει την διαιώνιση των ίδιων αθλιοτήτων. Ας ελπίσουμε πως κάποιοι σ’ αυτή την χώρα θα αντιληφθούν την πραγματικότητα και θα δώσουν μάχη για το σωστό. Για να αλλάξουμε πραγματικά.

Πλήρες Άρθρο »



Παρά τις εν Ελλάδι γκρίνιες με το Μνημόνιο και το ΔΝΤ, στην διεθνή σκηνή δημιουργείται ένα κλίμα οργής εναντίον της Ελλάδας. Με αφετηρία το γεγονός πως η χώρα μας έχει προκλητικά ευνοηθεί από τους οικονομικά ισχυρούς της γής που την στηρίζουν για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Από την Ινδία και το Πακιστάν μέχρι την Λατινική Αμερική , την Νότια Αφρική και άλλες φτωχές περιοχές του πλανήτη πυκνά δημοσιεύματα καταλογίζουν στη Δύση σκανδαλώδη μεροληψία υπέρ της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των οικονομικών της αδιεξόδων.

Το ζήτημα ξεκινάει από την θεώρηση του τρόπου με τον οποίο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποφασίζει να βοηθήσει χώρες με οικονομικά προβλήματα. Η γενικότερη εκτίμηση που υπάρχει, στηριγμένη και σε ακαδημαικές μελέτες μάλιστα (1), είναι πως η βοήθεια που δίδεται καθώς και οι όροι και οι προυποθέσεις που επιβάλλονται (conditionality) διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Τρείς είναι βασικά οι παράγοντες που επηρεάζουν τις σχετικές αποφάσεις. Ο ένας είναι τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάλογα με τις συμμαχικές τους δεσμούς και τις συγκυριακές τους στρατηγικές ανάγκες οι ΗΠΑ, που ασκούν την μεγαλύτερη επιρροή στο ΔΝΤ, αποφασίζουν για τον βαθμό εύνοιας που πρέπει επιδειχθεί σε ορισμένες χώρες.(2) H Ελλάδα λοιπόν σαν μέλος του ΝΑΤΟ και παλιός φίλος των ΗΠΑ θεωρείται από τις ανερχόμενες χώρες του τρίτου κόσμου σαν ιδιαίτερα ευνοημένη μια κι’ εξασφάλισε δάνεια πολύ πάνω από τα όρια που δικαιούται με βάση τις συνεισφορές της στο Ταμείο.

Άλλος λόγος που επηρεάζει τις αποφάσεις του Ταμείου είναι αν τα χρέη της υφιστάμενης το πρόβλημα χώρας τα έχουν φορτωθεί (είτε σαν απ’ ευθείας δανεισμό είτε μέσω κρατικών ομολόγων) Τράπεζες των ΗΠΑ η των άλλων κυρίων μετόχων του ΔΝΤ (Ιαπωνία, Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία).(3) Όπως είναι γνωστό τα ελληνικά προβληματικά ομόλογα βρίσκονται κατά κύριο λόγο στα χέρια Γερμανικών και Γαλλικών Τραπεζών. Αμερικανοί και Ιάπωνες, προφανώς διαβλέποντας τα επερχόμενα αδιέξοδα, είχαν προσεκτικά αποφύγει να αναμιχθούν στον ελληνικό δανεισμό. Τα προβλήματα όμως των Γαλλικών και Γερμανικών Τραπεζών από μιά ενδεχόμενη ελληνική κατάρρευση οδήγησαν, σύμφωνα με τους σχολιαστές χωρών του τρίτου κόσμου, το ΔΝΤ αλλά και την ΕΕ και την Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα στο πρόγραμμα μαμούθ για την διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Κάτι μεροληπτικό και απόλυτα απαράδεκτο για άλλες χώρες της γής με παρόμοια η και ηπιότερα ακόμα προβλήματα.

Τέλος, τα συμφέροντα της ίδιας της γραφειοκρατίας του ΔΝΤ (σύμφωνα με τη περίφημη «σχολή της δημόσιας επιλογής») υπαγορεύει την δανειακή πολιτική του οργανισμού αυτού καθώς και τους όρους που επιβάλλει. (4) Αυτονόητα, η γενναία οικονομική ενίσχυση μιάς χώρας της ευρωζώνης διευρύνει τις εξουσίες των στελεχών του Ταμείου διότι τους προσθέτει ελεγκτικό κύρος και διευθέτηση μεγαλύτερων κονδυλίων. Παράλληλα, διευκολύνει την ροή μεγαλύτερων πόρων προς το ΔΝΤ κάνοντας το έργο τους σπουδαιότερο και θεσμικά (διάσωση της ευρωζώνης) περισσότερο κρίσιμο. Χώρες της γεωγραφικής περιφέρειας της γής δεν προσδίδουν το ίδιο κύρος στην γραφειοκρατία του ΔΝΤ με το να ασκούν έλεγχο σε χώρες της καρδιάς της Ευρώπης, όπως είναι η Ελλάδα σε σχέση με την Μποτσουάνα λ.χ, την Γουατεμάλα η την Μπελίζε.

Ενώ λοιπόν στην Αθήνα τραγουδιστές (Λ. Μαχαιρίτσας), και όχι μόνο, καυτηριάζουν το Ταμείο και την ΕΕ για σκληρά μέτρα που αποσκοπούν στο «να περνούν καλά οι Γερμανοί» (!), ο υπόλοιπος κόσμος καταφέρεται απαξιωτικά για την χώρα μας με επιχειρήματα καθαρά αριστερής δεοντολογίας. Όταν μας τα δίνουν τα δανεικά κι εμείς τα τρώμε σπαταλώντας τα, οι Γερμανοί και υπόλοιποι Ευρωπαίοι είναι καλοί και άριστοι για τους δικούς μας ηθικολόγους. Ετσι όμως και τολμήσουν να τα ζητήσουν πίσω, τότε μετατρέπονται σε αδίστακτους καπιταλιστές έτοιμους να ρουφήξουν το αίμα των αγνών ελλήνων. Για όλους τους υπόλοιπους, η χώρα μας θεωρείται κομμάτι του δυτικού καπιταλισμού που κάνει ό,τι μπορεί για να καλύψει τις ανομίες και την κακοδιαχειρισή μας με αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση δικών του στρατηγικών η οικονομικών συμφερόντων.

Τελικά, ό,τι και να κάνουν οι δυτικοί, δαρμένοι καταλήγουν…

(1) Βλ. σχετ. Mark S. Copelovitch, The International Monetary Fund in the Global Economy: Banks, Bonds and Bailouts. New York: Cambridge Univ. Press, 2010 και Grigore Pop-eleches, From Economic Crisis to Reform: IMF Programs in Latin America and Eastern Europe . Princeton: Princeton Univ Press, 2009
(2) Lawrence Broz and Michael Hawes, “Congressional Politics of international financial rescues.” American Journal of Political Science 49(3): σελ. 479-96, 2005
(3) Μark S. Copelovitch, “Governing Global Markets: private debt and the politics of IMF lending”, PhD dissertation, Harvard University, 2005 και Erica Gould, Money Talks: The IMF , Conditionality and Supplementary Financiers. Palo Alto: Stanford Univ. Press, 2006
(4) Βλ λ.χ. Roland Vaubel, The Political Economy of the IMF: a public choice analysis. Boulder: Westview Press, 1991


Πλήρες Άρθρο »