ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΣΜΟ

ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΣΜΟ

Η οικονομική κρίση χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία από τους αμετανόητους κρατιστές, που στην Ελλάδα δυστυχώς περισσεύουν, για να αναβιώσει ο σχετικά δυσφημισμένος τα τελευταία χρόνια παραδοσιακός ελληνικός κρατισμός. Ένα και μόνο σχετικό παράδειγμα νομίζω πως αρκεί. Προ καιρού ο μικρός μου γιός, που πηγαίνει στο Δημοτικό εγγλέζικου σχολείου, έφερε για διάβασμα ένα μικρό βιβλίο από την σχολική βιβλιοθήκη. Μέσα εκεί υπήρχε μια ιστορία για τα παιδιά μιάς μικρής τάξης που διαπίστωσαν πως είχαν ανάγκη ενός καινούργιου υπολογιστή. Αμέσως ο προβληματισμός που υπήρξε ήταν για το πως θα κατόρθωναν να μαζέψουν χρήματα για την υλοποίηση του σχετικού στόχου. Τελικά μαθητές και δασκάλα οργάνωσαν μια παιδική παράσταση όπου, και με την συμμετοχή γονιών με σχετικές ικανότητες (καλλιτέχνες, ταχυδακτυλουργοί κλπ), και κατόρθωσαν να μαζέψουν το αναγκαίο ποσό. Αμέσως σκέφθηκα πως στην περίπτωση ενός ελληνικού σχολείου η πρώτη κίνηση θα ήταν η απαίτηση των χρημάτων από την διεύθυνση του σχολείου. Η οποία με την σειρά της, και με την συμπαράσταση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, θα ζητούσε την σχετική επιχορήγηση από τον Δήμο η από το Υπουργείο Παιδείας!

Η διαφορά στην κοινωνικοποίηση των παιδιών και στην καλλιέργεια διαφορετικών αντιλήψεων είναι φανερή. Τα παιδιά στο βρετανικό σύστημα μαθαίνουν να στηρίζονται στις δυνάμεις τους, να είναι υπεύθυνα και συνακόλουθα να αγαπούν και να προσέχουν τα δημόσια αγαθά διότι συμβάλλουν με την δουλειά τους στην απόκτησή τους. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κουλτούρα που κυριαρχεί είναι της εξάρτησης από κάποιο απρόσωπο κράτος («Τι κάνει η πολιτεία;» είναι η συνήθης κραυγή που ακούγεται μπροστά στην παραμικρή δυσκολία), της αδιαφορίας για την (αποξενωμένη ιδιοκτησιακά;) δημόσια περιουσία και πολύ περισσότερο η έλλειψη της παραμικρής διασύνδεσης μεταξύ καταβολής φόρων και εξασφάλισης υπηρεσιών. Οι έλληνες μαθαίνουν να κοροιδεύουν ένα κράτος που δεν τους σέβεται και που συνηθίζει νά τους καταπιέζει.

Το δημόσιο φαντάζει στην λαική φαντασία σαν δυνάστης αλλά συνάμα και σαν απελευθερωτής. Η σχέση πολίτη με το κράτος συνθέτει το περισσότερο ίσως αντιπροσωπευτικό στοιχείο της νεοελληνικής αντιφατικότητας. Μια περίεργη σχέση αγάπης – μίσους που διατρέχει τις περισσότερες κοινωνικές σχέσεις βρίσκει την απόλυτη σχεδόν ολοκλήρωση στην σχέση πολίτη – κράτους. Μοναχά σχεδόν στην Ελλάδα αντιμετωπίζει κάποιος το φαινόμενο ο γιός να σφάζει τον πατέρα και μετά να οδύρεται πάνω από τον τάφο η να χαρακώνει η γυναίκα το πρόσωπο του εραστή της και στη συνέχεια να του καθαρίζει κλαίγοντας τις πληγές μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Ετσι όμως κι’ ο πολίτης αναζητά λύσεις από το κράτος στα περισσότερα προβλήματά του. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να χαρακτηρίζει το δημόσιο διεφθαρμένο, αδιάφορο και πηγή των περισσότερων κακών της κοινωνίας.

