ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΕ ΑΝΥΠΑΚΟΗ

Δυσκολεύομαι είναι η αλήθεια να καταλάβω το περιεχόμενο του κεντρικού προεκλογικού συνθήματος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τι ακριβώς σημαίνει η πρόσκληση για «ανυπακοή»; Το ΚΚΕ έχει μια ιδιαιτερότητα. Ενώ εκτιμά πως τα πάντα είναι ανοιχτά για τα στελέχη του σε επίπεδο καταγγελίας και κριτικής την ίδια ώρα εμφανίζει μια παράξενη για την εποχή μας υπερευαισθησία στην όποια κριτική θα τολμούσε να ασκήσει ο οποιοσδήποτε τρίτος στις πράξεις και τις ιδέες του. Κοντολογής, ο πλέον ακραίος και πολιτικά σχεδόν υστερικός επικριτικός λόγος των οικονομικών σχέσεων της αστικής δημοκρατίας θεωρείται από τους κομμουνιστές φυσιολογικός και βέβαια αποδεκτός. Την ίδια ώρα όμως η άσκηση επιθετικής κριτικής στις δικές του θέσεις και αντιλήψεις συχνά καταγγέλλεται σαν επικίνδυνος αντι-κομμουνισμός!


Λυπάμαι αν χαλάω κάποιων την ησυχία και πνευματική ραστώνη αλλά η πρόσκληση της κοινωνίας σε ανυπακοή συνιστά επικίνδυνη κίνηση αμφισβήτησης των θεσμών και πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής. Η ανυπακοή στους νόμους και στις επι μέρους διοικητικές διατάξεις, που προφανέστατα καλεί το ΚΚΕ να πράξουν οι πολίτες, οδηγεί σε αναστάτωση και κοινωνική αποσύνθεση. Με περισσότερο πιθανά θύματα τις κοινωνικές ομάδες που ιδιαίτερα το κόμμα αυτό θα ήθελε να προστατεύσει και να ενισχύσει. Θεωρητικά μιλώντας πάντοτε το ΚΚΕ απευθύνεται κατά κύριο στα εργατικά στρώματα, στους χαμηλόμισθους φορολογούμενους και στους οικονομικά αδύναμους πολίτες που εξαρτώνται από την κοινωνική προστασία του δημόσιου τομέα.


Η προτροπή σε ανυπακοή προφανέστατα δεν είναι δυνατόν να εξειδικευθεί κοινωνικά και εισοδηματικά. Είναι αδύνατον ένα κόμμα να απευθύνει τα συνθήματα του σε μέρος της κοινωνίας αφήνοντας κάποια άλλα απ’ έξω. Ούτε και εννοιολογικά είναι σε θέση να περιορίσει το εύρος επιρροής της συνθηματολογίας και της προτροπής του. «Ανυπακοή» δηλ. ποίων και σε τι ακριβώς; Αυτός που προφανέστατα θα πρέπει να πάψει να υπακούει θα πρέπει να είναι ο λαός. Αλλά ποιοι από τους έλληνες δεν αποτελούν μέρος του λαού; Αυτονόητα, κανένας. Κατά συνέπεια η προτροπή είναι προς όλους τους έλληνες να αδιαφορούν για τους νόμους και την δημόσια τάξη.


Αν υποθέσουμε πως η προτροπή αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στους «εργαζόμενους», τότε είναι ολοφάνερο πως μοναχά εκείνοι που ζούν άκοπα από εισοδήματα, τα παιδιά και οι άνεργοι οφείλουν να υπακούουν στους νόμους και τα κελεύσματα της πολιτείας. Ολοι οι υπόλοιποι, εφ’ όσον με κάποιο τρόπο εργάζονται και φορολογούνται, καλούνται να μην υπακούουν σε διατάξεις και νόμους. Το βασικό κάλεσμα λοιπόν θα μπορεί να ερμηνευθεί σαν πρόκληση άρνησης πληρωμής φόρων. Και, βίαιης ακόμη, αντίδρασης απέναντι σε όργανα της πολιτείας που θα θελήσουν να εφαρμόσουν τις οικονομικές και ποινικές συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης.


Δίχως μια σταθερή ροή φορολογικών εσόδων είναι αυτονόητο πως δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει έστω και στοιχειωδώς ένα οργανωμένο κρατικό σύστημα. Σαν συνέπεια συστήματα δημόσιας υγείας, συνταξιοδότησης, πρόνοιας και δωρεάν παιδείας θα οδηγηθούν σε πλήρη κατάρρευση. Εξυπακούεται πως οι ισχυρές εισοδηματικά τάξεις θα είναι οι μόνες σε θέση να αντεπεξέλθουν σε ένα παρόμοιο καταιγιστικό τσουνάμι οικονομικής καταστροφής. Ιδιαίτερα μάλιστα στον τομέα της ασφάλειας που σε ένα καθεστώς γενικευμένης ανυπακοής θα καταρρεύσει περίπου ολοκληρωτικά.


Η πολιτική ειρωνεία είναι πως η προτροπή του κομμουνιστικού κόμματος για ανυπακοή θα οδηγήσει στην εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση των συστημάτων δημόσιας ασφάλειας αλλά και στην ακόμη πιο ριζοσπαστική προοπτική της διαχείρισης της βίας στην κοινωνία από ιδιωτικούς εργολαβικούς φορείς. Δεν γνωρίζω αν αυτός είναι ο μελλοντικός οραματισμός του κομμουνιστικού κόμματος. Εκεί όμως οδηγούν αναπόφευκτα οι προτροπές του. Στα πλαίσια μάλιστα μιάς κοινωνικής πραγματικότητας χτυπημένης από οικονομικά αδιέξοδα και με ένα ανεξέλεγκτο μεταναστευτικό ρεύμα.


Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο το κάλεσμα σε ανυπακοή είναι αυτονόητο πως θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Με πιθανότατα πρώτα θύματα τους ίδιους τους κομμουνιστές. Η κατάλυση της έννομης τάξης θα οδηγήσει στην εφαρμογή του δίκαιου του ισχυρότερου. Και στα πλαίσια της σημερινής τεχνολογικής κοινωνίας αυτός δεν είναι οι λαικές τάξεις. Αλλά μάλλον οι συντεταγμένες οικονομικές ολιγαρχίες με την δυνατότητα προσφυγής σε τεχνολογικά συστήματα καταστολής που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν από γενικευμένες έστω, αλλά παραδοσιακού τύπου και τεχνολογικά φτωχές, λαικές αντιδράσεις.


Να θυμίσω πως οι λαικές επαναστάσεις, που άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης και του κόσμου, εμφανίσθηκαν με την χρήση της πυρίτιδας στην πολεμική τεχνολογία. Γιατί διευκολύνθηκε ο ευχερής εξοπλισμός μεγάλων λαικών στρωμάτων και η ανατροπή της φεουδαρχίας. Που στήριγμά της είχε το σιδερόφρακτο ιππικό – πανάκριβο στην εκπαίδευση και την συντήρηση. Σήμερα το μονοπώλιο άσκησης οργανωμένης βίας περνάει και πάλι στις μεγάλες κεφαλαιουχικές μονάδες (μεγάλα κράτη με πανάκριβους υψηλής τεχνολογίας στρατούς η ιδιωτικές τρομοκρατικές μονάδες η εργολαβικοί μηχανισμοί αντίστασης σε αυτές) που οργανώνουν τον πόλεμο σε απρόσωπη, απόμακρη και επιχειρησιακά στενότερη βάση.


Τα συνθήματα οφείλουν να εδράζονται σε κοινωνικές πραγματικότητες. Κι’ όχι να τις παραμορφώνουν καλλιεργώντας το έδαφος για θεσμική κατάρρευση και εφιαλτικά σενάρια συγκρούσεων.

Πλήρες Άρθρο »

ΠΟΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ

Οι πόλεμοι, οι επιδημίες, οι σοβαρές τρομοκρατικές επιθέσεις, και αναμφίβολα, στο μέλλον, οι οικολογικές κρίσεις είναι όλες σε θέση να διαλύσουν το λεπτά συντονισμένο σύγχρονο οικονομικό σύστημα. Ο κυβερνητικός πανικός και η ασύνετη δραστηριότητα των τελευταίων έξι μηνών, εντούτοις, έχουν καταστήσει ένα πράγμα απόλυτα σαφές: ο κόσμος χρειάζεται επειγόντως ένα καλύτερα σχεδιασμένο παράδειγμα για την πραγματοποίηση της ανάκαμψης.

