ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Με την αισιοδοξία που προσφέρει το ξεκίνημα κάθε νέας χρονιάς αισθάνομαι την ελευθερία να προχωρήσω σε μερικές εξομολογήσεις. Που έχουν να κάνουν με πράξεις και παραλείψεις μου στη διάρκεια της πορείας μου στην δημόσια ζωή της χώρας. Αλλά και με σκέψεις και απόψεις μου για τα τρέχοντα προβλήματα και τις μελλοντικές εξελίξεις.

Αρκετά συχνά, ιδιαίτερα μετά τα τελευταία γεγονότα, συναντώ συμπολίτες που με παροτρύνουν με αγωνία: «Κάντε κάτι». Η απάντησή μου είναι σχεδόν πάντα στερεότυπη. Πως τίποτα δεν εξαρτάται από εμένα και κάποια άλλα δημόσια πρόσωπα. Αλλά πως είναι συνάρτηση κοινωνικής συνειδητοποίησης των προβλημάτων και κίνηση πολιτική από τα κάτω. Υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν οι πολίτες. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν δραστηριοποιούνται. Θα μπορούσαν λ.χ, να πιέσουν για πολιτικές και πρόσωπα με γράμματα, τηλεγραφήματα, φάξ, ηλεκτρονικά μηνύματα, SMS και επισκέψεις σε πολιτικές προσωπικότητες και δημοσιογραφικά γραφεία. Τέτοιες κινήσεις πείθουν για τις ευαισθησίες της κοινωνίας και δείχνουν πως υπάρχει και πολιτικό κόστος πέραν από τις πιέσεις και τα συμφέροντα των οργανωμένων συντεχνιών.

Η κοινωνία όμως συνεχίζει να παραμένει σιωπηλή. Και να αποζητά από άλλους τον ρόλο του σωτήρα. Ποιοι διαμαρτυρήθηκαν για τους ατιμώρητους βανδαλισμούς των τελευταίων εβδομάδων; Πότε και πως απαίτησαν την εφαρμογή των νόμων και την σύλληψη των παρανομούντων – είτε των απροκάλυπτα κινητοποιούμενων ακτιβιστών (εισβολή σε τηλεοπτικά στούντιο, διακοπή θεατρικών παραστάσεων, αναχαίτιση αυτοκινητιστών και έλεγχος ταυτοτήτων (!), καταστροφές πανεπιστημιακών χώρων), είτε αυτών που παρεμπόδιζαν την νόμιμη λειτουργία των καταστημάτων την τελευταία Κυριακή της χρονιάς. Δεν συζητώ βέβαια για τους πυρομανείς καταστροφείς καταστημάτων και τους λιθοβόλους κατά αστυνομικών τμημάτων και ανύποπτων πολιτών – και των οποίων τα πρόσωπα καταγράφηκαν από τηλεοράσεις και φωτογραφικούς φακούς. Ο φορολογούμενος ακριβοπληρώνει για συστήματα ασφάλειας. Που όμως ουδείς χρησιμοποιεί.

Διαβάζω σχόλια αγανακτισμένων πολιτών που κατηγορούν συλλήβδην τους πολιτικούς για τα χάλια της χώρας. Φροντίζουν όμως να κρύβουν το γεγονός πως οι πολιτικοί οδήγησαν εκεί τα πράγματα καθ’ υπόδειξη της ίδιας της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν ένοχοι πολιτικοί και αθώοι πολίτες. Οσοι προσπαθήσαμε να μιλήσουμε την γλώσσα της αλήθειας και να προχωρήσουμε έγκαιρα σε κινήσεις μεταρρύθμισης και αλλαγών συναντήσαμε αντίδραση, καταγγελίες και την γενικότερη κατακραυγή. «Η κοινωνία δεν είναι ώριμη για τις ιδέες σας» μας έλεγαν οι καλοπροαίρετοι. «Κοινωνικά ανευαίσθητους και υπέρμαχους της οικονομικής ασυδοσίας» μας ονομάτιζαν ιδεολογικοί αντίπαλοι και εσωκομματικοί εχθροί. Ο λαός «παράγει», και ανέχεται βέβαια, τους πολιτικούς που του ταιριάζουν. Και μαζί οδηγούν την χώρα σε λεωφόρους η ατραπούς. Αν ο δρόμος είναι λασπωμένος και προβληματικός ευθύνη δεν έχει μόνο ο οδηγός. Την πορεία την έχουν διαλέξει οι επιβάτες.

