ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Η πολιτική ορθότητα έχει διαστρεβλωτικά κατακλύσει την δημόσια ζωή της χώρας. Με την απουσία ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης πολιτικοί παράγοντες και αστέρες των μέσων ενημέρωσης ανοίγουν και κλείνουν τα διάφορα ζητήματα με ευκολοχώνευτους χαρακτηρισμούς που φορτίζουν το πολιτικό κλίμα. Κεντρικό ζήτημα για την ελληνική κοινωνία αποτελεί η πλημμυρίδα των μεταναστών από μουσουλμανικές κυρίως χώρες. Και οι σταδιακές αναταράξεις που προκαλούνται λόγω της δυσκολίας ενσωμάτωσής τους στον ιστό της ελληνικής κοινωνίας. Το ζήτημα ποτέ δεν αναλύεται. Ούτε και νηφάλια κουβεντιάζεται. Συνήθως καλύπτεται από φωνές που εκφράζουν τα δύο πολιτικά άκρα. Η μια πλευρά κινδυνολογεί και κραδαίνει λάβαρα φοβίας και τρόμου. Η άλλη κατηγορεί όσους γνήσια ανησυχούν σαν ακραίους εθνικιστές με ρατσιστικές πεποιθήσεις.

Η πραγματικότητα βρίσκεται μακριά από φανατισμούς και πολιτικές εμπάθειες. Το παραμύθι περί ρατσισμού πρέπει να σταματήσει. Όταν σταδιακά αλλοιώνεται η εθνική σύνθεση ολόκληρων συνοικιών μεγάλων ελληνικών πόλεων, η εγκληματικότητα εξαπλώνεται ενώ η ανασφάλεια αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για πολλούς συμπολίτες μας το ζήτημα δεν έχει να κάνει με ρατσισμό και φυλετικές διακρίσεις. Το πρόβλημα σχετίζεται με την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Αν αυτά τιναχθούν στον αέρα ελάχιστη σημασία έχει ο χαρακτηρισμός κάποιων με κοσμητικά επίθετα που παραπέμπουν σε πολιτικά άκρα.

Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αποικιακή δύναμη. Ούτε και οικονομικός κολοσσός. Που θα προσήλκυε πρώην υπηκόους η εξαθλιωμένους πολίτες εξαρτημένων χωρών που προσβλέπουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Η Ελλάδα έγινε μαγνήτης προσέλκυσης παράνομων κατά βάση μεταναστών λόγω ανυπαρξίας έννομης τάξης και σοβαρού κρατικού μηχανισμού. Υπήρξε για χρόνια ο αδύναμος κρίκος στην προσπάθεια εκπόρθησης των συνόρων της δυτικής Ευρώπης.από λογής κοινωνικά στρώματα της Ασίας και της Αφρικής. Στην εποχή που ζούμε η Δύση βρίσκεται σε πολιορκία. Παρά τους κλυδωνισμούς που υφίσταται σε επίπεδο οικονομικής ευημερίας και ομαλότητας από την σοβαρότερη μεταπολεμικά οικονομική κρίση η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί προορισμό μετακίνησης κυρίως από τον μουσουλμανικό κόσμο της Εγγύς Ανατολή, της Αφρικής και της Νότιας Ασίας.

Η Ελλάδα σαν πύλη της ευρωπαικής ενδοχώρας απέτυχε πλήρως στον ρόλο του προστάτη των συνόρων. Και πλημμύρισε σε πρώτη φάση η ίδια από ολόκληρους στρατούς φυγάδων προερχόμενους από κοινωνίες ένδοιας και παρακμής. Όταν όμως η χώρα δυσκολεύεται να συντηρήσει τον γηγενή της πληθυσμό αυτονόητα δημιουργείται ένα κλίμα εχθρότητας και απέχθειας προς κάθε νεοφερμένο. Το κλίμα αυτό δεν αντανακλά ξεπερασμένους εθνικισμούς η έμφυτες ρατσιστικές τάσεις. Αποτελεί την φυσιολογική αντίδραση ενός κόσμου που βλέπει την ζωή του να υποβαθμίζεται, τον κοινωνικό του περίγυρο να καταρρέει και το βιός του να χάνεται. Οταν μάλιστα τα όποια τυχόν οφέλη αυτής της εισροής ξένων διεκδικητών μιάς καλύτερης τύχης εξαφανίζονται, λόγω κυρίως των οικονομικών εξελίξεων, τότε ο υδράργυρος της έντασης ανεβαίνει και η αυτοπεποίθηση της κοινωνίας αποσυντίθεται.

Λαμβάνοντας υπ όψιν το γεγονός πως οι μουσουλμάνοι δύσκολα αφομοιώνονται από ένα διαφορετικό κοινωνικό περίγυρο είναι αυτονόητο πως όσο ο αριθμός τους ανεξέλεγκτα θα αυξάνεται τόσο περισσότερες θα είναι οι πιθανότητες δυσάρεστων εξελίξεων. Ουδείς γνωρίζει ποιοί ακριβώς έρχονται στην Ελλάδα, από που και με ποιό σκοπό. Η προώθησή τους στην Ευρώπη στοχεύει στην πραγματικότητα αε ένα καλύτερο αύριο η μήπως συνδέεται με σχέδια μελλοντικών θρησκευτικών ξεσηκωμών και μορφοποίησης ριζοσπαστικών κινημάτων; Ουδείς είναι σε θέση να απαντήσει με σιγουριά σε παρόμοια ερωτήματα η υποθέσεις.

Όπως σωστά είχε αναφέρει ο Λίο Ρόστεν, «συνήθως βλέπουμε τα πράγματα όπως είμαστε εμείς κι όχι όπως είναι αυτά». Όταν λοιπόν η κοινωνία μας κλυδωνίζεται εύλογα οι πολίτες αναζητούν υπευθύνους. Η πλημμυρίδα των ξένων αποτελεί σίγουρα αιτία αναστάτωσης. Τα πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με αφορισμούς περί ρατσισμού και περί ακροδεξιών εκδηλώσεων. Χρειάζεται σοβαρή μελέτη και σε βάθος ανάλυση. Το κυριότερο είναι η ανασυγκρότηση του κράτους ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει τα σύνορα. Και η αποτύπωση στη συνέχεια μιας ευανάγνωστης μεταναστευτικής πολιτικής που θα καθορίζει στόχους, αριθμό και προσόντα των ανθρώπων που θα γίνονται δεκτοί καθώς και προϋποθέσεις (δικαιώματα και υποχρεώσεις) για τη συνέχεια της παραμονής τους.