Το πρόβλημα είναι ότι εκείνες οι θεραπείες, που είναι δημοφιλείς με τις επιχειρήσεις και με το ευρύ κοινό, είναι αποτελεσματικές μόνο όταν χρησιμοποιούνται σε περιορισμένη δόση απέναντι σε μιά μέτριας έντασης και συνήθη ύφεση.

Έτσι το μετριοπαθές δημοσιονομικό ερέθισμα (δηλ. μικρή αύξηση δημοσίων δαπανών) στις αρχές της περιόδου διακυβέρνησης Μπους αποδείχθηκε αποτελεσματικό, ιδιαίτερα όμως επειδή συνοδεύθηκε από μια σειρά μέτρων της πλευράς της προσφοράς - από τις φορολογικές περικοπές του 2001 και την μικρή μείωση της διπλής φορολογίας μερισμάτων το 2003.

Αλλά η χαλαρή νομισματική πολιτική (δηλ.περισσότερο διαθέσιμο χρήμα) στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία το 1970-73 οδήγησε σε πολύ υψηλότερο πληθωρισμό χωρίς την κατάληξη σε οποιαδήποτε σοβαρή οικονομική ανάκαμψη. Το δημοσιονομικό (υψηλές δημόσιες δαπάνες) ερέθισμα της μέσο-δεκαετίας του '70 στη Μεγάλη Βρετανία του Harold Wilson, παρήγαγε ομοίως μια νομισματική κρίση, χωρίς να βοηθήσει την οικονομία να ανακάμψει.

Η επεκτατική πολιτική σκοτώνει…

Αρκεί να εξετάσει κανείς το τεράστιο δημοσιονομικό και νομισματικό ερέθισμα (μεγάλες δημόσιες δαπάνες και αύξηση προσφοράς χρήματος) που χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του '90 στην Ιαπωνία για να συνειδητοποιήσει ότι η δημοσιονομική και νομισματική ασπιρίνη μπορεί να σκοτώσει τον ασθενή εάν χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία μιάς σοβαρής ασθένειας.

Αυτοί λοιπόν που σχεδιάζουν τις σημερινές πολιτικές χρειάζονται μια συνταγή για να αποτρέψουν τα σοβαρά οικονομικά τραύματα από το να μετεξελιχθούν σε κάτι σαν το Μεγάλο Οικονομικό Κράχ του ‘30 η σαν την άθλια εξέλιξη που είχαμε στην Ιαπωνία μετά το 1990. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι τα εξωγενή σόκ προς το οικονομικό σύστημα είναι πιθανότερα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο και σε μιά εποχή έκρηξης των επικοινωνιών και υψηλής πληθυσμιακής πυκνότητας απ' ό,τι στις αργό-επικοινωνιακές, αραιοκατοικημένες και με λιγότερο ενσωματωμένο κόσμο κοινωνίες του 19ου και των αρχών του 20 αιώνα.

Η δημοσιονομική - χρηματική παρέμβαση Μπούς του 2008 (πακέτο Πόλσον) ήταν όχι μόνο ατελέσφορη αλλά αύξησε επικίνδυνα τις ανάγκες κρατικού δανεισμού, μείωσε την οικονομική ευελιξία και αύξησε την έλλειψη κεφαλαίων. Το νομισματικό ερέθισμα (αύξηση παροχής εύκολου χρήματος) που χρησιμοποιήθηκε μετά από το 2001 για να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της τότε χρηματιστηριακής κάμψης παρήγαγε την πολύ περισσότερο επικίνδυνη και τελικά μοιραία φυσαλίδα του τομέα της κατοικίας.

Τώρα πλέον και ο πληθωρισμός και τα επιτόκια μπορεί να περιμένει κανείς πως θα αυξηθούν σημαντικά τους επόμενους μήνες. Με ασχημη βέβαια κατάληξη για το δολάριο

Δεν Υπάρχουν Εύκολες Λύσεις

Για να αποφασίσει κανείς την πιό κατάλληλη πολιτική απάντηση σε μια σοβαρή οικονομική κρίση, είναι απαραίτητο αρχικά να εξετάσει τι ακριβώς προσπαθεί να επιτύχει: προφανώς, μια οικονομία σε γρήγορη ανάκαμψη, που παράγει μεγάλους αριθμούς θέσεων εργασίας με καλές αμοιβές, με δημιουργία σοβαρής κεφαλαιακής βάσης και δυναμικό επιχειρηματικό πνεύμα, πληθωρισμό χαμηλό ή ακόμα και αρνητικό, και την κυβέρνηση να χαλιναγωγεί την κατάσταση , έτσι ώστε ο προϋπολογισμός να είναι ισοσκελισμένος είτε να κινείται γρήγορα πίσω προς την κατεύθυνση αυτή.

Οι καλύτερες ανακάμψεις από την οικονομική καταστροφή έχουν όλες πάρει την μορφή αυτή -- εξετάστε τη βρετανική θεραπευτική αγωγή του 1820s από τις ζημιές των Ναπολεοντείων πολέμων και τη μεταπολεμική ύφεση, την ανάκαμψη των ΗΠΑ της δεκαετίας του '20 από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεταπολεμική ύφεση, την αμερικανική αναζωογόνηση του 1945-60 από την μεγάλη οικονομική κρίση, τις γερμανικές και ιαπωνικές ανακάμψεις της δεκαετίας του '50 από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και πολλές άλλες. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης του ‘30, η Μεγάλη Βρετανία, που ακολούθησε αυτές τις πολιτικές, ευημερούσε πολύ περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία, οι οποίες ακολουθούσαν περισσότερο τον δημοσιονομικό ερεθισμό (λ.χ. Κευνσιανισμός και New Deal).

Οι εναλλακτικές προσεγγίσεις στην αποκατάσταση δεν έχουν λειτουργήσει. Η γερμανική εκτύπωση χρημάτων του 1919-23 οδήγησε στον υπερπληθωρισμό της Δημοκρατίας της Βαιμάρης και την εξασθένηση της μεσαίας τάξης. Η προσπάθεια της Βρετανίας να ανακάμψει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέσω των Κευνσιανών μεθόδων των μεγάλων δημοσίων δαπανών δεν οδήγησε ποτέ στην πολυπόθητη οικονομική απογείωση κι’ έμεινε πίσω από την Ιαπωνία και την Γερμανία που ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Είναι σαφές επίσης, πως η προσπάθεια της Ιαπωνίας να οδηγηθεί σε ευημερία μέσω της δημιουργίας υποδομών από το δημόσιο τομέα στην δεκαετία του '90 δεν λειτούργησε. Η προσπάθεια επίσης της Ρωσίας στην ίδια δεκαετία να επιτύχει την ευημερία μέσω άναρχης ιδιωτικοποίησης και τού φτηνού χρήματος είχε καταστροφικά αποτελέσματα.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, άλλες δικαιολογίες μπορούν να προβληθούν για να εξηγήσουν την αποτυχία, αλλά η γενική εικόνα είναι σαφής: μόνο το σκληρό χρήμα (περιορισμός νομισματικής κυκλοφορίας), η υψηλή αποταμίευση και οι εξισορροπημένοι προϋπολογισμοί μπορούν να αποτελέσουν το αποτελεσματικότερο εργαλείο ανάκαμψης κι αποφυγής βαθύτερων κρίσεων.

Συνταγή για την αποκατάσταση

Εάν ένα υψηλής-αποταμίευσης, χαμηλού-πληθωρισμού, και αυστηρού δημοσίου ελέγχου παροχών και νομισματικής κυκλοφορίας καθεστώς αποτελεί το αναγκαίο κυβερνητικό περιβάλλον για την υλοποίηση μιάς πολιτικής ανάκαμψης τότε οι πρακτικές πολιτικές θα πρέπει να είναι οι ακόλουθες;

Οφείλουν να αυξηθούν τα επιτόκια ώστε η αποταμίευση να αποδίδει και να αυξηθεί το διαθέσιμο κεφάλαιο.

Οι δημόσιες δαπάνες να μπούν κάτω από αυστηρότατο έλεγχο ώστε τα ελλείμματα του προυπολογισμού κατά το δυνατόν να γεφυρωθούν δίχως την υποχρέωση αύξησης των φόρων.

Οι αποτυχημένοι φορείς (επιχειρήσεις και ίσως και Τράπεζες) να μείνουν δίχως χρήμα και να εκκαθαρισθούν ώστε να απελευθερωθούν δυνατότητες (διαθέσιμο κεφάλαιο και κομμάτια της αγοράς) για την εμφάνιση καινούργιων επιχειρηματικών μονάδων

Ο πληθωρισμός να αντιμετωπίζεται σαν επιδημία λέπρας ενώ μιάς μικρής εμβέλειας στασιμότητα (deflation) να είναι καλοδεχούμενη. Διότι έτσι θα αυξηθεί η αξία του κεφαλαίου με αποτέλεσμα την εμφάνιση καινούργιων και καλύτερων επιχειρήσεων.

