ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ!

Η συζήτηση για το μέγεθος της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και την κοινωνία ξεκίνησε ξανά μετά την πρόσφατη κατάρρευση κάποιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ο δημόσιος τομέας καθιερώθηκε σαν η βάση κάθε κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής μετά κυρίως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διότι κάτω από τις έκτακτες περιστάσεις των στρατιωτικών συγκρούσεων η κανονική οικονομία αντικαταστάθηκε από την πολεμική οικονομία. Και το κράτος ήταν ο μοναδικός διαθέσιμος μοχλός για την υπαγωγή κάθε οικονομικής αλλά και κοινωνικής δράσης κάτω από τον κεντρικό κυβερνητικό σχεδιασμό. Με παράδειγμα κυρίως την Βρετανία, η κρατική αυτή παρέμβαση αποδείχθηκε πετυχημένη και, το κυριότερο, αποτελεσματική.

Το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από την έναρξη του ψυχρού πολέμου ανάμεσα στην δημοκρατική Δύση και την κομμουνιστική Ανατολή. Πολλές δυτικές κυβερνήσεις βρέθηκαν τότε σε αναζήτηση μοντέλων απάντησης στις προκλήσεις του αντι-δημοκρατικού εξισωτισμού. Εφ’ όσον το κράτος είχε απολύτως πετύχει στην οργάνωση της οικονομίας στην διάρκεια της πολεμικής προσπάθειας, σκέφθηκαν οι ευρωπαίοι ηγέτες της εποχής, γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και στα χρόνια της ειρήνης; Για την εφαρμογή μάλιστα των κυρίαρχων αντιλήψεων τότε του Τζών Μάυναρντ Κέυνς η κρατική παρέμβαση ήταν το αναπόφευκτο εργαλείο.

Για δεκαετίες το μεγάλο κράτος – με μέγεθος διαφοροποιούμενο ανάλογα με τις πολιτικο-ιδεολογικές επιλογές που κυριαρχούσαν σε κάθε χώρα - μονοπώλησε την δημόσια πολιτική ολόκληρου σχεδόν του δυτικού λεγόμενου κόσμου. Εξ ίσου, συντηρητικοί και σοσιαλδημοκράτες στηρίχθηκαν επάνω του για την προώθηση των πολιτικών τους προγραμμάτων. Η ευημερία και η σχετική κοινωνική ειρήνη της Δύσης χτίσθηκε πάνω σε πολιτικές σημαντικού κρατικού παρεμβατισμού.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 το μοντέλο έδειξε να κλονίζεται. Ο στασιμοπληθωρισμός χτύπησε τις οικονομίες της Δύσης προκαλώντας φαινόμενα (λ.χ. πληθωρισμός + ανεργία) που οι κευνσιανοί θεωρούσαν αδύνατο να συμβούν. Ο δημόσιος τομέας άρχισε να φαίνεται σαν μέρος του προβλήματος αντί για μηχανισμός της λύσης. Ο Θατσερισμός (έλεγχος κυκλοφορίας του νομίσματος, μείωση δημοσίων δαπανών, λιγότεροι φόροι, ιδιωτικοποιήσεις) και τα Ρεηγκανόμικς (οικονομικά της προσφοράς, πρωτοβουλίες απορρύθμισης των αγορών, περικοπές στις οικονομικές και γενικής λήψης κοινωνικές παρεμβάσεις του δημόσιου τομέα) άλλαξαν το τοπίο οδηγώντας τις αγγλοσαξωνικές κυρίως οικονομίες σε επίπεδα ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης.

