Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Κατά περιόδους η Κεντρική Ασία έρχεται δυναμικά στην επικαιρότητα. Και άξαφνα μετά απομακρύνεται απ’ αυτήν. Με την ευκαιρία της έκρηξης των τιμών του πετρελαίου οι πάντες έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τις νεαρές αυτές μουσουλμανικές δημοκρατίες προσβλέποντας σε διεξόδους από την κυριαρχία των χωρών της Μέσης Ανατολής στις διεθνείς αγορές. Πολλοί άρχισαν να ομιλούν για ένα καινούργιο «Μεγάλο Παιχνίδι» κάνοντας αναφορά σε πολιτικές αναφορές του περασμένου αιώνα όταν Βρετανία και Ρωσία είχαν για χρόνια συγκρούσεις πάνω στα περάσματα των απρόσιτων οροσειρών των Ιμαλαίων και του Χίντου Χούς αναζητώντας προσβάσεις από και προς την Ινδία. Το «Τουρνουά των Σκιών», όπως αποκαλούσε τότε η Μόσχα των Τσάρων τον ανταγωνισμό Ευρωπαικής Ανατολής και Δύσης για τα πλούτη της Νότιας Ασίας, είχε αποτύχει να αποκαθηλώσει την κυριαρχία της Βρετανίας στα εδάφη αυτά.

Οταν τα ενεργειακά πλούτη της Κασπίας Θάλασσας αποδείχθηκε πως δεν έφθαναν στα ύψη των διαφόρων «ειδικών» εκτιμήσεων αλλά και μόλις χώρες όπως το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν φάνηκε να συνεργάζονται και πάλι με την Ρωσία για την αξιοποίηση των αποθεμάτων τους σε πετρέλαιο και αέριο το ενδιαφέρον για την Κεντρική Ασία έδειξε να καταλαγιάζει. Ακόμη και η Τουρκία, που ξεκίνησε στην αρχή - ευθύς μετά την ανεξαρτησία των κρατών αυτών από την αποικιακή λαβίδα της πρώην Σοβιετικής Ενωσης - με ορμή την προσπάθεια εξάπλωσης της επιρροής της στον χώρο αυτό, είδε τις φιλοδοξίες της να χλωμιάζουν και τις δυνατότητές της να αποψιλώνονται. Οι χώρες της Κεντρικής Ασίας δεν έψαχναν τότε για πρότυπα παντρέματος του Ισλάμ με την Δημοκρατία. Αναζητούσαν οικονομικές ενισχύσεις για να ορθοποδήσουν οι οικονομίες τους και για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία ένα διογκούμενο μουσουλμανικό ριζοσπαστισμό.

Η αποτυχία της Τουρκίας και η διάψευση των προσδοκιών για ένα καινούργιο ενεργειακό Ελντοράντο έριξε πίσω τις χώρες της Κεντρικής Ασίας στην σχετική αφάνεια της πολιτικής και οικονομικής υπανάπτυξης. Η διεθνής ειδησεογραφία σήκωνε το χαλί της σιωπής και της αδιαφορίας για τις χώρες αυτές μόνο για ρεπορτάζ σχετικά με κάποιο πραξικόπημα στο Κιργκιστάν, για ταραχές και φόνους στην κοιλάδα της Φεργκάνα στο Ουζμπεκιστάν και για προστριβές στα ηγετικά – οικογενειακά κλιμάκια στο Καζακστάν. Κάποιες πολιτικές εντάσεις σχετιζόμενες με ισλαμικές κινητοποιήσεις στην Σαμαρκάνδη και στις άλλες νότιες επαρχίες του Ουζμπεκιστάν και εμφύλιες συρράξεις στην Ντουσάμπε του Τατζικιστάν σκίρτησε το ενδιαφέρον όσων αγωνιούσαν για τα ζητήματα της ακραίας ισλαμικής αναβίωσης. Αλλά μέχρι εκεί.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν με αφορμή δύο σημαδιακά γεγονότα. Το ένα ήταν η επίθεση στους δίδυμους πύργους στη Νέα Υόρκη. Η άγρια επίθεση του ακραίου Ισλάμ στην καρδιά της καπιταλιστικής Δύσης έσκισε τον λήθαργο της απάθειας που σκέπαζε τα σαλόνια των πόλεων της Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης. Ξαφνικά, οι χώρες με τα παράξενα ονόματα που βρίσκονταν κάτω από την ασιατική κοιλιά της Ρωσίας και γύρω κι’ ανάμεσα στους αρχαίους ποταμούς Σύρ Νταρία και Αμπού Νταρία (ο Οξος των ημερών του Μεγάλου Αλεξάνδρου) βρέθηκαν στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Εγινε απρόσμενα συνείδηση σε ολόκληρο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο πως δίπλα στους λαούς αυτούς βρισκόταν το «σκοτεινό» Αφγανιστάν με τους φονιάδες Ταλιμπάν και τους φανατικούς Ζιχαντιστές της Αλ Καέντα. Και πως η δική τους παραμονή έξω από την αγκαλιά του ακραίου Ισλάμ των Βαχαμπιστών και των Νεομπαντιστών αποτελούσε αναγκαία προυπόθεση για την πετυχημένη επίθεση του ΝΑΤΟ εναντίον των Ταλιμπάν και για τον τελικό αποτελεσματικό έλεγχο του Αφγανιστάν. Το γεγονός πως για την ευόδωση των στόχων αυτών ήταν απαραίτητη η συνεργασία της Ρωσίας αλλά και κάποια συνεννόηση με το Ιράν έκανε τις εξωτικές αυτές χώρες ακόμη πιό σημαντικές για την ασφάλεια της Δύσης.