Περισσότερη απελευθέρωση εμπορίου και μηχανισμών της αγοράς (αυστηροποίηση ανταγωνισμού) και ψαλίδισμα γραφειοκρατίας για περισσότερες επιχειρηματικές ευκαιρίες και ξεκαθάρισμα παλιών και δυσκίνητων εταιριών από νέες μονάδες (Creative Destruction)

Κατάργηση δύσκαμπτων κανόνων της αγοράς εργασίας ώστε οι αμοιβές αλλά και οι προσλήψεις – απολύσεις να ακολουθούν από κοντά τις διακυμάνσεις των αγορών. Να διευκολυνθεί έτσι η κινητικότητα μέσα στην αγορά του ανθρώπινου δυναμικού και να υπάρξουν γενναίες πολιτικές κοινωνικής φροντίδας και αποκατάστασης ανεκπαίδευτων εργαζομένων.

Αντιμετώπιση σοβαρά του προβλήματος του παράνομου εργατικού δυναμικού, της παράνομης μετανάστευσης και του αθέμιτου και εκτός κανόνων ανταγωνισμού.

Πλήρες Άρθρο »

ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ!

                                                    ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ!

Είναι απίστευτο! Κι όμως σε μια περίοδο αναζητήσεων και προβληματισμών για το μέλλον της κοινωνίας μοναχά η πατρίδα μας απουσιάζει από κάθε είδους ουσιαστική συνεισφορά. Σε κάθε χώρα, της Δύσης τουλάχιστον, δημόσια πρόσωπα, ακαδημαικοί δάσκαλοι και λογής αναλυτές  και δημοσιογράφοι μελετούν τα δεδομένα, δοκιμάζουν ιδέες και ψάχνουν σε επιστημονικά ευρήματα και προτάσεις για ιδέες που θα οδηγήσουν σε καινούργια κοινωνικά μορφώματα.
Στην Ελλάδα, εν τούτοις, το σύστημα καταρρέει, οι ειδικοί και μελετητές σιωπούν ενώ οι δημοσιογράφοι κουτσομπολεύουν. Κανένας δεν προσπαθεί να ψάξει για λύσεις και προοπτικές πέραν από τα καθιερωμένα και τα γνωστά. Κυριαρχούν η αδράνεια, το παλιό και δοκιμασμένο, η φοβία για οτιδήποτε καινούργιο και δυναμικό. Το ψάξιμο για νέες ιδέες αποθαρρύνεται κάτω από το πάθος της δημοσιότητας για το εντυπωσιακό, το ευκολοχώνευτο   και το παρακμιακά λαικό. Σε τι ακριβώς οφείλεται αυτή η αδράνεια; 
Είναι πεποίθησή μου πως το άθλιο κι ελλειμματικό εκπαιδευτικό μας σύστημα άρχισε πλέον δραστικά να διαλύει την χώρα. Το κορυφαίο πολιτικό, επιχειρηματικό, διοικητικό και απασχολούμενο με την ενημέρωση προσωπικό της χώρας αποτελεί προιόν της απηρχαιωμένης μας παιδείας.  Ατομα δίχως ίχνος συγκροτημένης ηθικής προσωπικότητας, με σαθρές βάσεις στο οικοδόμημα των γνώσεων που κατέχουν, μαθημένοι στην πονηριά, τις ευκολίες και την με κάθε κόστος κοινωνική αναρρίχηση έφθασαν πλέον στην κορυφή της λεγόμενης κοινωνικής κυριαρχίας. Οι συμπεριφορές και οι προσωπικές τους αξίες  επιβάλλονται πλέον σαν άτυποι κανόνες κοινωνικής συμβίωσης και αλληλεπίδρασης.
Αθλια παιδεία λοιπόν καταλήγει σε προβληματική κοινωνική πραγματικότητα, σε ελλειμματική γνώση, σε ταχύτατη οπισθοδρόμηση. Η έλλειψη παραγωγής ιδεών δεν οφείλεται σε παρακμή των αρχουσών πολιτικο-κοινωνικών κυκλωμάτων. Είναι παράγωγο της οπισθοχώρησης του συνόλου της κοινωνικής μας πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαία η πρωταγωνιστική θέση στη ζωή μας των ηρώων της Γιουροβίζιον, των πρωτοκλασσάτων των άθλιων ριάλιτυ σόου της τηλεόρασης και των σχεδόν γυμνών παρουσιαστριών. Η κοινωνία δεν τα απορρίπτει αυτά, όπως θα έκανε παλιά. Τα δέχεται και συνήθως τα ηρωοποιεί. Η χαμηλή κουλτούρα είναι πλέον η εθνική κουλτούρα. Οι επιλογές ποιότητας έχουν στριμωχθεί στο περιθώριο. Δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα πιά.
Η έλλειψη γενικής καλλιέργειας φαντάζει τόσο ισχυρή που μοιάζει με παχύ τείχος ομίχλης που κόβεται σχεδόν με το μαχαίρι.  Σαν αποτέλεσμα η αδυναμία αναζήτησης καινούργιων δρόμων δημιουργίας στην σκέψη, στην πολιτική, στην οικονομία, στην τέχνη, στην επιστήμη δεν θα έπρεπε να εντυπωσιάζει. Με την προχειρότητα και τα χαμηλά στάνταρντς που έχουμε πιά επιβάλει στην παιδεία, και της οποίας τα δημιουργήματα βρίσκονται πιά στα ηνία της  κοινωνίας, είναι αναπόφευκτο αυτή να είναι η κατάληξη για όλους μας.
Η αλήθεια είναι πως στοιχεία παρόμοιας κοινωνικής παρακμής διακρίνονται και σε άλλες χώρες, και όχι μοναχά στην Ελλάδα. Αιτία είναι η ενίσχυση των εισοδηματικών δυνατοτήτων ευρύτερων ομάδων και η αυξητική πλημμυρίδα γούστων και αξιών στρωμάτων με παράδοση χαμηλής πνευματικής καλλιέργειας και εύκολων επιλογών στην διασκέδαση και στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Εκεί όμως το επίπεδο της γενικής παιδείας γίνονται σοβαρές προσπάθειες να παραμένει υψηλό. Κι έτσι δημιουργούνται ηγεσίες – έστω σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής ελίτ - με γνώση, ενδιαφέρον για την αναζήτηση του καινούργιου και αρκετά υψηλά επίπεδα ηθικών αξιών.
Δεν είναι τυχαίο πως έχουμε βαλτώσει σε κάθε επίπεδο δημιουργίας. Που είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, μουσικοί, διανοητές, επιστήμονες και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που θα μπoρούσαν να εμπνεύσουν τον κόσμο και να βάλουν την χώρα σε ένα διεθνές στερέωμα πρωτοπορίας;  Ακόμα και στις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και τις καινοτομίες ελ΄χιστοι ξεχωριστοί άνθρωποι υπάρχουν. Αντίθετα, όλοι αναμασούν κλισέ παλιών δεκαετιών, επιμένουν σε ξεπερασμένες πρακτικές και αναζητούν λύσεις σε σημερινά προβλήματα με συνταγές του χθές.  Είναι αυτονόητο πως η εμμονή σε επιλογές και λύσεις που δεν ενοχλούν τις κυρίαρχες πρακτικές μπορεί να διευκολύνει καριέρες και να εξασφαλίζει οικονομική επιτυχία. Σίγουρα όμως δεν οδηγεί μπροστά την κοινωνία. Η χώρα αύξησε θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες το βιοτικό της επίπεδο. Με χρήματα όμως δανεικά, με τεράστιες δημόσιες δαπάνες και δίχως τον παραμικρό δυναμισμό στην παραγωγή.
Η αντίθεση στο ρεύμα λοιπόν που κυριαρχεί κατά καιρούς στην κοινωνία συνιστά επιλογή επιβίωσης  για την χώρα και τον κόσμο μας. Οι ξεχωριστές και ιδιαίτερες προτάσεις που πάνε αντίθετα στην τάση βόλεψης, αδράνειας και αποτελμάτωσης αποτελούν τις μοναδικές ελπίδες για κάποιο σκίρτημα αποκόλλησης από τα αδιέξοδα και ανάπτυξης του τόπου. Αν δεν υπάρξει κινητικότητα αντίθετη προς το ρεύμα, το έλος της παρακμής θα μας απορροφήσει όλους. Το ζήτημα είναι πως μια τέτοια στάση όχι μόνο δεν επιβραβεύεται αλλά έχει και σημαντικό προσωπικό κόστος. Δίχως όμως θυσίες δεν μπορεί να υπάρξει εξέλιξη.
