Γκόλ και Θέαμα!!

Το ποδόσφαιρο έχει πάψει να αποτελεί αποκλειστική πάρεργη ενασχόληση των λεγομένων φιλάθλων. Συνιστά παράγοντα κοινωνικών συσχετισμών και οικονομικών διασυνδέσεων. Όταν στην ποδοσφαιρική αγορά συνωστίζονται παίκτες διαφορετικών εθνικοτήτων και κυκλοφορεί χρήμα που μεταφέρεται στα τραπεζικά συστήματα λογής χωρών, το ζήτημα της λεγόμενης «μπάλας» δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των συσπειρωμένων φανατικών των ομάδων. Ενδιαφέρει την εθνική οικονομία και παίζει ρόλο στην διαμόρφωση της καταναλωτικής κίνησης. Τηλεοπτικά δικαιώματα, διαφημιστικός τζίρος, αγοραπωλησίες παικτών και συμβολικών προιόντων των ομάδων συνιστούν σοβαρό κομμάτι της κίνησης της αγοράς και θεωρητικά συνεισφέρουν στην εθνική οικονομία.

Οι φίλαθλοι εκτός από οπαδοί είναι και καταναλωτές. Πληρώνουν για να παρακολουθήσουν αγώνες, για να αγοράσουν αναμνηστικά των ομάδων, επιλέγουν τηλεοπτικά κανάλια που μεταδίδουν αναμετρήσεις, συμβάλλοντας έτσι στον διαφημιστικό τους τζίρο και στο ύψος των εσόδων τους, και διαβάζουν έντυπα και ηλεκτρονικές σελίδες που ασχολούνται με το σπόρ. Τεράστιοι όγκοι φορολογικών εσόδων προκύπτουν από τις επιλογές φιλάθλων καταναλωτών ενώ μεγάλες ποσότητες χρήματος προκύπτουν και ανακυκλώνονται λόγω των επιλογών τους αυτών (τηλεοπτικά δικαιώματα ομάδων και ομοσπονδιών, ποσά μεταγραφών, διαφημίσεις σε γήπεδα κλπ).

Το ποδόσφαιρο λοιπόν σαν οικονομικό φαινόμενο παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του εθνικού προιόντος. Δεν αναγνωρίζεται όμως σαν κάτι τέτοιο από την νομοθετούσα πολιτική αρχή. Πολύ συχνά οι ομάδες δεν αντιμετωπίζονται σαν εταιρίες αλλά σαν σύλλογοι τοπικής εμβέλειας και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Με αποτέλεσμα πολύ συχνά επιχειρήσεις, όπως είναι οι Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρίες, να αντιμετωπίζονται με οπτική τοπικού σωματείου – φορέα κοινωνικών ευαισθησιών. Τα χρέη τους έτσι συχνά παραγνωρίζονται και η νομοθεσία δεν εφαρμόζεται. Κυβερνητικές ρυθμίσεις τακτοποιούν τις οφειλές τους και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ο φορολογούμενος καλείται να λύσει προβλήματα που έχουν προκληθεί από κακή διαχείριση η αλόγιστες μεταγραφικές κινήσεις. Είναι δυνατόν εταιρίες λ.χ. που βρίσκονται σε ειδική εκκαθάριση να ξοδεύουν εκατομμύρια ευρώ για την αγορά ποδοσφαιριστών;

Στον τομέα των μεταγραφών πάλι πολλά περίεργα συμβαίνουν που περνούν απαρατήρητα από τον έλεγχο κάποιων ρυθμιστικών αρχών. Διαφημίζεται η αγορά παικτών λ.χ. , με αντίστοιχες βέβαια εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας, αλλά μετά ένα χρόνο οι παίκτες αυτοί (ανεξάρτητα της απόδοσής τους) αφήνονται ελεύθεροι να μετακινηθούν κάπου αλλού. Τι συμβαίνει ακριβώς στις περιπτώσεις αυτές; Πως περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρίας αφήνονται να χαθούν δίχως έλεγχο η αντίδραση. Είναι οι αρχικές εγγραφές ακριβείς η μήπως υποκρύπτουν παρανομίες (λ.χ. ξέπλυμα χρήματος); Είναι η αποδέσμευση των παικτών διάφανη; H μήπως έχει υπάρξει «ιδιωτική» πώληση νωρίτερα πριν από την τυπική λήξη του συμβολαίου; Τι ρόλο παίζουν οι διάφοροι μάνατζερς που έχουν ξεφυτρώσει σαν αγριολούλουδα άξαφνα στον χώρο των αγοραπωλησιών αθλητών; Πληρώνουν αυτοί φόρους και σε ποιόν (σε ποια χώρα λ.χ.) για τις υπηρεσίες τους;

