Ποιους Ακούει η Κυβέρνηση;

Ποιους Ακούει η Κυβέρνηση;

 

Στο ξεκίνημα της κυβερνητικής της θητείας η σημερινή κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου εμφάνισε μια ομάδα ξένων ειδικών συμβούλων που θεωρητικά θα συνέβαλαν στην διαμόρφωση της πολιτικής της. Με βάση την μέχρι τώρα συμπεριφορά της είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιούς ακριβυώς από αυτούς συμβουλεύεται και ποιους ακούει. Δεν είναι δυνατόν καθηγητές κύρους να μην επισημαίνουν τους σοβαρούς κινδύνους που προκαλούνται από την αδράνεια στην μείωση του δημόσιου τομέα η στην αύξηση των φόρων σε μια οικονομία στερημένη πόρων και με ελάχιστη καταναλωτική δύναμη.

Εξ ίσου αδιανόητο είναι να γίνεται αδιαμαρτύρητα αποδεκτή μια αντίληψη που επιμένει στην καταπολέμηση της λεγόμενης φοροδιαφυγής δίχως να απασχολείται με την αδυναμία του κράτους να προσφέρει έστω και τα στοιχειώδη στον πολίτη για την κάλυψη των αναγκών του. Πως είναι δυνατό επίσης άτομα με διεθνή αναγνώριση να μην επισημαίνουν πως είναι αδιανόητο μά χώρα να επιζητεί την ανάπτυξη με την μεγαλύτερη, αναποτελεσματικότερη και πιο διεφθαρμένη δημόσια διοίκηση σχεδόν στην υφήλιο. Πως είναι δυνατόν δίχως χαμηλούς φόρους κι ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο να επιζητά κανείς επενδύσεις για να ξεφύγει η χώρα από το τέλμα.

Αν εξαιρέσει μάλιστα κανείς τον Τζόσεφ Στίγκλιτζ, που επιμένει να υποστηρίζει την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική του Προέδρου Ομπάμα, είναι αμφίβολο αν υπάρχει άλλος διεθνούς κύρους σύμβουλος της κυβέρνησης που να πιστεύει πως δημόσιες δαπάνες που μεγαλώνουν το χρέος και παρεμβάσεις στην οικονομία και στην λειτουργία των αγορών έχουν την παραμικρή πιθανότητα να αποφέρουν τα όποια θετικά αποτελέσματα. Στις ΗΠΑ η ανεργία δεν έχει μειωθεί ούτε στο ελάχιστο ενώ οι παρεμβάσεις έχουν μειώσει την διάθεση για επιχειρηματικό ρίσκο και ενεργητικές πρωτοβουλίες στις αγορές. Γι’ αυτό στις εκλογές του Νοεμβρίου περιμένουν όλοι πως είναι πιθανό να χάσει ο Πρόεδρος την Γερουσία ενώ θεωρείται σίγουρη η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Βέβαια και οι Ρεπουμπλικάνοι, από την άλλη μεριά, δεν είναι το κόμμα της λιγότερης κρατικής παρέμβασης. Πιθανόν στην ρητορεία να προβάλει τέτοιες ιδέες. Στην πράξη όμως γίνεται το κόμμα των μεγάλων δαπανών και των εκτεταμένων ρυθμιστικών παρεμβάσεων. Η τελευταία κυβέρνηση Μπούς, όπως υποστήριζαν κοντά στο ξεκίνημά της και έλληνες «έγκυροι» κονδυλοφόροι αλλά που κατάπιαν τα λόγια τους μετά την κρίση για να τα φορτώσουν όλα στην οικονομία της αγοράς, διακρίθηκε για τις μεγάλες της δημόσιες δαπάνες αλλά και για την «επιστροφή του κράτους» στην οικονομική ζωή. Εισαγωγικοί δασμοί, μεγάλες επιδοτήσεις κυρίως στην γεωργία, παρεμβάσεις στις αγορές κατοικίας - που προκάλεσαν ουσιαστικά και την τελευταία οικονομική κρίση – αλλά και τα θεόρατα πακέτα οικονομικής ενίσχυσης των Τραπεζών από το δημόσιο ταμείο – όλες αυτές πολιτικές των Ρεπουμπλικάνων του κ. Μπούς - προκάλεσαν τα σημερινά αδιέξοδα της οικονομίας των ΗΠΑ. Και οι πολιτικές δημοσιονομικής επέκτασης (περισσότερα λεφτά από το κράτος στην οικονομία δηλ.) του κ. Ομπάμα δεν δείχνουν να είναι σε θέση να λύσουν κανένα πρόβλημα.

Οφείλουν επίσης τα κυβερνητικά στελέχη να δείξουν πως πιστεύουν στις πολιτικές που εφαρμόζουν. Κι όχι να τρέχουν κλαμένοι στα κανάλια σαν προδομένες αρραβωνιάρες κατηγορώντας τους ξένους δανειστές για αναλγησία κι’ εξιστορώντας τα πάθη τους για την διάσωση του καημένου του λαού. Είτε πιστεύουν σε πολιτικές που από μόνες τους είναι σε θέση να φέρουν την λύση είτε να εγκαταλείψουν τις απηρχαιωμένες ιδεολογικές τους απόψεις και να δώσουν προοπτική και όραμα στον κόσμο. Δεν μπορεί να υπάρχουν διεθνούς κύρους σύμβουλοι που να μην τους επισημαίνουν πως με γκρίνια και μέτρα ανάγκης, για τα οποία πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε, δεν κινητοποιούνται κοινωνίες ούτε και αντιμετωπίζονται αδιέξοδα.

Αν λοιπόν εισακούγονται οι διεθνείς εδικοί είναι αυτονόητο πως οι προτάσεις τους θα είναι για σμίκρυνση του δημόσιου τομέα, απελευθέρωση των αγορών, λιγότερες διοικητικές παρεμβάσεις και σταθερή και μικρότερη φορολογία. Τίποτε άλλο δεν θα αναστείλει την πορεία της χώρας προς την καταστροφή. Καλό είναι να το συνειδητοποιήσουμε και πάνω στην λογική αυτή να κινητοποιηθούμε.