Είναι ανάγκη λοιπόν να προβάλλονται θέσεις και προτάσεις που ταράζουν τα νερά. Για να αφυπνισθεί βαθμιαία η κοινωνία. Και ριζικές μεταρρυθμίσεις να αρχίσουν να πραγματοποιούνται. Είναι απίστευτο, να δημοσιοποιούνται σε διεθνή μέσα απόψεις από χώρες πριν λίγα χρόνια σχεδόν περιθωριακές και στην Ελλάδα να επικρατεί απόλυτη σιωπή. Στα πλαίσια ενός πέπλου συναίνεσης πάνω στο εύκολο, το αποδεκτό, το συμβατικό. Δεν έγινε λ.χ. ποτέ συζήτηση εδώ για τα πραγματικά αίτια της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Βολικά όλοι συμφώνησαν, δίχως λόγο κι’ αντίλογο,  πως φταίνε οι ελεύθερες αγορές και πως η επιστροφή του μεγάλου δημόσιου τομέα θα λύσει τα προβλήματα. Πέραν όμως όλων των άλλων, ακόμα και διαπρεπείς οικονομολόγοι από την Πολωνία επισημαίνουν πως τέτοιες απόψεις είναι ουσιαστικά αστήρικτες και πως δεν υπάρχουν βιώσιμα εναλλακτικά συστήματα πέραν του επιχειρηματικού καπιταλισμού*.
Ζήτημα όμως προκύπτει και από το γεγονός πως στην Ελλάδα η Αριστερά εξακολουθεί να συναρπάζει μιά πλειοψηφία της κοινής γνώμης σαν  η φυσική πηγή προέλευσης κάθε τι καινούργιου και προοδευτικού. Η στείρα αντι-πνευματικότητα που απηχεί ο συντηρητικός χώρος, μαζί και με μια βαριά ιστορική κληρονομιά διώξεων και κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος αριστερόφρονων πολιτών, εξακολουθεί να προσδίδει στην Αριστερά φωτοστέφανα  αυτό-ανανέωσης και πνευματικού δυναμισμού. Την ώρα που στον υπόλοιπο κόσμο είναι ακριβώς ο συντηρητικός χώρος, και παρά την εκλογή Ομπάμα στις ΗΠΑ,  που εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για μελλοντικές μετατροπές.
 Οι συντηρητικοί του Ντέηβιντ Κάμερον στην Βρετανία λ.χ. χτίζουν πάνω στα επιτεύγματα της Θατσερικής επανάστασης στη χώρα τους αναζητώντας μια μεγαλύτερη ισορροπία με τις ανάγκες της κοινωνίας για να οικοδομήσουν την απαραίτητη καινούργια κοινωνική συμμαχία**. Η κυριαρχία του φιλελεύθερου καπιταλισμού δεν αμφισβητείται. Παρά τα προβλήματα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Το σημείο συνάντησης μέσα στην κοινωνία ενός νέου συναινετικού ρεύματος είναι που αναζητείται. Ώστε να μην κινδυνεύσει η ευημερία και η ραγδαία πρόοδος που με τόσο κόπο αποκτήθηκαν. Οι Σκανδιναβοί επίσης ψάχνουν να βρούν κοινωνικά σχήματα διεξόδου από το οικονομικό τέλμα και τα δημοσιονομικά αδιέξοδα στα οποία τους οδήγησαν τόσα χρόνια σοσιαλδημοκρατικού κρατικού παρεμβατισμού. Ακόμα και στις ΗΠΑ τα δύο τρις δολάρια που έριξε μάλλον απερίσκεπτα η διοίκηση Ομπάμα στις αγορές έχουν προκαλέσει ισχυρότατους προβληματισμούς. Και, συνακόλουθα, ισχυρότατες επικριτικές φωνές. Ολοι ομολογούν πως οι λύσεις δεν βρίσκονται σε μιάς άτακτης μορφής κρατισμό.
Και στον σοσιαλδημοκρατικό χώρο έχουν βέβαια υπάρξει κινήσεις ανανέωσης κι’ αναζήτησης καινούργιων πολιτικών. Τα αποτελέσματα όμως μέχρι τώρα δεν υπήρξαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Σημαντικότερη είναι η δουλειά του Richard Wilkinson και της Kate Picket που επιμένουν πως η ύπαρξη σοβαρών ανισοτήτων προκαλεί προβλήματα στον τομέα της υγείας, οδηγεί σε αύξηση της εγκληματικότητας, διευρύνει την άσκηση  βίας και υποβιβάζει το επίπεδο της παιδείας***. Eίναι οι εισοδηματικές διαφορές που προκαλούν τα προβλήματα αυτά, επιμένουν οι συγγραφείς, και όχι τόσο η ύπαρξη φτώχειας. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει πως η περισσότερη ισότητα, μέσω μεγάλης φορολογίας βέβαια, θα βελτιώσει όλους αυτούς τους κοινωνικούς δείκτες. Όπως σωστά επισημαίνει ο καθηγητής Julian LaGrand του London Schoolof Economics σε σχετικό του σημείωμα στο περιοδικό Prospect (“Is inequality to blame for all social ills?”. Μάιος 2009), σε μια τέτοια περίπτωση η διεθνής οικονομική κρίση θα έχει σημαντικότατες θετικές(!) επιπτώσεις. Διότι χτυπώντας κυρίως τα μεγάλα και μεσαία εισοδήματα θα γεφυρώσει πολλές  ανισότητες. Κι’ έτσι  «θα βελτιωθεί η υγεία, θα γίνει καλύτερη η παιδεία, θα μειωθούν οι γεννήσεις από ανήλικα κορίτσια, θα υπάρξει λιγότερη βία, λιγότερες κοινωνικές αδικίες και μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα προς τα επάνω»!!
Μέσα σε όλα αυτά όμως η ελληνική αφασία είναι πραγματικά μοναδική. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει  από την κρίση των διεθνών χρηματαγορών. Αλλά από τα χρέη που δημιούργησε η εκτεταμένη εξαγορά από τις κυβερνήσεις, για δεκαετίες ολόκληρες, ανθρώπων, ψήφων, κοινωνικών ομάδων και συλλογικών συνειδήσεων. Με χρήματα δανεικά που η οικονομία μας ούτε διέθετε ούτε και ήταν δυνατόν ποτέ να ξεπληρώσει. Το φάσμα της παρακμής και της μακρόχρονης περιθωριοποίησης είναι λοιπόν απόλυτα υπαρκτό. Ευλογώντας τα γένια μας, προωθώντας μετριότητες και επιβραβεύοντας μωροφιλόδοξους κοινωνικούς αναρριχητές υπονομεύουμε την χώρα. Και διαγράφουμε το μέλλον των παιδιών μας. 
Ο τόμος αυτός λοιπόν είναι μια κραυγή αγωνίας. Γι’ αυτά που συμβαίνουν αλλά και για εκείνα που μας περιμένουν. Δεν είναι όμως μοναχά μια συλλογή κριτικών σκέψεων και παράθεσης προβλημάτων και αδυναμιών. Αποτελεί και προσπάθεια παράθεσης προτάσεων και λύσεων. Πάντα όμως έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της αδράνειας και του σύγχρονου νεοελληνικού ωχαδερφισμού. Κόντρα συνέχεια στο ρεύμα. Συνιστά έναν οδηγό αντιμετώπισης των αδιεξόδων. Δεν αποτελεί όμως παρά μια μοναχική φωνή. Για να αλλάξει πορεία  ο τόπος απαιτείται δραματική γενική αφύπνιση. Οι μεμονωμένες φωνές να μετατραπούν σε εκκωφαντική πλημμυρίδα ανατροπής του κατεστημένου. Σε ένα πραγματικό καταρράκτη αντίθετων ρευμάτων. Μόνο ανατροπή των συνηθισμένων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς τα εμπρός. 