Το δεύτερο γεγονός που αναβίωσε το ενδιαφέρον για την Κεντρική Ασία υπήρξε η ξαφνική και σχετικά πρόσφατη καταλυτική παγκόσμια αύξηση τών τιμών του πετρελαίου αλλά και το μεγάλο ενδιαφέρον για το φυσικό αέριο. Τα νέα πεδία εξόρυξης μαύρου χρυσού που βρέθηκαν στο Κασαγκάν του Καζακστάν πάνω στην Κασπία αλλά και οι δυνατότητες του Τουρκμενιστάν να αποτελέσει το εναλλακτικό κέντρο προμήθειας φυσικού αερίου για την Ευρώπη, πέρα από την Ρωσία, επανέφερε την Κεντρική Ασία σαν σημαντικό κεντρικό παράγοντα στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Η ενεργειακή διπλωματία της Ρωσίας, οι ανταγωνισμοί για τους περιφερειακούς αγωγούς πετρελαίου και αερίου αλλά και οι πιέσεις Ευρώπης και Κίνας σε αντιπαράθεση με την Ρωσία για τις ενεργειακές κυρίως πρώτες ύλες των χωρών αυτών ξανάφερε τις κουβέντες για το «Μεγάλο Παιχνίδι» και πάλι στο προσκήνιο. Ο Lutz Kleveman στο σημαντικό του βιβλίο The New Great Game: Blood and Oil in Central Asia (2004) περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις που προέκυψαν από τα καινούργια διεθνή οικονομικά δεδομένα.

Σημαντική συμβολή στην κατανόηση της σημερινής Κεντρικής Ασίας αποτελεί και το βιβλίο – διδακτορική διατριβή του Λευτέρη Δρακόπουλου, Κεντρική Ασία: Aπό το Μαχαλά στα Σοβιέτ – Και Πίσω; (Eκδόσεις Παπαζήση, 2009). Πέφτοντας σχεδόν κυριολεκτικά πάνω στην επικαιρότητα προσφέρει σημαντικά εργαλεία κατανόησης της ιδιαίτερα περίπλοκης αυτής περιοχής του κόσμου. Με σημαντική εμπειρία πάνω στην ανάλυση των κοινωνιών σε μετάβαση (transition societies) ο Δρακόπουλος παρακολουθεί την πορεία των χωρών αυτών από την ιστορική τους εκκίνηση σαν σκοτεινές ενδοχώρες ντόπιων πολέμαρχων και περιφερειακών ληστών σε σκονισμένους και σχεδόν ξεχασμένους αυλόγυρους της Τσαρικής και της Σοβιετικής αργότερα Ρωσίας. Με διεισδυτική όμως ματιά εντοπίζει τους κοινωνικούς μηχανισμούς που αναγκάσθηκαν να υποστούν τις σοβαρότερες πιέσεις σε όλες αυτές τις κατακλυσμικές μεταβολές που αναγκάσθηκαν οι λαοί αυτοί να αντικρύσουν. Η πλέον εντυπωσιακή διαπίστωση του Δρακόπουλου είναι πως στην φάση της σημαντικότερης μετάβασης των κοινωνιών αυτών, από την σοβιετική κατοχή δηλ. σε καθεστώς εθνικής και πολιτειακής ανεξαρτησίας, ουσιαστικά επανήλθαν στις αυστηρά παραδοσιακές δομές της προ Ρωσικής κατοχής εποχές.

