ΤΟ....ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΤΟ....ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

 

Λυπάμαι που αναγκάζομαι να γίνω καυστικός αλλά οι προοπτικές μαζικών επενδύσεων στην Ελλάδα από αξιόπιστους διεθνείς φορείς μοιάζουν με ευθυμογράφημα. Και ο λόγος είναι απλός. Οι επενδύσεις δεν είναι κινήσεις φιλανθρωπίας που στοχεύουν στην εξασφάλιση καλύτερων ημερών για τους Έλληνες πολίτες. Οι επενδύσεις είναι απλά και ξάστερα πρωτοβουλίες οικονομικής κερδοσκοπίας τις οποίες αναλαμβάνει κάποιος στοχεύοντας σε υψηλές αποδόσεις και εξασφαλισμένα κατά το δυνατόν κέρδη. Μιά ματιά στο κλίμα απέναντι στις αγορές που κυριαρχεί στην Ελλάδα εύκολα πείθει κάποιον πως μιά τέτοια προοπτική είναι μάλλον ουτοπική.

Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων προϋποθέτει ορισμένα δεδομένα. Το κυριότερο από αυτά είναι ταχύτατες διαδικασίες εγκατάστασης των σχετικών καινούργιων επιχειρηματικών μονάδων. Υποτίθεται πως το εμπόδιο αυτό θα ξεπερασθεί με το νομοσχέδιο για fast track επενδύσεις που προωθεί στη Βουλή ο κ. Χάρης Παμπούκης. Το «υποτίθεται» αναφέρεται στην αστείρευτη πηγή πρωτότυπων διαδικασιών που σκαρφίζεται η ελληνική γραφειοκρατία προκειμένου να μη χάσει εξουσίες και αρμοδιότητες. Με σημαία την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος αλλά και άλλες απαραίτητες για τις στρατιές μανδαρίνων που μαστίζουν τα ελληνικά υπουργεία ρυθμίσεις και εγκρίσεις, οι επι μέρους υπηρεσίες θα κάνουν ότι είναι δυνατόν ώστε οι κατ΄εξαίρεση διαδικασίες εξπρές του ν/σ να εκτροχιαστούν. Με την συμβολή και της αναβλητικής δικαιοσύνης – πρωτοστατούντος του Συμβουλίου Επικρατείας – πολλές κινήσεις θα ματαιωθούν, ενώ άλλες θα οδηγηθούν στις ελληνικές καλένδες.

Ας ελπίσουμε όμως πως θα είμαστε τυχεροί. Και η κυβέρνηση πραγματικά θα ξεπεράσει τον κυκεώνα διατάξεων, αδειών, εγκρίσεων και ρυθμίσεων που προβλέπουν οι πάμπολλοι και συχνά αντιφατικοί νόμοι της χώρας. Υπάρχει και το ζήτημα της λειτουργίας των επιχειρήσεων. Για να προσελκύσει μιά χώρα επενδύσεις και οι διάφορες διακηρύξεις να γίνουν πράξη και ουσία απαραίτητη προϋπόθεση είναι η σιγουριά και η σταθερότητα. Για τον επενδυτή κυρίως και για την τύχη των πόρων που θα διαθέσει. Η δυνατότητα της ελληνικής γραφειοκρατίας για αυθαιρεσίες και ερμηνείες των νόμων κατά το δοκούν συνιστά θεμελιώδες αντικίνητρο για κάποιον να δραστηριοποιηθεί οικονομικά στη χώρα. Οι νόμοι κατά κύριο λόγο δεν εφαρμόζονται από το ίδιο το ελληνικό κράτος και τα όργανά του. Εντελώς ατιμώρητα, και δίχως τον παραμικρό δισταγμό, διαπομπεύονται πρόσωπα προερχόμενα κυρίως από τον επιχειρηματικό κόσμο. Απλά και μόνο ώστε οι πολιτικοί να έχουν άλλοθι για δικές τους αντιδημοφιλείς και κατακριτέες ενέργειες.

Την ίδια ώρα, το δημόσιο ενώ απαιτεί από τους πολίτες συμμόρφωση σε λογής αυθαίρετες ναι αναπάντεχες αποφάσεις (αύξηση ΦΠΑ, έκτακτες εισφορές) δεν διστάζει να αρνείται την θεσμοθετημένη του υποχρέωση για επιστροφές ΦΠΑ σε επιχειρήσεις και πολίτες. Το ίδιο ισχύει όταν το κράτος είναι υποχρεωμένο να αποζημιώσει ιδιώτες για πράξεις δικές του που προκάλεσαν ενδεχόμενα ζημίες. Απειλεί όμως με κυρώσεις, ακόμα και πλειστηριασμούς, αν ο πολίτης αδυνατεί να καταβάλει κάποια δόση των υποχρεώσεών του.

Το σοβαρότερο όμως αντικίνητρο για την όποια επενδυτική πρωτοβουλία είναι η αστάθεια και η απόλυτη αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει το φορολογικό καθεστώς. Σε μιά χώρα που θεωρείται αυτονόητο, δίχως ανάγκη της όποιας επεξήγησης, πως όποιος έχει οφείλει και να καταβάλει η κυβέρνηση μεταβάλει και τρείς φορές ακόμη τον χρόνο το φορολογικό καθεστώς. Νέοι φόροι μπαίνουν συνεχώς, ενώ η άμεση φορολογία – που συνήθως επιβαρύνει τους ίδιους και τους ίδιους – θεωρείται ασυζητητί δικαιότερη της έμμεσης. Ανεξάρτητα αν την έμμεση μπορείς και να την αποφύγεις. Ενώ οι ευπορότεροι πολίτες είναι φυσικό να επιβαρύνονται περισσότερο με την έμμεση φορολογία, μιά και λογικά καταναλώνουν πολύ περισσότερα προϊόντα. Εξ άλλου, στην έμμεση φορολογία δεν υπάρχει φοροδιαφυγή. Όσοι έχουν υψηλά πραγματικά εισοδήματα πληρώνουν και περισσότερους έμμεσους φόρους, λόγω μεγαλύτερων φυσιολογικά δαπανών.

Καταπολεμώντας υποτίθεται την φοροδιαφυγή το ελληνικό δημόσιο συντρίβει έτσι την επιχειρηματικότητα. Διότι εξαντλεί φορολογικά την αγορά και εξουθενώνει τα ακίνητα. Ποιός μπορεί σοβαρά να προγραμματίσει επενδύσεις όταν δεν γνωρίζει την τύχη αύριο των κερδών του η τις επιβαρύνσεις επί των ακινήτων που θα συνθέτουν την περιουσία του;

Με βάση τα δεδομένα αυτά οι ελπίδες για ξένες επενδύσεις παραμένουν ελάχιστες. Εκτός και κάτι αλλάξει. Κι άξαφνα οι Έλληνες εγκαταλείψουμε τα εξωπραγματικά εξισωτικά μας βιώματα κι αγκαλιάσουμε την λογική των αγορών.