____________________                    
*Βλ. Leszek Balcerowicz, “This has not been a pure failure of markets”, The Financial Times, 13 Μαίου 2009
** Βλ. κυρίως τα κείμενα του Simon Lee στο Simon Lee and Matt Beach, The Conservatives Under David Cameron: Built to Last?. Palgrave, 2009
***The Spirit Level. Allen Lane, 2009

Πλήρες Άρθρο »

ΚΙ’ ΕΜΕΙΣ, ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΑΣ…

Βρέθηκα για λίγες ημέρες καλεσμένος ενός Κολλεγίου του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, για μια σειρά από διαλέξεις και σεμινάρια. Με εντυπωσίασε η σφαιρική γνώση τω παγκοσμίων ζητημάτων από φοιτητές κι’ ακαδημαικούς δασκάλους. Ανεξάρτητα ειδικότητας κι επιστημονικής εξειδίκευσης. Το σημαντικότερο όμως είναι η συνεχής ζύμωση σε ιδέες και νέες προτάσεις πάνω στις εξελίξεις και τους διαφαινόμενους πολιτικούς ορίζοντες. Συνειδητοποιεί κανείς έτσι πως διαμορφώνεται το αύριο σε παγκόσμια κλίμακα, όταν γερά μυαλά κάθονται κάτω και βασανίζουν τα προβλήματα δοκιμάζοντας λύσεις πάνω στην λογική της πρότασης, της προσπάθειας απόρριψης και της τελικής έγκρισης.

Η σύγκριση με όσα συμβαίνουν στον τόπο μας προκαλεί θλίψη. Εδώ οι πάντες είναι απόλυτοι. Δίκιο έχει πάντα αυτός που προτείνει και αγορεύει. Κάθε αντίθετη άποψη λογίζεται σαν υπονόμευση και σαν προώθηση υπονομευτικών στόχων. Στο κάθε τι μπαίνει ταμπέλα. Κι’ απορρίπτεται η με φανατισμό υποστηρίζεται άκριτα, απλά και μόνο λόγω των πολιτικών κραδασμών που προκαλεί.

Αλλά και η θεματολογία των συζητήσεων που διεξάγονται οριοθετεί με σχετική σαφήνεια το πρόβλημα του τόπου. Τα σκάνδαλα γίνονται μεγάλο θέμα διότι σχεδόν ποτέ δεν οδηγούνται σε λύση και κάθαρση. Κι’ αλλού γίνονται σκάνδαλα. Αλλά αρμόδια όργανα – πολιτικά η δικαστικά - σχεδόν αμέσως παρεμβαίνουν και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης στρέφεται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε ζωντανά προβλήματα της επικαιρότητας συνήθως η σε θέματα μεγάλης εμβέλειας και μακράς διάρκειας. Εδώ τα πάντα, και σχεδόν για πάντα, σέρνονται. Με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σοβαρός προβληματισμός για τα πραγματικά ζητήματα του τόπου.

Ευθύνη βέβαια μεγάλη έχουν και τα μέσα επικοινωνίας. Που δεν λατρεύουν ιδιαίτερα την σκληρή δουλειά. Επιλέγοντας θεματολογίες που απαιτούν απλά μεγάλη πολυλογία, δίχως βαθιά μελέτη, ανάλυση και ψάξιμο. Την ώρα λοιπόν που η οικονομική κρίση εξελίσσεται, διαπλάθεται και μεταλλάσσεται και η διεθνής πολιτική σκηνή ανασυγκροτείται πάνω σε καινούργιες γεωστρατηγικές βάσεις, η ελληνική επικαιρότητα κυριαρχείται από τα καθιερωμένα πλέον σκάνδαλα, τις υποψηφιότητες για την ευρωβουλή και το εσωκομματικό κουτσομπολιό.

Θα σταχυολογήσω λίγα μόνο θέματα. Πότε έγινε δημόσιος διάλογος στην χώρα μας για τον καινούργιο ρόλο που αναλαμβάνει η Τουρκία στη διεθνή πολιτική σκακιέρα. Είτε με πρωτοβουλία των ΗΠΑ είτε σαν αποτέλεσμα προσεκτικών και σε βάθος χρόνου διπλωματικών κινήσεων της Αγκυρας οι μουσουλμάνοι γείτονές μας ξέφυγαν από τον στενών οριζόντων περίγυρο των νοτίων Βαλκανίων, μπαίνοντας στο κάδρο της κεντρικής διεθνούς γεωστρατηγικής σκηνής. Ψαχτήκαμε ποτέ για το πως ακριβώς έγινε αυτό; Τι σημαίνει για την Ελλάδα; Ποιες ανησυχίες θα έπρεπε ίσως να προκληθούν η ποια παράθυρα ευκαιριών ανοίγονται μπροστά μας;* Προφανέστατα τίποτε από αυτά δεν έγινε ούτε και προβλέπεται να γίνουν.

Στον τομέα του περιβάλλοντος επίσης η κουβέντα στην Ελλάδα είναι ρηχή, επιδερμική και τραγικά ελλειμματική. Κοντεύουμε όλοι να αυτό-ανακηρυχθούμε οικολόγοι παραβλέποντας πραγματικά γεγονότα αλλά και εθνικές συμπεριφορές. Ισως είμαστε οι μόνοι που ρυπαίνουν με τέτοια συχνότητα και σταθερότητα (!) το περιβάλλον ενώ ταυτόχρονα διατυμπανίζουμε την αγάπη μας γι’ αυτό. Επίσης, εντελώς άκριτα, γίνονται δεκτές διακηρύξεις και διαπιστώσεις για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις ευθύνες του ανθρώπου γι’ αυτό δίχως ψάξιμο, μελέτη και προβολή κάποιων έστω αμφιβολιών. Σημαντικοί οπαδοί της οικολογίας διαπιστώνουν τελευταία**, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, την ανάγκη αυτοσυγκράτησης και την σοβαρότερη θεώρηση των απόψεων των λεγόμενων σκεπτικιστών για την ανθρώπινη ευθύνη στην υπερθέρμανση. Ποτέ δεν υπήρξε ο παραμικρός δημόσιος διάλογος για τέτοια ζητήματα στην Ελλάδα!

Αλλά και για τις οικονομικές εξελίξεις ο σοβαρός δημόσιος διάλογος στην χώρα μας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος. Τι πραγματικά έφταιξε για την κρίση – το κράτος η οι αγορές; Ποιες είναι οι προοπτικές για να ξεφύγουμε απ’ αυτήν; Υπάρχει γνώση; Eίναι οι δημόσιες δαπάνες η λύση; Μήπως αποτελεσματικότερη θα ήταν η δραστική απογραφειοκρατικοποίηση της οικονομίας; Ποιός είναι ακριβός ο χαρακτήρας της σημερινής διεθνούς οικονομίας και ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην διαμόρφωσή του; Μήπως είναι αυτός σε κάποιο βαθμό υπεύθυνος γα τα σημερινά προβλήματα;*** Είναι τόσα τα ερωτήματα και τόσες – και συχνά ασαφείς – οι απαντήσεις που μοναχά κοινωνίες σε αφασία δεν έχουν ανοίξει σχετικές σοβαρές συζητήσεις.

Γιατί λοιπόν εξακολουθούμε να ζούμε στον κόσμο μας; Πόσο ακόμη χαμηλότερα θα φθάσουμε;


*Βλ. σχετ. το κείμενό μου: «Ο Ομπάμα και η Ελλάδα»

**Λ.χ. Anthony Giddens, Politics of Climate Change. Polity Press, 2009 και Mike Hulme, Why We Disagree About Climate Change: Understanding Controversy, Inaction and Opportunity. Cambridge University Press, 2009

***Bλ. Andrew Glyn, Capitalism Unleashed: Finance, Globalization, and Welfare. Oxford University Press, 2006 και Richard Posner, A Failure of Capitalism: The Crisis of '08 and the Descent into Depression. Harvard University Press, 2009

Πλήρες Άρθρο »

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Η καταβύθιση του ελληνικού πολιτικού συστήματος στο αποκρουστικό τέλμα της διαφθοράς δεν είναι δυσεξήγητη. Σχεδόν από γεννησιμιού του το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει τις πόρτες ανοιχτές στην συναλλαγή και τις προσωπικές εύνοιες. Για χρόνια μιλάμε για τις διαστάσεις της ρουσφετολογίας στην πολιτική μας ζωή. Ελάχιστοι όμως φρόντισαν να επισημάνουν πως το πελατειακό λεγόμενο σύστημα δεν είναι παρά ο προθάλαμος προετοιμασίας της ελληνικής κοινωνίας για διαφθορά και ηθική παρακμή.

Που όμως εδράζεται στην Ελλάδα η πελατειακή πολιτική σκηνή και το κύκλωμα της ευρείας ρουσφετολογίας αν όχι στο ίδιο το εκλογικό σύστημα. Είναι τυχαίο άραγε πως μοναχά στην Ελλάδα κυριαρχεί για χρόνια του σύστημα του σταυρού προτίμησης στις εκλογές κοινοβουλευτικών εκπροσώπων; Tι ακριβώς συμβολίζει ο σταυρός προτίμησης για την γενικότερη στάση της κοινωνίας απέναντι στην ηθική διάβρωση και την διαφθορά; Αποτελεί απλά την προετοιμασία της κοινωνίας για την αντιμετώπιση της πολιτικής σαν συστήματος πλουτισμού, βόλεψης και τακτοποίησης προσωπικών θεμάτων και λογαριασμών.