Αυτός ο αντιφατικός κρατισμός είναι δυστυχώς βαθιά ριζωμένος στον ψυχισμό των ελλήνων. Και δυσκολεύει κάθε γνήσια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της κοινωνίας. Ματαιώνει όμως ουσιαστικά και την όποια κίνηση οικοδόμησης ενός κλίματος ατομικής υπευθυνότητας Δύσκολα ο πολίτης μπορεί να συνειδητοποιήσει τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του. Μαθαίνει να συμπεριφέρεται σαν το κακομαθημένο παιδί που συνέχεια απαιτεί. Αδιαφορώντας για τον τρόπο με τον οποίο η οικογένεια εξασφαλίζει τα προς το ζήν. Ποτέ σχεδόν δεν αναλαμβάνει ευθύνες για τα συνεπακόλουθα των πράξεών του.

Το αποτέλεσμα είναι πολιτικοί με ελαστική συνείδηση και ηγεσίες με στενούς ορίζοντες πολιτικών σχεδιασμών και αδιαφορία για τις μακροχρόνιες συνέπειες των επιλογών τους. Οι πολίτες ενδιαφέρονται για παροχές και βολέματα. Ενώ οι ουσιαστικά τυχάρπαστες κοινωνικο-οικονομικές ελίτ στερούνται εθνικής συνείδησης και σχεδόν τελείως αστικής ηθικής.

Μέσα στο τέλμα αυτού του κοινωνικο-οικονομικού γίγνεσθαι ο κρατισμός επιβιώνει σαν η μοναδική σταθερά σε ένα σύστημα σαθρό, αβέβαιο και απόλυτα διεφθαρμένο. Το κράτος αποτελεί ελπίδα διορισμού και οικονομικής αποκατάστασης για τα μεσο-χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Συνιστά όμως και διέξοδο οικονομικής επιβίωσης για μια μαθημένη στις παρεμβάσεις του λεγόμενου γκοβέρνου και έντονα ανασφαλή επιχειρηματική τάξη. Συνιστά όμως κι’ εργαλείο πλουτισμού για τους μαθημένους στις παρασκηνιακές συναλλαγές νεόπλουτους και υψηλο-διεφθαρμένους ισχυρούς. Το χρήμα του κράτους είναι εκείνο – μέσα από εργολαβίες, προμήθειες και ειδικές εύνοιες - που φτιάχνει πλούσιους και παράλληλα στήνει μηχανισμούς προπαγάνδισης του κρατισμού μέσα από τηλεοράσεις έντυπα και ραδιόφωνα. Που συνήθως ανήκουν σε ευνοημένους πελάτες του δημόσιου τομέα. Γι αυτό και τελικά η καταπολέμησή του κρατισμού γίνεται σχεδόν αδύνατη.

Πριν όμως από την οικονομική κρίση οι πασιφανείς αδυναμίες του μεγάλου δημόσιου τομέα μαζί και με τι επιτυχίες του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης σε ολόκληρη την υφήλιο είχαν αρχίσει να επηρεάζουν κάπως το πολιτικό τοπίο. Πολιτικοί απ’ όλες τις πλευρές έδειχναν έτοιμοι να δεχθούν πως η δημιουργία ελλειμμάτων – με τρόπο μάλιστα κρυφό από τα μάτια των πολιτών όπως οι περίφημες «άγνωστες» εγγυήσεις του δημοσίου σε δάνεια διαφόρων κρατικών φορέων – υποθήκευε το μέλλον του λαού. Και πως έπρεπε να σταματήσει. Εφ’ όσον η χώρα χρωστάει, πως είναι δυνατόν να απαλλαγεί κάποτε από τα βάρη εφ’ όσον κάθε χρόνο έμπαινε και περισσότερο μέσα;

Δυστυχώς η οικονομική κρίση – και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αυτή εξηγήθηκε στο κοινό – ανέτρεψε αυτή την εικόνα. Αντί να αποκαλυφθεί ο αχαρακτήριστος τρόπος με τον οποίο το αμερικανικό δημόσιο επέβαλε σε τράπεζες να χορηγούν δάνεια σε δανειολήπτες που δεν διέθεταν τις απαραίτητες εγγυήσεις, η αντίληψη που προωθήθηκε ήταν πως το πρόβλημα προκάλεσε η απουσία κρατικών ελέγχων στην λειτουργία των αγορών. Η επιστροφή λοιπόν στο μεγάλο κράτος, στον προστατευτισμό, στις επιδοτήσεις και στα μεγάλα ελλείμματα συνιστούν για πολλούς την μοναδική διέξοδο από τις σημερινές οικονομικές δυσκολίες.