Μαζί με τις αλματώδεις εξελίξεις στις τεχνολογίες των επικοινωνιών και της πληροφορικής τα οικονομικά σύνορα ταχύτατα κατέρρευσαν και οι αγορές όλης της γής ήρθαν κοντύτερα. Η παγκοσμιοποίηση είχε θεαματικά οικονομικά αποτελέσματα φέρνοντας στο προσκήνιο περιφερειακές οικονομίες και πλουτίζοντας πληθυσμούς εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που μέχρι τότε ζούσαν συντροφιά με την πείνα και τις αρρώστιες. Με την ευημερία όμως έρχονται και τα χρηματο-οικονομικά ρίσκα. Όπως λέει ο καθηγητής Hyman Minsky (Stabilizing an Unstable Economy ) οι κρίσεις είναι αναπόφευκτες. Και οι διεθνείς χρηματιστές μάλιστα τις περιμένουν.

Μόνο οι πολιτικοί πανικοβάλλονται. Και τα λογής κατεστημένα αναστενάζουν. Η τελευταία κρίση δεν οδηγεί στην συντέλεια του κόσμου. Εφερε πίσω όμως τις μεταπολεμικές πεποιθήσεις πως μοναχά το κράτος μπορεί να λύσει τις σοβαρές κρίσεις. Πολλοί επιχειρηματικοί γίγαντες έχουν καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια. Enron, WorldCom, Digital Equipment Corp., Prime Computer και Data General, εταιρίες κολοσσοί στην κατηγορία δράσης τους, χρεοκόπησαν και ανασυντάχθηκαν η εξαφανίσθηκαν. Ο καπιταλισμός λύνει αυτά τα προβλήματα αφανίζοντας τις αδιέξοδες επιχειρήσεις και ανοίγοντας τον δρόμο για καινούργιες που θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγοράς με νέες μεθόδους, τεχνολογίες και αντιλήψεις. Αυτό είναι το νόημα της «δημιουργικής καταστροφής», που σύμφωνα με τον Joseph Schumpeter (Capitalism, Socialism and Democracy) χαρακτηρίζει την δυναμική καπιταλιστική εξέλιξη.

Η παρέμβαση του κράτους για την διάσωση ειδικά των χρεοκοπημένων χρηματοπιστωτικών εταιριών εμποδίζει ακριβώς αυτή την εξέλιξη. Και δεν λύνει προβλήματα. Διότι οι ατιμώρητοι, ασύδοτοι και φιλάργυροι managers θα είναι έτοιμοι σε πρώτη ευκαιρία να κάνουν τα ίδια. Ούτε είναι η έλλειψη εποπτείας του κράτους που προκάλεσε τα προβλήματα. Διότι οι Τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac λειτουργούσαν κάτω από ειδικό νομικό καθεστώς και με αυστηρό έλεγχο της δράσης τους από εξειδικευμένο δημόσιο οργανισμό, το Office of Federal Housing Enterprise Oversight (OFHFEO).

Αλλά και οι φόβοι για κατάρρευση του διεθνούς οικονομικού συστήματος είναι υπερβολικοί. Αν οι πολιτικοί φοβούνταν πως κινδυνεύουν παγκόσμια και άλλοι φορείς δεν είχαν παρά να τους καλέσουν να στηρίξουν οικονομικά τους κλυδωνιζόμενους οργανισμούς. Κάθε κρίση ρευστότητας αυξάνει την αξία του χρήματος. Εν τούτοις τώρα τα επιτόκια παραμένουν σχετικά χαμηλά. Αυτό σημαίνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μιά κρίση ρευστότητας, αλλά σε μια συνειδητή άρνηση δανεισμού των εταιριών που τα έχουν θαλασσώσει. Κι έτσι επιλέγουν την δημόσια παρέμβαση και την εξανέμιση των χρημάτων των φορολογουμένων. Δίχως μάλιστα κυρώσεις στους απίστευτους managers που με ασύγγνωστα ρίσκα μεγάλωσαν τα ατομικά τους εισοδήματα αλλά χρεοκόπησαν τους φορείς που διοικούν.

Δεν πρόκειται λοιπόν για την επιστροφή του κράτους. Αλλά για μια κρίση του κράτους. Δυστυχώς η παρέμβαση, ιδιαίτερα αν συνεχισθεί, θα μεγαλώσει αντί να ελέγξει την κρίση.