Η λογική του «κάνε μου αυτή την εξυπηρέτηση για να σε ψηφίσω» δεν είναι παρά η ψυχολογική προετοιμασία και ο εθισμός στον απόλυτο εκμαυλισμό του «κάνε μου την δουλειά και θα σου δώσω τόσα»!! Ο ίδιος ο πολίτης απαιτεί μέσω του πελατειακού συστήματος από τον πολιτικό να δέχεται και να επικροτεί την συναλλαγή. Άλλος απαιτεί εξυπηρετήσεις με αντάλλαγμα την ψήφο του κι άλλος τα χρήματά του. Και οι δύο ενθαρρύνουν την διαφθορά και την ηθική απαξίωση. Δίχως λοιπόν αποφάσεις για αλλαγές στο πολιτικό σύστημα είναι απατηλός στόχος ο περιορισμός της συναλλαγής στην πολιτική και η συντριβή της διαφθοράς.

Ολόκληρο όμως το κύκλωμα άσκησης πολιτικής στην Ελλάδα κινείται πάνω στα όρια της διαφθοράς. Ο συνδικαλισμός λ.χ. – κατά βάση κρατικοδίαιτος – συχνά προβάλλει αιτήματα της επιχειρηματικής τάξης σαν μετωπικές θέσεις για το συμφέρον των εργαζομένων. Τελευταία ήρθε στο φώς της δημοσιότητας η στάση των εργαζομένων στην ΕΛΒΟ (Δημόσιο και Μυτιληναίος) που επιχείρησαν συντονισμένα να εξασφαλίσουν την σύμφωνη γνώμη των κομμάτων για την περίφημη προμήθεια των 140 τρόλευ της εταιρίας ΜΑΝ. Κόντρα πάντα στην επιτροπή αξιολόγησης που την είχε, για διάφορους λόγους, απορρίψει. Σύμφωνα με δημοσίευμα εφημερίδας (ΕΤ 11/5) οι συνδικαλιστές «εκείνη την εποχή πολιορκούσαν τα πολιτικά γραφεία της Χ. Τρικούπη, του Περισσού και της Κουμουνδούρου ζητώντας να μην περιοριστούν το έργο της εταιρίας και οι θέσεις απασχόλησης».

Ολόκληρο το σύστημα λειτουργίας της πολιτικής λοιπόν κινείται πάνω στην λογική προώθησης επί μέρους συμφερόντων και επιδιώξεων. Ανεξάρτητα βέβαια από το δημόσιο συμφέρον. Ουδείς πραγματικά νοιάζεται για τα χρήματα των φορολογουμένων. Ολοι φροντίζουν για τις στενές προσωπικές τους οικονομικές επιδιώξεις τις οποίες συχνά ονοματίζουν «κοινό καλό». Ερχεται πρόχειρα στην μνήμη μου η στάση τότε της ΓΣΕΕ αλλά και του συνδικαλιστικού οργάνου των εργαζομένων στον ΟΤΕ ενάντια στις καταγγελίες μου για τις χαριστικές προμήθειες τω ψηφιακών του οργανισμού στην Siemens. Είχα κατηγορηθεί σαν ανθέλληνας (λες και η Siemens και η Ericsson που είχαν εξασφαλίσει την σχετική προμήθεια ήσαν ελληνικές εταιρίες!!), σαν ασυνείδητος νεοφιλελεύθερος και (αναπόφευκτα βέβαια) σαν πράκτορας ξένων συμφερόντων. Τώρα πλέον που αποκαλύπτεται το βρωμερό παρασκήνιο εκείνων των ημερών το συνδικαλιστικό κίνημα έχει χάσει την φωνή του.

Είναι ολοφάνερο πως η διαφθορά συνυπάρχει και επωάζεται στην αγκαλιά του κρατισμού. Εν τούτοις πολλοί υποστηρικτές της διαφάνειας στην πολιτική δεν εννοούν να απαγκιστρωθούν από την αναγκαιότητα χρησιμοποίησης του δημόσιου τομέα σαν μοχλού κάθε νέας πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμη και η πλέον πρόσφατη συγκροτημένη επίθεση εναντίον της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς (Warwick Funnell, Robert Jupe, Jane Andrew, In Government We Trust: Market Failure and the Delusions of Privatisation. Pluto Press, 2009) πάσχει δραματικά από έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον. Με οξείς βερμπαλιστικούς αφορισμούς και σκληρές επιθέσεις, κυρίως στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, το βιβλίο των καθηγητών Funnel, Jupe και Andrew δεν προσθέτει απολύτως τίποτε στην συζήτηση για μια πολιτική με μοχλό το κράτος. Η εμμονή των συγγραφέων βρίσκεται στην κατά την γνώμη τους αποτυχία της αγοράς και στην ανάγκη «επιστροφής της πίστης στο κράτος».

Εντύπωση επίσης προκάλεσε και η θέση του γνωστού καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγο και δικαστή Richard Posner (A Failure of Capitalism: The Crisis of '08 and the Descent into Depression . Harvard University Press, 2009) που καταλόγισε στις αγορές την βασική ευθύνη για την πρόσφατη οικονομική κατάρρευση των οικονομικών συστημάτων. Αν κι ο δικαστής Posner ομολογεί τις ενοχές της παρέμβασης του δημοσίου στα στεγαστικά θαλασσοδάνεια επιμένει όμως πως η βασική ευθύνη βρίσκεται στην άνευ ελέγχου λειτουργία των χρηματαγορών. Εν τούτοις, κι αυτός – από χρόνια οπαδός της ελεύθερης επιλογής και της ανοιχτής οικονομίας – δεν δείχνει να είναι σε θέση να παρουσιάσει συγκροτημένες εναλλακτικές λύσεις.

Η επιχειρηματολογία όμως όλων πάσχει στην ανεύρεση της λογικής βάσης πάνω στην οποία θα πρέπει να στηριχθεί αυτή η καινούργια πίστη στον – έστω περιορισμένο – κρατισμό. Γενικότητες, συναισθηματική φόρτιση (μοναχά το κράτος λ.χ. υποστηρίζουν οι συγγραφείς του “In Government We Trust”, oynορεί να φροντίζει τους αδύνατους) και σοβαρά κενά στις προτάσεις πολιτικής χαρακτηρίζει τις θέσεις των επανεμφανιζόμενων κρατιστών. Και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται από πουθενά η δυνατότητα καταπολέμησης της διαφθοράς μέσα στα πλαίσια ενός μεγάλου δημόσιου τομέα. Το κράτος δυστυχώς εκτρέφει, ενθαρρύνει και συντηρεί τις κάτω από το τραπέζι ανήθικες συναλλαγές.

Πλήρες Άρθρο »

Dealing with Russians

(Talk delivered at the May 2009 annual dinner of the Law Society, Hughes Hall College, Cambridge University)

What is best for an after dinner speech, without boring the attendees nor leading them to a thoughtful anticipation of their next drink?

Exploring an academic subject may cause severe indigestion effects while making the organizers feel anxiety and possibly anorexia for any future collegial dining.

What causes instability in a professional’s life and at the same time forces him to indulge in learning new ways and plunge in the riches of different cultures? The answer obviously lies with the necessity to confront the challenges of working in a different country.
Sharing with you my experiences in confronting Russians in an official capacity or as a simple traveler and observer may possibly keep you awake and at a distance from exuberant booz consumption.

I first set foot in Russia as a member of a parliamentary delegation to discuss issues of mutual concern with members of the State Duma. My vivid memories from this visit evolve around rich banquets and heavy drinking. My colleagues from the Russian heartland resembled single minded party diehards rather than eloquent debaters on issues of economic development, public well being and world affairs. From within the maelstrom of meaningless pleasantries and boring prefabricated occasion speeches only one comment from a southern parliamentarian comes back to my mind. “How can we deal with dwindling population rates when immigrants from the east and the Muslim south multiply rapidly?” Of course, no easy answer was forthcoming. But it was obvious to me that there is a shimmering undercurrent in the country worrying leaders and unsettling concerned citizens.

Upon returning to Moscow as a consultant working with the government under the auspices of the European Union the riddle that is Russia started to gradually unravel. Not easily, alas, nor in a straightforward line. The first impression in dealing with Russian officials was secrecy, suspicion and mild xenophobia. Being a foreigner, particularly a westerner, carried a historical overload of wrongdoings and perceived injustices. Add to that the worsening atmosphere of russo – western relations and you understand our ordeal.

