ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ  ΜΕ  ΤΗΝ  ΚΡΙΣΗ

Δεν έχουν τελειωμό οι αναλύσεις για τα αίτια τις οικονομικής κρίσης που έχει χτυπήσει σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι όμως η αντιμετώπισή της. Kαι για να φθάσει κάποιος στην θεραπεία είναι απαραίτητο να κάνει σωστή διάγνωση του προβλήματος. Δεν μας ενδιαφέρει δηλ. τόσο πολύ το γιατί, αλλά το τι ακριβώς συμβαίνει.

Είναι φανερό πως η διάγνωση συνεχίζει να είναι ατελής. Ουδείς γνωρίζει ακριβώς την έκταση του προβλήματος. Ο Πρόεδρος Ομπάμα πρόσφατα πληροφόρησε τον Γάλλο Πρόεδρο Σαρκοζί πως η κατάσταση είναι χειρότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις. Δεν πληροφορηθήκαμε όμως ποτέ πόσο χειρότερη είναι. Και που εμφιλοχωρούν ακριβώς τα σημαντικά καινούργια προβλήματα.

Το βασικό ερώτημα έχει να κάνει με τις Τράπεζες και την ρευστότητα. Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για το ζήτημα αυτό. Ουδείς όμως με ασφάλεια και σιγουριά δείχνει έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη της απόλυτης αποτύπωσης του προβλήματος. Εχουν τόσο πολλαπλασιάσει οι πιστωτικοί οργανισμοί, με χρηματοπιστωτικά ευρήματα και καθαρά λογιστικούς τρόπους, το χρήμα που είχαν στην διάθεσή τους ώστε σήμερα να είναι παντελώς αδύνατον να εκπληρώσουν υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν; Και σε ποιά έκταση αυτό συμβαίνει; Αν καλύπτει το σύνολο σχεδόν των εμπορικών Τραπεζών τότε η συνολική κατάρρευση είναι προ των πυλών. Και τα διάφορα προγράμματα οικονομικής αιμοδοσίας που προώθησε αρχικά η Ουάσιγκτον και ακολούθησαν το Λονδίνο, οι Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαικές πρωτεύουσες (και εκτός ΕΕ, όπως η Μόσχα) μάλλον έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό.

Η πραγματικότητα τότε θα είναι πως καλά χρήματα πετάχθηκαν στην μαύρη τρύπα που είχαν δημιουργήσει με κακά χρήματα τα θαλασσοδάνεια των επενδυτικών Τραπεζών. Οι οικονομίες έτσι αναποτελεσματικά στεγνώνουν και η όποια ρευστότητα θα είναι αδύνατον να αποκατασταθεί. Οπως σωστά αναφέρει σε σχετικό του άρθρο στον Economist o Edward Carr, η χρηματοπιστωτική λειτουργία των αγορών δημιούργησε την ευημερία των τελευταίων 25 ετών. Και δεν είναι, κατά συνέπεια, δυνατόν να καταργηθεί. Μπορεί όμως να προκάλεσε στην υφήλιο ολόκληρη μιά συγκλονιστική παλινδρόμηση που ουδείς ακόμη γνωρίζει σε τι βραχώδεις και αφιλόξενες ακτές είναι δυνατόν να την οδηγήσει.

Το κεντρικό πρόβλημα κάθε προσπάθειας αντιμετώπισης των προβλημάτων και οικοδόμησης κάποιας πολιτικής ανάκαμψης , ακόμη και σε στιγμές όπως οι τωρινές που δεν έχουμε απόλυτη γνώση του προβλήματος, οφείλει να ξεκινήσει από τα ουσιώδη. Και αυτά δεν είναι άλλα από την εξασφάλιση της στοιχειώδους κοινωνικής συνοχής μέσα από πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας.

Η εκτίμησή μου είναι πως τα παλιά Κευνσιανά μοντέλα, στα οποία σχεδόν όλοι προστρέχουν, δεν θα αποδώσουν. Διότι έχουν μεταβληθεί κάποια ουσιαστικά δεδομένα. Δεν υπάρχει λ.χ. το χαμηλο-αμοιβόμενο τεράστιο αγροτικό ανθρώπινο δυναμικό που πλημμύρισε μετά τον πόλεμο την βαριά βιομηχανία και συνέβαλε στην αναμόρφωση των οικονομιών. Σήμερα στις περισσότερες χώρες ο πληθυσμός είναι κατά βάση αστικός, σε μεγάλο βαθμό απεξαρτημένος από την βαριά βιομηχανία και απασχολούμενος είτε στις υπηρεσίες είτε σε τομείς της λεγόμενης νέας οικονομίας. Οι δημόσιες δαπάνες που κατευθύνονται σε έργα υποδομής δύσκολα θα μπορέσουν να δώσουν διέξοδο σε ανθρώπους που είναι σχεδόν αδύνατον να απασχοληθούν σε τέτοιας μορφής εργασίες.

Μιά πρώτη λύση θα ήταν η συνεργασία με τοπικούς φορείς που σε κάθε περίπτωση θα είναι σε θέση να αξιολογήσουν ευκολότερα το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, τις διαθέσεις και την επαγγελματική του εξειδίκευση καθώς τις όποιες σχετικές ανάγκες υπάρχουν. Ενισχύοντας λοιπόν οικονομικά σχετικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες των ίδιων των πολιτών ίσως να έδινε μιά πρώτη διέξοδο στα προβλήματα - ιδιαίτερα της ανεργίας. Ενα άλλο ενδεχόμενο θα ήταν η παράκαμψη των Τραπεζών και η απ’ ευθείας χρηματοδότηση – δανειοδότηση επιχειρηματικών πλάνων των πολιτών. Μιά τέτοια κίνηση θα εξασφάλιζε την ύπαρξη ρευστότητας στις αγορές, θα περιόριζε σε πρώτη φάση την ανεργία και τελικά θα αναζωογονούσε τις χρηματοπιστωτικές λειτουργίες των διαφόρων οικονομιών.

Κοντολογής, λύσεις εύκολες δεν υπάρχουν. Ο κίνδυνος που εμφιλοχωρεί είναι η καταφυγή σε έναν ανεμπόδιστο κρατισμό που βέβαια θα διογκώσει, αντί να θέσει κάτω από έλεγχο, τα προβλήματα. Για χώρες βέβαια όπως η Ελλάδα, όπου ο κρατισμός κυριαρχεί στο αξιακό στερέωμα όλων σχεδόν των κοινωνικών στρωμάτων, η αντίσταση στην τάση να παρέμβει το δημόσιο για να λύσει τα προβλήματα θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Το μέλλον θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα των ηγεσιών να αποτυπώσουν καινούργιες πολιτικές δίχως να υποκύψουν στην εύκολη, και καθ’ υπόθεση αποτελεσματική, επιλογή της εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης.


*Δ/ντής Ινστιτούτου Διπλωματίας – Αμερικ. Κολλέγιο Ελλάδος