ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΕΣ

Η ανάγνωση της ιστορίας με αντικειμενικό και νηφάλιο τρόπο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ιδιαίτερα στη χώρα μας που συχνά η ιστορία χρησιμεύει σαν πύθος των Δαναίδων. Κάποιους εφοδιάζει με εχέγγυα εθνικής ορθότητας. Ενώ κάποιους άλλους – διότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνική έξαρση δίχως την παρουσία ύποπτων αντιπάλων – στέλνει στον Καιάδα της καχυποψίας και της εθνικής υποτέλειας. Δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς την ατυχή κατάληξη του περίφημου βιβλίου ιστορίας της 6ης δημοτικού, απλά διότι κάποιες εκτιμήσεις η και ατυχείς ίσως διατυπώσεις των συγγραφέων δεν συμβάδιζαν με τις αντιλήψεις γνωστών μεροκαματιάρηδων της ιστορικής ορθότητας.

Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν πως το αποκαλυπτικό και συγκλονιστικά ρεαλιστικό βιβλίο του Louis De Bernieres , Πουλιά Δίχως Φτερούγες (Ψυχογιός, 2004) έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητο και δεν έχει συγκλονίσει όσο θα του άξιζε την συλλογική εθνική μας συνείδηση. Πρόκειται για μια πραγματική ελεγεία της ζωής και της τύχης των Χριστιανών, ελληνικής καταγωγής, Οθωμανών της Μικράς Ασίας. Η νοοτροπία, και οι εθνοτικές ιδιαιτερότητες των ανθρώπων που ζούσαν στις σχετικά εύπορες κοινωνίες των κοντινών στην παραλία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου περιοχών ζωντανεύουν με συναρπαστικό τρόπο. Προβάλλουν ένα ψυχισμό που δεν είχε τίποτα σχεδόν κοινό με τον μεγαλοιδεατισμό της εθνικής ελλαδικής πατρίδας.

Ανθρωποι απλοί, ευτυχισμένοι μέσα στην καθημερινή τους ζωή, βρέθηκαν ξαφνικά στο κέντρο ενός ανεμοστρόβιλου γεγονότων που ούτε προκάλεσαν αλλά ούτε και κανείς τους ρώτησε ποτέ αν επιθυμούσαν. Και στο τέλος κατέληξαν θύματα μιάς στροφής της ιστορίας που ούτε περίμεναν αλλά ούτε και επιθυμούσαν. Αυτό που κάνει πιθανότατα το βιβλίο του De Bernieres δυσάρεστο για ορισμένους είναι η απόσταση που τηρεί ο συγγραφέας από τα γεγονότα. Ενώ οι ήρωές του εμπλέκονται και στροβιλίζονται στον κυκεώνα των εξελίξεων αυτός κατορθώνει να κρατήσει μια αντικειμενικότητα στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων. Και το αποτέλεσμα των διαπιστώσεών του ίσως δεν είναι το επιθυμητό για τους φανατικούς και των δύο πλευρών.

Οι σφαγές των χριστιανών ελλήνων, αυτοαποκαλούμενων σε μεγάλη πλειοψηφία Οθωμανών, περιγράφονται με ανατριχιαστική γλαφυρότητα. Μαζί όμως ο συγγραφέας δεν αποφεύγει να προβάλει και τα αίτια που προκάλεσαν αυτές τις σφαγές. Οι αμοιβαίες φρικαλεότητες, προιόντα θρησκευτικού και κακο-προσανατολισμένου ιστορικού φανατισμού, πνίγουν τον αναγνώστη και επιβάλλουν διαλείμματα στην ανάγνωση για βαθιές εισπνοές.

Στους δύο τελευταίους αιώνες, τονίζει ο De Bernieres, Τούρκοι και Ελληνες πολέμησαν από μία φορά ο καθένας για την ανεξαρτησία του ενός εναντίον του άλλου. To 1821 οι δεύτεροι, και το 1923 οι πρώτοι. Το παράδοξο που προκύπτει από το βιβλίο είναι πως αποστρεφόμαστε σήμερα τους μοναδικούς που με εμμονή τότε μας στήριξαν (Βρετανούς) ενώ αποδεχόμαστε με θερμά αισθήματα εκείνους που τότε μας εγκατέλειψαν η μας υπονόμευσαν (Γάλλους, Ιταλούς, Σοβιετικούς). Και κρύβουμε τις ευθύνες μας για τα δεινά που προκλήθηκαν σε όλους.

Τέτοια βιβλία ανοίγουν μάτια. Γιατί φτύνουν κατάμουτρα την όποια «ιστορική ορθότητα». Γι αυτό και θάβονται…