We were supposed to advise the Russians on preparing a new Bill on free competition and anti-trust policies. It was not however easy to make them explain the law making process. How a new Bill was perceived and what was the necessary stages to follow before it was to reach Parliament (the State Duma). It took some considerable time for them to trust us enough to make us understand that a certain sector of the government was under the direct jurisdiction of the Prime Minister and his Deputies while at least five Ministries and Agencies were accountable directly to the President. And that the Deputy PM in charge was obliged to consult the Presidential Administration – a kind of parallel government run by the President himself and his closest associates - on any new legal initiative. I was flabbergasted when the almost finished Bill came back from the Kremlin with two additions that essentially rendered the future law almost inoperative.

Similar to the case of my raising objections about Gazprom’s purchase of all Sibneft’s assets and possibly violating the rules of gas market domination, the comment I received dumbfounded me: “It is the wish of the President”. Full stop. This was when I was lead to start attempting to identify centers of power within the Russian hierarchy. There were comments in the media and in the government backrooms and corridors about the siloviki. The men of power. But who exactly are they? Do they have any common characteristics?

Everything emanates from the all powerful figure of, Prime Minister today, Vladimir Putin. He had a career in the place of his birth, as a functionary in the City Hall of St. Petersbourg. He was a KGB officer having held important posts abroad. Putin was renown for his loyalty to people around him and for his close friendships. It is not a surprise therefore that most of the power dwellers who emerged under his rule either come from St. Petersbourg or served at some point with the intelligence services. If, as some of them do, combine both the above characteristics then they are at the highest levels of the power scale.

The image of a KGB officer brings shivers to many a western mind. Their view of themselves is however very different. During a conversation I had an evening after dinner, and drinks of course, with a powerful siloviki he disclosed to me his former intelligence services past. He was very proud of it. “We are the best public servants the country has today. We are well educated and practically among the very few who speak fluently foreign languages. We are not corrupt and we do not take bribes. And we did not train to serve communism, but the power and the integrity of the state. Besides, we were the only ones who were able to openly criticize the old regime”. To my obvious surprise, he immediately commented: “We would send messages back to Moscow displaying the faults of our system, at least as we were perceiving them from where we were, attributing the comments to …western speakers and commentators(!) It is not by chance that only the KGB and its chief at that time, Yuri Andropov, were aware of the doom awaiting the Soviet Union. Wasn’t, after all, Andropov who promoted Gorbachev and enabled him to control the reigns of power?”
Along with the siloviki the most important maestros of Russian domestic social and economic policy are the notorious “oligarchs”. Surprising young, almost all of them, do not radiate at first glance either status or power. Before Putin, however, they were holding in essence the steering wheel of the Russian economy. Putin explained to them that he was representing the state. And the state had to be strong and omnipotent. He was prepared to let them alone in their business dealings. But he was determined to confront anyone who did dare to involve himself in politics. Thus, his stand off with Berezhovsky and Khodorkovski. Their arrogance and explicit political ambition clashed head on with a determined and ruthless state machinery. There was no doubt in whose favour the odds lay.

The confrontation went far beyond the official explanations of tax fraud and economic misdeeds. It was primarily a clash of characters – the two oligarchs wanted to sustain the flabby Russia of the Yeltsin years threatening to topple the President or buy off deputies to kill bills in the Duma. Putin desired a mighty state reminiscent of the years of the Soviet Empire. The oligarchs were unpopular. The new President caught the aspirations of a tormented public. When I met some prominent oligarchs in a presentation of the new competition law at their Union premises the battle was already over. The young and, some of them, fiercely looking entrepreneurs were devoted exclusively to their business objectives. They understood silently the restrictions that the new law was bringing upon their practices, as explained by the Minister Igor Artemiev. Medvedev, as the head of Gazprom and not as a government member explained that business had to comply with the new legal regime. It would be good for their prospects, he assured everyone. I remember sitting behind the Minister and feeling uncomfortable encountering the inquiring eyes of the most powerful men in Russian society.

A different novelty was the realization, in picking a westernized flat in Moscow’s center, that there are no fire exits in the old buildings’ designs. As the housekeeper put it to me, “in Moscow you get out from your house in the same way that you get in”. Provided you find the way to do it, I said to myself. I was thus obliged, on the advice of a Swedish colleague, to buy a relatively long rope bound staircase to hang from my balcony in case of emergency. I was never forced to try it. I still doubt it would had worked!!

It was also an unexpected surprise, even for someone coming from the southern Balkans, that in shops, office buildings or at the underground exits if you were unlucky enough to open a door and keep it for someone behind you to follow, you might had to keep it open yourself for the rest of the day. Nobody would volunteer to hold after you!! People would pour out urgently overlooking your presence and your polite (!) gesture…

What really strikes the visitor in this intriguing and in many respects amazing country is the ability if its people to remain idle for most of the time and suddenly rush - completing tasks at a blink. Someone explained to me that this is due to their collective social memory and historical character trend. That is, Russians used to live in village communities relying for their livelihood upon a hard and adverse physical environment. Russians were accustomed to spend long dimly lit days and dark nights idly – doing practically nothing. They would work suddenly in a frenzy, almost all together, to complete agricultural mainly tasks within the short range of bearable climatic conditions. This explains their slack attitude today that worries observers and brings colleagues almost to the brink of panic and hysteria.

Many a westerner may find himself dumfounded upon the discovery of unbelievable situations. Once in a seminar, with government cadres and judiciary members of central Siberia in Novosibirsk, I came across a rather unexpected query. A respectful and aging judge came up to me and addressing me in a very sincere voice said: “Could you please explain to me the meaning of the word bankruptcy?” These people, remnants of Soviet times, were called upon to apply rules of anti-trust and cartel embattling policies. The difficulties were, and are, obvious.
Likewise, the cheating practices of communist times, are still quite prevalent. Meeting with representatives of various Russian government departments and European Commission officials for a progress report occasion concerning our competition project, a cadre from the Presidential administration reiterated the government’s interest in the publication of numerous leaflets to propagate the new law’s auspices. After the end of the meeting, and the agreement of all parties concerned to fulfill the Presidential Administration’s request, it suddenly came to me. The aforementioned “official” was no other than an employee of the publisher who was destined to profit handsomely from the publication of the leaflets!!

A few words finally about Russia’s regions. The country is immense. It is extremely difficult for the center to hold. Center and periphery are often at odds. The government tried to hijack the regions from the all embracing and greedy claws of the country’ oligarchs. Before governors were appointed by Moscow, they were essentially “elected appointees” (that is, men of straw) of the various regional business tycoons. That does not mean that even today Moscow is in absolute control of the regions. Recent events in Dagestan (an eastern Caucasus republic) prove the point. A Moscow appointee as tax inspector was thrown out of his office by guards loyal to the President of the autonomous Republic. He came back with an armed escort, and he was finally forced to go into hiding, fearing for his life. And this is not an isolated incident. There are frequent clashes between Moscow emissaries and regional strongmen. Tensions are not appeasing. The lack of funds makes things worse. While rivalries emanating from ethnic differences and religious controversies do not appease alarmists and Russian nationalists who fear fragmentation and centrifugal regional trends.

Russia remains a fascinating and intriguing country. No matter what its differences with the West are it will always be an integral part of European Christian tradition. Irrespective of difficulties and problems working with Russians will always be a learning experience and a challenging and attractive task.

Πλήρες Άρθρο »

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΓΟΡΑ, ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΓΟΡΑ, ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

 

Επί τέλους!! Η διεθνής ακαδημαική κοινότητα αποφάσισε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αναζητήσει τα πραγματικά αίτια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Εδώ και μήνες επιμένω πως την κρίση δεν την προκάλεσαν οι ασύδοτες, υποτίθεται, ελεύθερες αγορές. Αλλά οι παράλογες και αμελέτητες κινήσεις του δημοσίου. Βρήκαν ευκαιρία όμως οι χρεοκοπημένοι ακαδημαικά και ιδεολογικά κρατιστές να αναζητήσουν την εκδίκησή τους. Την οποία και πήραν, φορτώνοντας στην εύπιστη κοινή γνώμη την συμπλεγματική τους άγνοια.