Σε μια παράλληλου αντικειμένου πρόσφατη μελέτη ο Thomas W. Simons (Eurasia's New Frontiers: Young States, Old Societies, Open Futures, 2008) βλέπει στις κοινωνίες της Κεντρικής Ασίας δυνατότητες ριζικών μελλοντικών μεταβολών. Η διαφορά κατά την άποψή μου είναι πως ο Δρακόπουλος εντοπίζει στις κοινωνικές δομές της μουσουλμανικής γειτονιάς σε κωμοπόλεις και χωριά τις σχεδόν γρανιτένιας αντίστασης παραδοσιακές συνήθειες ενώ ο Simons εξετάζει τις κεντρικές πολιτικές επιλογές για την ανάδειξη μοντέρνων δομών και μηχανισμών. Ο Δρακόπουλος εντοπίζει το ενδιαφέρον του στην Αλμάτυ (παραδοσιακή πρωτεύουσα του Καζακστάν) και τους μαχαλάδες ενώ ο Simons αντικρίζει κυρίως την Αστάνα (μοντέρνα πρωτεύουσα του Καζακστάν) και τα υπερμοντέρνα εμπορικά κέντρα.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η όψη που προσφέρει η Κεντρική Ασία στον εσωτερικό πολιτικό διάλογο που εξελίσσεται μέσα στην απειλητικά γειτονική Ρωσική Ομοσπονδία. Oι πρώην μουσουλμανικές επαρχίες της Σοβιετικής Ενωσης, με την εξαίρεση του Ταταρστάν βέβαια και του Βασκορτοστάν που εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα στην Ρωσική Ομοσπονδία, συναπαρτίζουν μαζί με τα κράτη της Υπερκαυκασίας, την Ουκρανία και τις Βαλτικές χώρες το περίφημο «κοντινό εξωτερικό». Αποτελούν δε αυτές μιά δέσμη κρατών που η Μόσχα εκτιμά πως συνθέτουν ρεαλιστικά τον γεωστρατηγικό της ζωτικό χώρο. Με την ισχυροποίηση του Ευρασιατισμού σαν ανεπίσημης ιδεολογίας επαναβεβαίωσης της αυτοκρατορικής στρατηγικής αντίληψης του Κρεμλίνου –σημαντικό στο ζήτημα αυτό αποτελεί το έργο της Marlène Laruelle, Russian Eurasianism: An Ideology of Empire, 2008 καθώς και το στην αντίθετη κατεύθυνση οδηγούμενο βιβλίο του έγκυρου αναλυτή των Ρωσικών εξελίξεων Dmitri Trenin, The End of Eurasia: Russia in the Border Between Geopolitics and Globalization, 2002 – πολλές από τις χώρες της Κεντρικής Ασίας αισθάνονται βαριά την ανάσα της Μόσχας στο σβέρκο τους.
Αναλύοντας την τρέχουσα πολιτική της Ρωσίας απέναντι στον χώρο της Κεντρικής Ασίας, ο Δρακόπουλος δεν κρύβει τα ψήγματα αστάθειας που επωάζονται στις σχέσεις αυτές. Το ενδιαφέρον κυρίως εδώ στρέφεται στις χώρες εκείνες (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) που έχουν σημαντικές Ρωσικές εθνικές μειονότητες και που ανησυχούν για τον τρόπο με τον οποίο η Μόσχα θα αντιδρούσε σε πραγματικές η υποτιθέμενες διώξεις η διακρίσεις σε βάρος των πληθυσμών αυτών. Ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη κρίση στην Ν. Οσσετία –Γεωργία οι σχετικές ανησυχίες είναι πραγματικές και αντανακλούνται σε δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών αλλά και στις διπλωματικές κινήσεις των κρατών αυτών.

Η επάνοδος γενικά της Κεντρικής Ασίας στο επίκεντρο του διεθνούς πολιτικού ενδιαφέροντος συμπίπτει με την παρούσα έκδοση του βιβλίου του Λευτέρη Δρακόπουλου. Ο τόμος αυτός, όπως και άλλες ξένες μελέτες που αναφέρονται σε παρόμοια ζητήματα (η ανανεωμένη επανέκδοση του βιβλίου του Γάλλου αναλυτή Olivier Roy, The New Central Asia: Geopolitics and the Creation of Nations, 2007 είναι ένα χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα) υποδηλώνουν την ευρύτερη πολιτική σημασία της περιοχής για τις τρέχουσες εξελίξεις. Η σχετική επαναπροσέγγιση των ΗΠΑ με την Ρωσία λ.χ. είχε άμεσες συνέπειες και στις εξελίξεις στις χώρες αυτές. Το Κιργκιστάν αποφάσισε να εγκρίνει την χρησιμοποίηση της αεροπορικής βάσης Μάνας για την τροφοδοσία των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. Μετά τις αναστατώσεις και την πολιτική αστάθεια στο Πακιστάν, ο ρόλος της Κεντρικής Ασίας καθώς και η σημασία της Ρωσικής επιρροής εκεί παίζουν κρίσιμο ρόλο για τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα στην αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας και των ακραίων ισλαμιστών ζιχαντιστών. H γνώση σαν συνέπεια των χωρών, των λαών και του χώρου αποτελεί ουσιαστική προυπόθεση για την κατανόηση των σύγχρονων κρίσιμων διεθνών εξελίξεων. Μέσα στα πλαίσια αυτών των δεδομένων η δουλειά του Λευτέρη Δρακόπουλου αποτελεί σημαντική συμβολή στην διεύρυνση της γνώσης αλλά και στην έγκυρη ερμηνεία κρίσιμων διεθνών γεγονότων.