ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΙ

ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΙ

 

Ποιος επι τέλους φταίει για το χάλι της ελληνικής οικονομίας αλλά και της χώρας μας γενικότερα; Εύκολος σάκος του μπόξ γίνονται οι πολιτικοί που πλέον φαίνεται να φταίνε για τα πάντα. Πιθανώς και για τους σεισμούς και τις καταιγίδες. Στο απυρόβλητο μένει πάντοτε η κακομαθημένη κοινωνία που συνήθως στηρίζει την φαυλότητα της πολιτικής εξουσίας και καταδικάζει δίχως δεύτερη κουβέντα κάθε κίνηση εξυγίανσης και ορθολογικής πολιτικής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως από τον τόπο πέρασαν κυβερνήσεις καλές και έντιμες καθώς και κυβερνητικά σχήματα αναποτελεσματικά και τραγικά αποτυχημένα. Αν πάρουμε σαν κριτήριο επιτυχίας η αποτυχίας την συμβολή στην αύξηση των χρεών της χώρας η, αντίστροφα, την προσπάθεια περιορισμού τους αυτά που αντικρίζουμε είναι εντυπωσιακά. Η τελευταία κυβέρνηση Κων/νου Καραμανλή, καθώς και η κυβέρνηση Γ. Ράλλη που την διαδέχθηκε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την σύνεση και την διαχειριστική μετριοπάθεια που της χαρακτήριζε. Η λαική πλειοψηφία όμως στράφηκε με μένος εναντίον τους, κατακρημνίζοντάς τες σχεδόν με βιαιότητα από την εξουσία.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ που ακολούθησε έθισε την ελληνική κοινωνία στην πλασματική ευημερία μέσω εξωτερικού δανεισμού. Η χώρα άρχισε να μοιράζει χρήματα από πηγές που δεν υπήρχαν. Η χώρα δηλ. άρχισε να ξοδεύει πόρους που δεν είχε. Η λαική υποστήριξη των επιλογών αυτών όμως υπήρξε εντυπωσιακή. Η απόλαυση αγαθών που κανείς δεν είχε δουλέψει για να παράγει μέθυσε τα λαικά κυρίως στρώματα που άρχισαν να συνηθίζουν σε ένα τρόπο ζωής πάνω και έξω από τις αντικειμενικές τους δυνατότητες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, μετά και την αλησμόνητη προτροπή «Τσοβόλα δώστα όλα», απήλαυσε ανεπανάληπτη λαική στήριξη.

Δεν ήταν εύκολο να μπεί φρένο πλέον στις προσδοκίες για εύκολο και σχετικά άκοπο πλουτισμό. Ακόμη κι οι αγρότες, οι πλέον ευνοημένοι της κοινοτικής συμμετοχής της Ελλάδας, αντί να αναδιαρθρώσουν τις γεωργικές τους δραστηριότητες μετατράπηκαν σε δημόσιους υπάλληλους. Σε αποδέκτες δηλαδή ετήσιων τακτικών επιχορηγήσεων ανεξάρτητα από την απόδοση της δουλειάς τους. Οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη έκαναν κάποιες προσπάθειες να συγκρατήσουν τον κατήφορο. Δίχως όμως ιδιαίτερο πάθος και δυναμισμό. Η εσωτερική υπονόμευση που αντιμετώπισαν υπήρξε σκληρότατη. Και οι δύο κυβερνήσεις κατηγορήθηκαν, για τις σχετικά δειλές τους πρωτοβουλίες, σαν νεοφιλελεύθερες. Οι μεν από την λεγόμενη λαική δεξιά. Και οι άλλοι από την νέο-παπανδρεική, και ακραιφνώς κρατικοδίαιτη, αριστερή της πτέρυγα.

Εκτοτε ο νεοφιλελευθερισμός ταυτίσθηκε στο λαικό θυμικό σαν ο αδυσώπητος εχθρός των όποιων, έστω και με δανεικά, κατακτήσεων. Δίχως βέβαια την όποια συζήτηση ουσίας για το περιεχόμενο των προτάσεών του. Και χωρίς προβληματισμό για την απόλυτη απουσία του από την ελληνική πολιτική σκηνή. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευωπαική χώρα δίχως κάποιο γνήσιο φιλελεύθερο κόμμα.

Οι νεοφιλελεύθερες λοιπόν προτάσεις πετάχθηκαν από όλους τους πολιτικούς χώρους στο καλάθι των αχρήστων. Χάθηκε έτσι η ευκαιρία να προσαρμοσθεί η οικονομία μας σταδιακά και δίχως αιματηρά οικονομικά σόκ στα νέα παγκόσμια δεδομένα. Κυριάρχησαν, με ευρεία βέβαια λαική στήριξη, οι αντιλήψεις της αριστεράς και της κρατικιστικής δεξιάς στην χώρα. Με αποτέλεσμα βέβαια την εξακολούθηση της κατρακύλας και την κατάληξη στα σημερινά τραγικά αδιέξοδα.

Ευθύνη λοιπόν για την κατάντια της χώρας έχουν βέβαια οι πολιτικές ηγεσίες. Αλλά επειδή κυρίως ακολουθούσαν τις επιταγές της κοινής γνώμης. Που απαιτούσε μεγαλύτερο κράτος. Που ενέκρινε με κρυφοχαμόγελα γελοιότητες του είδους «επιδόματα καυσοξύλων» και «κανονικής προσέλευσης» στην εργασία. Και στήριζε κάθε κινητοποίηση υποστήριξης των εξωφρενικών προνομίων των συντεχνιών του δημόσιου τομέα. Η περιφρόνηση του νεοφιλελευθερισμού προκάλεσε τον γιγαντισμό του δημόσιου τομέα, τις απέραντες στρατιές δημοσίων υπαλλήλων και τον εξωφρενικό εξωτερικό δανεισμό. Δεν υπάρχουν λοιπόν αθώοι του αποκρουστικού εγκλήματος κατά της Ελλάδας. Γι’ αυτό και όλοι τώρα θα υποχρεωθούν να πληρώσουν τον απεχθή λογαριασμό. Κάτι φυσικά που δεν εμποδίζει τους σημερινούς φαιοκόκκινους Ιεροεξεταστές να συνεχίζουν να αποδίδουν τα δεινά της χώρας σε ένα φαντασιακό «νεοφιλελευθερισμό»- όπως ακριβώς οι πνευματικοί τους πρόγονοι τον Μεσαίωνα απέδιδαν κάθε έκφραση αντικαθεστωτικής σκέψης στον Διάβολο.