«Εχοντες» και «Μη Εχοντες» η «Δημιουργοί Πλούτου» και «Εισπράκτορες;»

«Εχοντες» και «Μη Εχοντες» η «Δημιουργοί Πλούτου» και «Εισπράκτορες;»

 

Οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, δίχως σκέψη βέβαια και υπολογισμό, καταλήγουν μόνιμα, για να εξευμενίσουν προφανώς τα δύσκαμπτα αντανακλαστικά της Αριστεράς, στην επιβάρυνση των «εχόντων και κατεχόντων» για την αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος. Το αποτέλεσμα συνήθως στέφεται από αποτυχία. Διότι αιμορραγούν εκείνοι που συνήθως δεν έχουν ευθύνες για τα προβλήματα. Και είναι πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι. Εξαντλούμενοι οικονομικά, ελάχιστα μπορούν τελικά να συνεισφέρουν.

Ποτέ δεν εξηγείται ποίοι ακριβώς είναι οι περίφημοι «έχοντες και κατέχοντες». Και για ποιό λόγο θα πρέπει πάντοτε αυτοί να επιβαρύνονται. Οταν δημιουργούσαν πλούτο δεν το έκαναν με στόχο να τον μοιρασθούν με το ελληνικό κράτος και με τους όποιους κάθε φορά ευνοουμένους του. Για ποιο λόγο είναι δίκαιη η άνωθεν επιβαλλόμενη αναδιανομή; Ποιο θα είναι το κοινωνικό όφελος για όλους αυτούς; Σε διαφορετική περίπτωση, για ποιο λόγο θα παράγουν πλέον πλούτο όσοι μπορούν; Θα μείνουμε μόνο με τους εργολάβους και τους προμηθευτές του δημοσίου. Που θα κερδίζουν μέσω γνωστών μηχανισμών και θα μοιράζονται με τους «ημετέρους» τις προσόδους τους.

Οι κοινωνικές αδικίες του συστήματος είναι ολοφάνερες. Μόνο που δεν θέλουμε να τις παραδεχθούμε. Γιατί δεν ακούγονται σαν «πολιτικά ορθές». Πως είναι δυνατόν να διαμαρτύρονται ομάδες ολόκληρες του πληθυσμού για χαμηλές λ.χ. συντάξεις όταν το εισόδημα, αναλογικά πάντοτε, που δήλωναν και πάνω στο οποίο υπολογίζονται οι παροχές αυτές ήταν χαμηλότερο από τις σημερινές τους απολαβές. Το χειρότερο μάλιστα είναι πως πολλοί περνούν μια ζωή ασφαλίζοντας χαμηλότατα εισοδήματα, και φροντίζουν τα τελευταία επαγγελματικά τους χρόνια να ασφαλίζουν πολύ υψηλότερες αποδοχές. Εξασφαλίζοντας έτσι πολύ υψηλότερες συντάξεις από αυτές που πραγματικά δικαιούνται. Ληστεύοντας το κοινωνικό σύνολο από πολύτιμους πόρους.

Τα περί τριμερούς ασφαλιστικού συστήματος είναι εξωπραγματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι εισφορές των ασφαλισμένων είναι εικονικές. Τα πάντα τα καταβάλλει ο εργοδότης. Στην οικοδομή μάλιστα, αυτό καθορίζεται και με νόμο!! Σαν συνέπεια, η επιχείρηση φέρει πολύ μεγαλύτερα βάρη από αυτά που επίσημα της αναλογούν. Κι εν τούτοις, συνεχώς καθυβρίζεται και η προσφορά της υποβαθμίζεται.
Η ακίνητη ιδιοκτησία τέλος διώκεται. Επειδή ακριβώς δεν μεταφέρεται, αποτελεί για τις κρατικές αρχές την κλασσική κότα που γεννά χρυσά αυγά. Σε κάθε ευκαιρία επιβαρύνεται με λογής φόρους και τέλη. Αλλά δεν φορολογούνται τα τυχόν έσοδα απ’ αυτήν. Αλλά αυτή καθεαυτή η ύπαρξή της. Που βέβαια έχει αποκτηθεί με χρήματα ήδη φορολογημένα. Και που πληρώνει φόρους για κάθε υπηρεσία που εξασφαλίζει η για εργασίες που γίνονται για την αξιοποίησή της.