Από πουθενά όμως αντικειμενικά δεν προκύπτει πως μιά τέτοια πολιτική παροχών, μεγάλων δημοσίων επενδύσεων και νέων χρεών οδηγεί στην ανάπτυξη. Η πολιτική Ομπάμα στις ΗΠΑ και Μπράουν στην Βρετανία είναι αυτής της φιλοσοφίας. Στις χώρες αυτές όμως η κρίση βαθαίνει, η ανεργία διογκώνεται και τα αδιέξοδα μεγαλώνουν. Γιατί στην Ελλάδα τα πράγματα θα λειτουργήσουν διαφορετικά; Οι μέθοδοι του New Deal της δεκαετίας του ’30 δεν μπορούν να αποδώσουν σήμερα. Γιατί οι κοινωνίες σήμερα είναι διαφορετικές. Και δεν υπάρχει ανενεργός πληθυσμός να μπεί για πρώτη φορά στην παραγωγή. Είναι δε φοβερές και οι ανακολουθίες και οι αντιφάσεις όσων υποστηρίζουν τις πολιτικές αυτές. Ο Πώλ Κρούγκμαν, για παράδειγμα, που ουδέποτε έχει προβλέψει κάτι σωστά επέμενε για χρόνια πως η οικονομική κατάρρευση θα προέλθει από τα δημόσια ελλείμματα των ΗΠΑ! Αυτή όμως προκλήθηκε από τα στεγαστικά θαλασσοδάνεια και την φούσκα των ακινήτων. Και τώρα ο Κρούγκμαν υποστηρίζει τις πολιτικές Ομπάμα που μεγαλώνουν παραπάνω τα ελλείμματα!!

Το μεγάλωμα του κράτους λοιπόν δεν αποτελεί απάντηση στην κρίση. Ούτε βέβαια και ο πλήρης εξοστρακισμός του. Η αγορά οφείλει να ακολουθεί κανόνες. Για την σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού. Είναι λοιπόν αναγκαίες κάποιες ρυθμιστικές αρχές που να φροντίζουν ώστε επιχειρήσεις και δημόσιοι φορείς να σέβονται τους καταναλωτές και να μην σχηματίζουν καρτέλ και εκβιαστικές ομάδες. Το κράτος επίσης πρέπει να προσφέρει αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες. Η υγεία και η παιδεία πρέπει να βρίσκονται στην αρμοδιότητά του. Όχι υποχρεωτικά μέσω κρατικών συστημάτων αλλά κάτω από την εποπτεία και την οικονομική του συμβολή (λ.χ. πιστωτικά κουπόνια για σχολεία, πανεπιστήμια η νοσοκομειακή φροντίδα). Η ασφάλιση δεν μπορεί παρά να αποτελεί επίσης αρμοδιότητά του αλλά και μέσω κεφαλαιοποιητικών συστημάτων όπου οι φορείς που την προσφέρουν να είναι ιδιωτικοί. Τέλος η γραφειοκρατία οφείλει δραστικά να μειωθεί. Με τον περιορισμό πολλών δημοσίων υπηρεσιών. Και την χρήση υπεύθυνων δηλώσεων για εφαρμογή των προυποθέσεων που θέτουν οι νόμοι.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε πως η έξοδος από την κρίση δεν περνάει από έναν διογκωμένο δημόσιο τομέα. Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται είναι η ενθάρρυνση της δυνατότητας δημιουργίας ταχύτατα καινούργιων επιχειρηματικών μονάδων. Ωστε να καμφθεί η ανεργία και να ενισχυθεί η κατανάλωση. Λιγότεροι φόροι, λιγότεροι γραφειοκρατικοί έλεγχοι, άδειες και εγκρίσεις είναι οι προυποθέσεις ενός καινούργιου ξεκινήματος. Διαφορετικά θα βουλιάξουμε ακόμη πιό βαθιά στα χρέη, στα αδιέξοδα και την απαισιοδοξία.