Το κρίσιμο ζήτημα του ανεξιχνίαστου όμως κόσμου των ποδοσφαιρικών συναλλαγών έχει να κάνει με τους οπαδούς και την προστασία τους. Οπως σημειώσαμε και πριν ο φίλαθλος είναι και καταναλωτής. Που συχνά πληρώνει αρκετά ακριβά για το προιόν που προτίθεται να απολαύσει. Ποιός όμως φροντίζει να εξασφαλίσει γι’ αυτόν ασφάλεια και καταναλωτική ικανοποίηση; Στα πλαίσια της ελεύθερης πάντα αγοράς υπάρχουν κανόνες που καθορίζουν την λειτουργία της και την σωστή ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Δίχως κανόνες δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά. Ακόμα κι ο Friedrich von Heyek, ο πατέρας της νεοκλασσικής σχολής των οικονομικών, ομολογούσε πως η μοναδική παρέμβαση που είναι απαραίτητη στην αγορά είναι αυτή που έχει να κάνει με την σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού. Κι’ ανταγωνισμός σημαίνει εξασφάλιση σωστής ποιότητας προιόντων ώστε να μην μπορεί κανείς να κοροιδέψει τον καταναλωτή, απαγόρευση κάθετων συμφωνιών και ποινικοποίηση της εξαίρεσης από την όποια συμφωνία ανάμεσα σε εταιρίες άλλων επιχειρήσεων ομοειδούς χαρακτήρα.

Αυτονόητα, και στα επαγγελματικά σπόρ αυτού του είδους η νομοθεσία είναι απόλυτα ισχυρή. Εφαρμόζεται όμως; Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη παραπλανητική διαφήμιση. Ποιός ακριβώς προστατεύει τον καταναλωτή φίλαθλο από τα λογής δημοσιεύματα, συνήθως προερχόμενα από τις ίδιες τις ποδοσφαιρικές εταιρίες, στην διάρκεια των καλοκαιρινών ιδίως μεταγραφών; Αγνωστοι του αστυνομικού δελτίου και αμφιβόλου επιπέδου αθλητές εμφανίζονται, συχνά - αλλά όχι πάντα - από έντυπα συνδεδεμένα επιχειρηματικά με την ιδιοκτησία κάποιας ομάδας, σαν «γίγαντες» του αθλήματος μετά την απόκτησή τους απ’ αυτήν. Ακόμη χειρότερα, στην διάρκεια της προετοιμασίας για την νέα περίοδο οι μεγαλύτεροι περίπου αστέρες του διεθνούς ποδοσφαιρικού στερεώματος προβάλλονται σαν έτοιμοι να αποκτηθούν από ελληνικά σωματεία – εταιρίες. Συχνότατα αποδεικνύεται πως ούτε καν συζήτηση δεν είχε γίνει με τα πρόσωπα αυτά.

Στο ενδιάμεσο διάστημα όμως η παραπλανητική αυτή διαφήμιση έχει κάνει την δουλειά της. Είτε ωθώντας τον φίλαθλο – καταναλωτή να αγοράσει ακριβά εισιτήρια διαρκείας της ομάδας του για όλη την καινούργια σεζόν. Είτε συντηρώντας το ενδιαφέρον υψηλό για τις τύχες της εταιρίας στην διάρκεια που δεν υπάρχει πραγματικό προιόν (λ.χ. αγώνες) και αποτροπή πιθανής στροφής του κοινού προς άλλες. Χώρια βέβαια που οι παράλληλες επιχειρηματικές σχέσεις εταιριών ποδοσφαίρου και εξειδικευμένων στο τομέα αυτόν ΜΜΕ είναι συζητήσιμο πόσο νόμιμες είναι. Από πλευράς προστασίας του καταναλωτή πάντοτε.

Κάτι που όμως είναι εντελώς εξωφρενικό και παραβιάζει κάθε λογική λειτουργίας της αγοράς είναι οι περίφημες τιμωρίες των ομάδων – ανωνύμων εταιριών αν κάποιοι οπαδοί προκαλέσουν επεισόδια. Η λεγόμενη «τιμωρία της έδρας» δεν μπορεί παρά να είναι εντελώς παράνομη. Διότι υπάρχουν πελάτες – φίλαθλοι που έχουν αγορασμένα εισιτήρια διαρκείας. Και ουδείς έχει το δικαίωμα να τους προκαλέσει οικονομική ζημιά με την αποστέρηση της απόλαυσης πληρωμένου ήδη προιόντος. Ας επιβάλλονται πρόστιμα στην προσωπική περιουσία των διοικητικών παραγόντων των ομάδων. Ας τους αφαιρούνται βαθμοί η ας μηδενίζονται σε κάποια παιχνίδια. Η απαλλοτρίωση περιουσιακών δικαιωμάτων, που είναι η τιμωρία της λεγόμενης έδρας, είναι εντελώς παράνομη.

Υπάρχει βέβαια και θέμα με την ποιότητα του τελικού προιόντος. Που εκεί βέβαια είναι δυσχερέστατη η εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή. Αλλά υψηλές τιμές (εισιτηρίων, τηλεοπτικών δικαιωμάτων και μισθολογίων παικτών) δεν μπορεί να συνυπάρχουν με ομάδες που σέρνονται και κοιμίζουν τους θεατές. Όπως βέβαια πρόβλημα υπάρχει και με τις παράλληλες εταιρίες που δημιουργούνται αποκλειστικά για την συνεργασία με μία μόνο επιχείρηση (οι σχέσεις – κάθετες συμφωνίες λ.χ. της ΠΑΕ Ολυμπιακός με την Θρύλος ΑΕ και την Καραισκάκης ΑΕ είναι ένα ζήτημα που χρειάζεται διερεύνηση).