Στο βιβλίο – πολεμική “Makers And Takers” (New York, Doubleday, 2008) ο Peter Schweizer περιγράφει δύο τύπους κοινωνικών ομάδων κι’ αναλύει την συμπεριφορά και τον ρόλο τους στην γενικότερη πορεία μιάς χώρας. Από την μια πλευρά βρίσκονται εκείνοι που πασχίζουν, δουλεύουν, παράγουν και δημιουργούν (Makers). Εκείνοι δηλαδή που «φτιάχνουν» πλούτο για την χώρα και συμβάλλουν ουσιαστικά στην αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Από την άλλη βρίσκονται, με τα πιρούνια έτοιμα και τις τσέπες ανοιχτές, όλοι εκείνοι που ετοιμάζονται να εισπράξουν (Takers). Μέσω διορισμών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με την εξασφάλιση λογής παροχών, με την εύνοια του κράτους στον τομέα της ανάθεσης έργων, προμηθειών και εργολαβιών, και βέβαια μέσων πλουσιοπάροχων επιδοτήσεων, οι κατηγορίες αυτές των πολιτών αποτελούν τους αποδέκτες της επιχειρηματικής η της προστατευτικής δράσης του δημοσίου.

Στην Ελλάδα οι εισπράκτορες είναι συντριπτικά πολυπληθέστεροι από τους δημιουργούς. Το χρήμα βέβαια ανακυκλώνεται μια και οι ίδιοι γίνονται συνηθέστατα, μια και δεν είμαστε μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές, οι βασικοί καταναλωτές των αγαθών που παράγουν οι δημιουργοί. Εν τούτοις, η έκδηλη ανισορροπία των σχετικών οικονομικών δράσεων επιβαρύνει τους εθνικούς λογαριασμούς και επιβάλλει μεγάλο εξωτερικό δανεισμό.

Κάπως έτσι, και με την αδράνεια και την ανοχή των πολιτικών αρχών, δημιουργήθηκε και το τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Το αξιοπερίεργο είναι πως αντί να αναγνωρίζεται από όλους το πρόβλημα και να επιχειρείται μια συντονισμένη προσπάθεια αποτελεσματικής του αντιμετώπισης αποδύονται όλοι σε συντονισμένες κινήσεις για την συσκότισή του. Κι επιχειρούν να επιβαρύνουν και πάλι τους δημιουργούς, καμιά φορά με τρόπο άτσαλο και αντιδεοντολογικό (όπως οι νέοι φόροι), για να εξασφαλίσουν πόρους σε όφελος των εισπρακτόρων.
Κι’ αυτοί βέβαια δεν είναι ποτέ ικανοποιημένοι. Παρά την εύνοια του συστήματος προς το πρόσωπό τους σχεδόν συνέχεια γκρινιάζουν, απαιτούν, διαμαρτύρονται, συχνά κοροιδεύουν (αποδέκτες επιδοτήσεων και χορηγιών για ανύπαρκτες δραστηριότητες και προγράμματα) και κινητοποιούνται αν κατ’ ελάχιστον θιγεί η βόλεψή τους. Κατορθώνουν έτσι όχι μόνο να διατηρούν τα κεκτημένα αλλά και να διευρύνουν τα όποια εισπρακτικά τους προνόμια. Αυτονόητα, κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης η αναδιάρθρωσης του δημοσιονομικού τοπίου αντιμετωπίζει οξύτατες και καλά οργανωμένες αντιδράσεις.

Κοινωνικές λοιπόν αδικίες υπάρχουν στη χώρα. Το ερώτημα είναι ποιοι ακριβώς στην πραγματικότητα τις υφίστανται… Αν κυριαρχήσει και πάλι η αδράνεια και η νοοτροπία του «τι θα πάρουμε» και «πως θα βολευτούμε», η δίνη που θα μας συνεπάρει δεν θα έχει τέλος.