Russian Energy Diplomacy and the Southeast European Response

May 21, 2008 : 10:00 a.m. - 11:30 a.m.
Event Summary
Russian Energy Diplomacy And
The South East European Response

By Andreas Andrianopoulos

May 21, 2008 - Russia has found itself, rather unexpectedly, in control of energy resources which are of paramount importance to its global wellbeing. The big industrial nations, along with the fast growing economies of South and East Asia, are in desperate need of ever larger energy inflows and Russia appears to be in the right position to guarantee, at least for some years to come, part of their supply.

Within the increasing competition for energy resources, it becomes evident that control of their supplies equals command of overreaching power and political influence. In order to be able to cement and sustain this position of power, Russia has to make sure to satisfy the increasing demand. Oil production, however, grew by just 2 percent in 2007 and actually sank in 2008, as oil firms are facing heavy taxes while delaying to develop untapped fields in Russia's most difficult regions.

Although Russian oil per se is not an indispensable item for European energy security, the curtailing of its production rates and the effort to control oil routes from all former Soviet Central Asia countries is worrisome. Russia is also in a position to create problems for nations of its close periphery (the so-called Near Abroad) by either halting the supply of oil or by diverting its export routes through other countries. Gas, however, is important to Europe. Having been a reliable supplier at the time of the Soviet Union, Russia damaged its image during the dispute with Ukraine, which resulted in a loss of gas supplies to Western Europe.

Since Russia admittedly is not, at present, a full-blooded Western-style liberal democracy, is it advisable to rely on her for energy supplies? What would stop Russia, based on these estimations, to utilize its energy power to blackmail Europe? And enforce upon her undesirable policies or exercise undue political influence?

Economic nationalism that is the fostering of national champions and the tightening of control over the energy industry is not unique to Russia. The United States, France, Italy, to name but a few, have all fiercely defended major industrial and energy national companies. Even from fellow European investors, as far as the French, the Italians and the Germans are concerned. They stood firmly behind their “national champions” to ensure their strength and, in the case of energy, to safeguard supplies.

From the Kremlin’s point of view, developments on the energy front are forcing Russia to react rather than to act. After the Baku – Tlibisi – Cheyhan oil pipeline which got off the ground as a major energy project during the Yeltsin years, the U.S. now and Europe embarked on establishing new export routes for gas from Central Asia to bypass Russian territory (Nabucco pipeline carrying gas from Turkmenistan/Azerbaijan to Turkey, Bulgaria, Austria, and Hungary; and the gas line under construction from Azerbaijan to Turkey, Greece, and Italy), Moscow obviously decided to thwart these plans by securing most of the oil and, primarily, gas extracted in Central Asia for its own employ. The energy authorities in the Kremlin decided to put forward ideas of new pipelines: the Blue Stream (under the Black Sea to Turkey), the Nord Stream (directly to Germany, by means of the Baltic and North Seas) and the multi-branched South Stream (to Italy and Hungary through Greek, Bulgarian, Serbian and possibly Albanian lands). Moscow has also made overtures to the Greek and Turkish governments for the use of the Azerbaijan-Turkey-Greece-Italy pipeline to transport to the West the excess gas from the Blue Stream line to Turkey. The irony of the case is that now the Nabucco executive authorities stated in late June 2008 that they aim to use Russian gas to fill their pipeline!!

Having perceived the Baltic States and Poland among the main advocates of anti-Moscow policies, Russians decided that the new energy routes should avoid crossing those countries’ terrain. Russian energy diplomacy was designed and enforced in response to perceivably adverse Western initiatives.

Irrespective of Moscow’s capability to realize those schemes, it has nevertheless struck quite hard at the heart of Western camaraderie. The deals have been negotiated under a well-tested strategy of “divide and rule,” by favoring select European capitals, while bypassing and undermining the future energy supplies and strategic positions of others.

No doubt, the global phenomenon of acute energy anxiety and the run for sufficient resources has raised hopes of dominance to some and fears of dependency to others. The oil and gas producers visualize a future of abundant wealth and prosperity.

Within this volatile environment Russia and Europe are dancing to the tune of an antagonistic environment. Brussels is afraid of a Europe totally dependent on Russian gas, while Moscow maintains there is nothing that Europeans should fear from their enigmatic neighbor. In short, Russia and the West are going through a serious phase of distrust. Both initiate projects that attempt to undermine the other’s bargaining power and, inescapably, welfare.

The real question is whether these adverse postures have any substance and a foothold in reality. For Russia, exploiting energy as a tool of diplomacy is a great gamble. As large portions of its population are still below the poverty line, and oil and gas money are tied mostly to programs of social support, halting energy supplies to the West is not a realistic option. Likewise, Brussels, and the West in general, recognize that, besides Russia, there is no other viable choice for Europe, in the near future at least, to guarantee adequate supplies of energy - especially gas. The countries of Central Asia are still extremely insecure and unreliable. They promise their supplies to almost everyone. For their products however to reach Western markets, it would take time, heavy investment and a lot of construction work.