Αρκετοί εδώ στην Ελλάδα με ειρωνεύτηκαν. Σαν δογματικό υποτίθεται οπαδό του νεοφιλελευθερισμού. Κλείνοντας τα μάτια βέβαια στην πραγματικότητα. Που δεν ταίριαζε με τις γνώσεις και τις αντιλήψεις τους. Η ώρα της αλήθειας όμως δεν θα αργούσε να έλθει. Και δικαιώνεται πάντα αυτός που μένει κοντά στην πραγματικότητα. Μη ξεπουλώντας αυτό που πραγματικά συμβαίνει για να χαιδέψει αυτιά και να προωθήσει ένα φτηνό λαικισμό.

Πριν από λίγες εβδομάδες λοιπόν δημοσιεύθηκε από το έγκυρο Ινστιτούτο Χούβερ των Ηνωμένων Πολιτειών μιά καινούργια και πλήρης σχετική μελέτη. Που καταρρίπτει απόλυτα τον μύθο των ένοχων, υποτίθεται, ελεύθερων αγορών*. Ο John B. Taylor εκλαικεύει με επιτυχία ένα τεράστιο ερευνητικό υλικό κι αποδεικνύει, με πίνακες, στατιστικά στοιχεία και κατανοητές αναλύσεις τον ολέθριο ρόλο των κυβερνήσεων, μέσα από τον μοχλό του παρεμβατισμού στην οικονομία. Περίπου τις ίδιες ημέρες ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στανφορντ Thomas Sowell παρουσίασε το καινούργιο του βιβλίο, 'The Housing Boom and Bust' (Basic Books, 2009). Διεξοδικά και με σαφή επιχειρήματα αποδεικνύει πως οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην αγορά των ακινήτων προκάλεσαν την άνευ προηγουμένου οικονομική καταστροφή. Ακόμη κι ο Richard Posner, αν και δέχεται την αποτυχία της αγοράς στην διαχείριση πολύπλοκων χρηματο-οικονομικών κατασκευασμάτων κι' απαιτεί στενότερο έλεγχο του τραπεζο-πιστωτικού συστήματος, παραδέχεται τις ευθύνες της πολιτικής (της Κεντρικής Τράπεζας) των χαμηλών επτοκίων και της φτηνής κι' εύκολης απόκτησης στέγης**.

Η ειρωνεία είναι πως οι ίδιοι βουλευτές και γερουσιαστές που σήμερα κατηγορούν Τράπεζες και χρηματιστές για την απίστευτη οικονομική καταστροφή ψήφιζαν νόμους και πίεζαν για τις πολιτικές ακριβώς εκείνες που οδήγησαν την αμερικανική οικονομία στην κατάρρευση και τις αγορές όλης σχεδόν της γής στο χείλος του γκρεμού. Με στόχο την καλοπροαίρετη πολιτική της «στέγης σε όλους» το αμερικανικό πολιτικό σύστημα εργάσθηκε με πάθος ώστε οι στεγαστικές Τράπεζες της χώρας να προχωρήσουν – κάποιες μάλιστα να υποχρεωθούν – σε εκδόσεις αφερέγγυων δανείων. Αναπόφευκτα, η πτώση των τιμών των ακινήτων τίναξε στον αέρα το σύστημα συμπαρασύροντας ολόκληρο τον Τραπεζικό – χρηματοπιστωτικό τομέα που είχε επενδύσει πάνω στην βιωσιμότητα αυτών των δανείων.

Σύμφωνα με τον γνωστό οικονομολόγο Allan Meltzer, τα μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου θα πρέπει να μελετήσουν τις αναλύσεις αυτές αντί να αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους σε λάθος περιοχές. Αν κι από παντού μας βομβαρδίζουν με μηνύματα πως η κρίση προήλθε από την αποτυχία των ελεύθερων αγορών, πως πρόκειται δηλ. για μιά κρίση του ίδιου του καπιταλισμού, έρχεται τώρα μιά λεπτομερής κι’ αδιαμφισβήτητη ανάλυση να αποδείξει πως όλα αυτά είναι ανοησίες. Σύμφωνα με τον αρθογράφο του περιοδικού Forbes, Peter Robinson, η μελέτη ειδικά του Taylor αποδεικνύει πως δεν απέτυχαν οι αγορές, αλλά η κυβέρνηση και το κράτος.

Η παλιά συνεργάτης επίσης του Milton Friedman – που μαζί του έγραψε το βραβευμένο βιβλίο για το κράχ του ’30, και που οδήγησε και στο βραβείο Νόμπελ - Anna Schwartz*** σημειώνει πως αν ένα τέτοιο βιβλίο είχε γραφτεί μετά την περίφημη οικονομική κρίση του μεσοπολέμου «τώρα ίσως δεν θα αντιμετωπίζαμε την μεγαλύτερη ίσως οικονομική καταστροφή της ιστορίας». Ο Taylor εξηγεί πως μια ασυνήθιστα χαλαρή νομισματική πολιτική – κόντρα σε κάθε αντίληψη νεοφιλελευθερισμού που επιτάσσει, και κατηγορείται μάλιστα συνήθως γι’ αυτό, ακριβώς τα αντίθετα βοηθήθηκε η κρίση να αποκτήσει ισχύ και επιτάχυνση. Τα επιτόκια κατακρημνίσθηκαν, με ευθύνη των κεντρικών κρατικών τραπεζών, αδικαιολόγητα από τα συνήθη επίπεδά τους. Αποδεικνύει με στοιχεία την αλληλεπίδραση χαμηλών επιτοκίων με τα στεγαστικά θαλασσοδάνεια και πως η πλημμυρίδα αυτών των εγκρίσεων διόγκωσε το τραπεζικό ρίσκο. Στις ΗΠΑ ιδιαίτερα η τάση αυτή ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τα κυβερνητικά προγράμματα ενθάρρυνσης της απόκτησης κατοικίας από όλους, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη και της ικανότητάς του αποπληρωμής των δανείων αυτών.

Για το μέλλον ο Taylor προβάλλει μια σειρά από πολιτικές περιορισμού των δημοσίων παρεμβάσεων στις οικονομικές αγορές που θα αποκλείσουν την εμφάνιση στο μέλλον παρόμοιων προβλημάτων και δυσλειτουργιών. Ζήτημα όμως προκαλούν και οι τεράστιες δημόσιες δαπάνες που πολλές κυβερνήσεις υιοθετούν, οι ΗΠΑ ανάμεσά τους, για την αντιμετώπιση των σημερινών προβλημάτων. Οι αλόγιστες παροχές σε Τράπεζες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως η ελληνική εφεύρεση της 100% κάλυψης δανείων κατοικίας, προμηνύουν νέες φούσκες για το μέλλον. Το κράτος κάνει τα ίδια ακριβώς λάθη. Με τις πολιτικές που προκάλεσαν την κρίση επιχειρούν κάποιοι να την καταπολεμήσουν!!

Μιά τέτοια επιδρομή στα δημόσια ταμεία οδηγεί σε νέες φορολογίες. Και ουσιαστικά στην οριστική διάλυση των οικονομιών. Οπως ορθότατα επισημαίνει ο γνωστός θεωρητικός των οικονομικών της προσφοράς Arthur B. Laffer σε μιά σοβαρή καινούργια του δουλειά****, οι μεγάλοι φόροι θα ανατρέψουν την λογική ανάπτυξης των ΗΠΑ των τελευταίων εικοσιπέντε ετών. Ολόκληρος ο κόσμος υιοθέτησε τις πολιτικές αυτές και τα αποτελέσματα φάνηκαν σε όλα τα επίπεδα. Χαμηλοί φόροι, περισσότερες ελευθερίες στην αγορά και ορθολογική πολιτική στον τομέα της κυκλοφορίας του χρήματος υπήρξαν τα εργαλεία που οδήγησαν στην μεγαλύτερη ανάπτυξη της ιστορίας της ανθρωπότητας.

Ανατρέποντας τις πολιτικές αυτές η πορεία θα είναι προς την παρακμή. Κι όχι προς την έξοδο από την κρίση και την ευημερία. Η ελπίδα είναι το μήνυμα να ακουσθεί. Και να μην κυριαρχήσουν τα καταστρεπτικά συνθήματα για χρεοκοπία δήθεν του καπιταλισμού.

Σημειώσεις

*John B. Taylor, 'Getting Off Track: How Government Actions and Interventions Caused, Prolonged, and Worsened the Financial Crisis'. Hoover Institution Press, 2009

**Richard A. Posner, 'A Failure of Capitalism: The Crisis of '08 and the Descent into Depression'.
Harvard University Press, 2009

*** 'The Great Contraction, 1929–1933'

**** Με τους Stephen Moore , Peter Tanous. 'The End of Prosperity: How Higher Taxes Will Doom the Economy--If We Let It Happen'. Threshold Editions, 2008

Πλήρες Άρθρο »