Συχνά γίνομαι στόχος δημόσιας κριτικής για δύο κυρίως πράγματα. Η οικονομία της αγοράς επιμένουν οι περισσότεροι προκάλεσε την καταστροφική πορεία της οικονομίας σήμερα. Μόνο που στην Ελλάδα ο κρατισμός ποτέ δεν σταμάτησε να κυριαρχεί. Σε μια οικονομία που πάνω από το 62% της οικονομικής δραστηριότητας ελέγχεται άμεσα η έμμεσα από το κράτος είναι τουλάχιστον παρανοικό να κατηγορείται ο …νεοφιλελευθερισμός για τα αδιέξοδά της. Κάποιοι θεωρούν δογματισμό την άρνησή μου να αποδεχθώ την ελεύθερη αγορά σαν υπαίτια της παγκόσμιας κρίσης. Όταν όμως οι Τράπεζες στις ΗΠΑ έδιναν στεγαστικά δάνεια δίχως εγγυήσεις σε εφαρμογή κυβερνητικών εντολών, και η κυβέρνηση Μπούς λάτρευε να υποστηρίζει την «επιστροφή του κράτους» σαν φάρο της οικονομικής της πολιτικής, πως είναι δογματισμός η παράθεση της αλήθειας; Για τους λεγόμενους ρεαλιστές , προφανώς όταν τα γεγονότα δεν ταιριάζουν με την πραγματικότητα καλό είναι να αλλάζουμε την πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση, η βαριά κρατική παρέμβαση που ακολούθησε την κρίση των στεγαστικών δανείων βάθυνε αντί να περιορίσει την κρίση. Ποιος ευθύνεται, σε τελευταία ανάλυση, για τα σημερινά αδιέξοδα;

Αντιμετωπίζω όμως και επικρίσεις για την περίφημη απελευθέρωση της αγοράς των καυσίμων. Υπενθυμίζω πως με κάθε μείωση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, και παρά το σύνθετο σύστημα υπολογισμού της, μειώνεται σημαντικά και η τιμή της βενζίνης στο πρατήριο. Αυτό ποτέ δεν θα μπορούσε να συμβεί με το προηγούμενο σύστημα. Οπου το κράτος κερδοσκοπούσε πάνω σε κάθε διεθνή μείωση της τιμής των καυσίμων. Αλλά και με την απελευθέρωση η αύξηση της τιμής δεν προήλθε από την αγορά. Αλλά από το κράτος – που επέβαλε τον φόρο των 50 δρχ. Αφού βέβαια εγώ είχα αποχωρήσει από το Υπουργείο Ενέργειας. Εφ όσον με τίποτα δεν δεχόμουνα αύξηση του φόρου.

Υπάρχει όμως και το θέμα των μελλοντικών προοπτικών. Και λυπάμαι διότι κανένας δεν μιλάει στον κόσμο με την γλώσσα της αλήθειας. Οι νέοι – κάποιοι νέοι τέλος πάντων – ξεσηκώνονται γιατί κάποια πράγματα τους ενοχλούν. Τι ακριβώς τους ενοχλεί δεν είναι απόλυτα προσδιορισμένο. Αν αυτό είναι η διαφθορά στο πολιτικό σύστημα και η υποκρισία των πολιτικών θα ήσαν δικαιολογημένοι. Πως όμως αυτό συμβιβάζεται με την συμπάθεια που εκδηλώνουν προς την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που υποσχέθηκε λ.χ. φτηνό πετρέλαιο από την …Βενεζουέλα!! Πως γίνεται να τους ενοχλεί η διαφθορά των μεγάλων κι εντούτοις να αγωνιούν για το ενδεχόμενο να μην μπορούν να εξασφαλίσουν το ίδιο επίπεδο ζωής με τους γονείς τους. Που όμως στηρίχθηκε στο διεφθαρμένο ακριβώς αυτό σύστημα των κάτω από το τραπέζι συναλλαγών. Πως γίνεται οι νέοι να κατηγορούν το σύστημα για το άθλιο επίπεδο της ελληνικής παιδείας. Και να κινητοποιούνται υπερασπιζόμενοι κάθε αθλιότητα που αυτό το σύστημα παιδείας παράγει. Αντιτιθέμενοι σε κάθε προσπάθεια αλλαγής, εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης;

Στην οικονομία ουδείς στέκεται με ηρεμία απέναντι στο μέλλον. Ολοι ζητούν φιλολαικά μέτρα. Που σημαίνει παροχές. Και παραπέρα καταβύθιση της οικονομίας. Σε άλλο σημείωμα θα αναφερθώ στο τι θα έπρεπε να γίνει. Αυτό που τώρα με ανησυχεί είναι πως σχεδόν όλοι ζητούν αυτά ακριβώς που δεν πρέπει να γίνουν. Δεν ελπίζω πως θα εισακουσθώ. Αλλά δεν θα ήθελα στο μέλλον να συναντήσω και πάλι, σιωπηλούς σήμερα, πολίτες που να μου λένε: «Κάντε κάτι».