It is becoming obvious that irrespective of rhetoric, reality commands cooperation, which is set to be the principal mode of the relationship between Russia and Europe. Both sides will compete for the markets in Turkmenistan, Kazakhstan and Uzbekistan, but eventually both sides will be forced, by the course of events and economic necessity, to withdraw their bluffs. Good faith and upright good sense will have to be established. At the end of the day, this is in everybody’s best interest.

It can be found at the Woodrow Wilson Center Website:

Πλήρες Άρθρο »


Η ιστορία είναι γνωστή. Ο τότε Γερμανός αυτοκράτορας περιόδευε στην επαρχία όταν απαίτησε από ένα αγρότη την παραχώρηση, παρά την θέλησή του, μέρους των κτημάτων του για κάποιο δημόσιο σκοπό. Κι αυτός αγέρωχα του απάντησε «Κάιζερ, υπάρχουν ακόμη δικαστές στο Βερολίνο!». Υπονοώντας βέβαια πως θα δικαιωθεί στα δικαστήρια παρά τις θελήσεις της κεντρικής πολιτικής εξουσίας.

Μπορεί να πεί τα ίδια πράγματα ο σύγχρονος μέσος έλληνας; Το σχετικό ερωτηματικό είναι σοβαρό. Εκεί ακριβώς επικεντρώνεται και το πρόβλημα της κυβέρνησης. Η κρίση που φανερά πλέον υπάρχει στις σχέσεις κοινωνίας, πολιτικής, και τελευταία, και δικαιοσύνης αδυνατίζει τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος. Κανένας δεν μπορεί σήμερα να δεχθεί με σιγουριά πως τα ζητήματα διαφθοράς που ακουμπούν πολιτικά πρόσωπα αντιμετωπίζονται ορθολογικά και αδέκαστα. Ακόμα κι αν οι δικαστές είναι απόλυτα έντιμοι και σωστοί η κοινή γνώμη έχει αρχίσει να ζώνεται από σοβαρές αμφιβολίες. Κι αυτό είναι χειρότερο κι από την πραγματική ύπαρξη συναλλαγής και πρόθεσης συγκάλυψης.

Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους φτάσαμε στην κατάσταση αυτή. Εκτιμώ πως ο κατήφορος ξεκίνησε από την φυλάκιση της Εύης Τσέκου. Δίχως προφανή και γενικά αποδεκτή δικαιολογία η πέτρα του σκανδάλου Ζαχόπουλου βρέθηκε στην φυλακή ώστε οι κινήσεις της να είναι περιορισμένες και ίσως ελεγχόμενες. Aυτό έγινε αφού δεν είχε βρεθεί τίποτε μεμπτό στην πραγματοποίηση υποκλοπών μέσα από τους μηχανισμούς μεγάλης εταιρίας κινητής τηλεφωνίας και παρά την απροσδόκητη «αυτοκτονία» νευραλγικού της στελέχους.

Ακολούθησε η μυστηριώδης αποσιώπηση του τι ακριβώς έγινε με την υπόθεση της σύλληψης από ξένες αρχές σημαντικού αριθμού Πακιστανών μεταναστών. Κανένας επίσης ταραξίας των δρόμων, καταληψίας του Πολυτεχνείου η «χτίστης» των γραφείων καθηγητών και πρυτανικών αρχών δεν βρίσκεται στις φυλακές. Οι «κουμπάροι» επίσης των υποθέσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού κυκλοφορούν αμέριμνοι ανάμεσά μας. Ολες αυτές οι υποθέσεις έχουν κλονίσει την λαική εμπιστοσύνη κι έχουν καλλιεργήσει ερωτηματικά και φυσιολογικές θεσμικής φύσεως ανασφάλειες.

Τα πράγματα όμως κορυφώθηκαν στην διερεύνηση των υποθέσεων με τα ομόλογα και των καταγγελιών για την Siemens. Ουδείς αναζήτησε ευθύνες στην φυσιολογική πηγή εκκίνησης των προβλημάτων. Ποιός εξέδωσε τα ομόλογα; Το ελληνικό δημόσιο. Ποιός πλήρωνε τα κουπόνια; Το ελληνικό δημόσιο. Πως λοιπόν κανένας «δεν γνώριζε»; Πως σήκωσε κάποιος με βαλίτσες μερικά εκατομμύρια ευρώ από κεντρική ελληνική τράπεζα; Είναι αδύνατον να σηκώσετε μερικές χιλιάδες δίχως άνωθεν έγκριση και την τήρηση κάποιων διαδικασιών. Πώς έγινε λοιπόν η ανάληψη κάποιων εκατομμυρίων; Ποιός έδωσε την σχετική έγκριση; Πως διατέθηκαν τα χρήματα; Κανένας δεν έκανε τα απλά αυτά ερωτήματα; Κανένας δεν σκέφθηκε να ακολουθήσει την πορεία των χρημάτων (Follow the money);

Tελικά αποπέμφθηκε από την κυβέρνηση ο τότε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Για ποιόν ακριβώς λόγο; Είχε για κάτι ευθύνες; Ποιές υπήρξαν, αν είχε κάποιες ευθύνες, οι συνέπειες; Το πόρισμα Ζορμπά απαξιώθηκε ακόμη και από υπεύθυνους δικαστικούς λειτουργούς. Το αίτημά του για δικαστική συνδρομή απορρίφθηκε διότι έμοιαζε με «ιδιωτική αλληλογραφία»!! Μα αυτό ήταν το πρόβλημα; Αντί να προστρέξει ο αρμόδιος λειτουργός της δικαιοσύνης να προωθήσει κάθε τι που θα έριχνε φώς, οχυρώθηκε στα διαδικαστικά διογκώνοντας έτσι τα αδιέξοδα και την αδράνεια.

Αλλά και το πόρισμα Ζορμπά για το Ταμείο των Δημοσιογράφων (ΤΣΠΕΑΘ) έχει άγνωστη τύχη. Ανακαλύφθηκαν, έλεγε το σχετικό ρεπορτάζ, ακόμη και προσωπικοί λογαριασμοί εξωτερικού στους οποίους είχαν προωθηθεί χρήματα από τις σχετικές συναλλαγές. Ουδείς όμως έχει μέχρι τώρα έχει αντιμετωπίσει τις όποιες κατηγορίες. Η δυστυχής όμως Τσέκου πέρασε 6 μήνες στην φυλακή. Για ποιόν ακριβώς λόγο;

Η λαική όμως καχυποψία κορυφώθηκε με την υπόθεση της Siemens. Μαθαίνουμε όλοι τις καταθέσεις που έρχονται στο φώς από την δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης στην Γερμανία. Εικάζεται πως μαζί με όλους τους υπόλοιπους έλληνες πληροφορούνται τα σχετικά και οι δικαστικές αρχές. Εκεί λοιπόν απροκάλυπτα δηλώθηκε πως δημόσια πρόσωπα στην Ελλάδα δέχθηκαν παράνομο χρήμα για την προώθηση οικονομικών συμφερόντων της εν λόγω εταιρίας. Και μάλιστα μέσω συγκεκριμένων προσώπων που δραστηριοποιούνται και ζούν ακόμη στην χώρα μας. Στην Ελλάδα επίσης εκτός της παθητικής και η ενεργητική δωροδοκία αποτελεί αδίκημα.

Ποιές υπήρξαν οι κινήσεις της δικαιοσύνης απέναντι στα πρόσωπα αυτά; Απόλυτη αδράνεια. Ούτε καν κάποια αίτηση για αποστολή της δικογραφίας στην οποία περιέχονται και τα ονόματα κάποιων δωροδοκηθέντων. Μάλιστα στέλεχος από τα πλέον υπεύθυνα για τις δωροδοκίες της ντόπιας Siemens με περίσσια αλαζονεία αρνήθηκε να προσέλθει σε κλήση του εισαγγελέα για κάποιο δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα. Η ατυχής Τσέκου όμως πέρασε 6 ολόκληρους μήνες στην φυλακή αφού προσήλθε με δική της πρωτοβουλία στις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Η υπόθεση Κλαδά επίσης μπήκε στο αρχείο. Λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων. Και ο βουλευτής Κουκοδήμος επέστρεψε στην ΝΔ. Σαν να μην συνέβη τίποτα. Τρείς δημοσιογράφοι είχαν όμως ακούσει με τα αυτιά τους ζωντανή την σχετική ενοχοποιητική συνομιλία. Κι ο βουλευτής, περιφρονώντας κόμμα και την πολιτική λογική, απολογήθηκε για το θέμα στην ...Τηλεόραση!! Απίστευτα πράγματα...

Πάνω σε όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν, με χρονική συγκυρία εντελώς αψυχολόγητη, η κατάργηση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων, η κατάργηση της Αρχής για το Βρώμικο Χρήμα υπό τον κ. Ζορμπά και η αναπάντεχη γενναιόδωρη αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών. Που δεν ήταν βέβαια άδικη. Η στιγμή όμως που ανακοινώθηκε ήταν ατυχέστατη. Και για την κυβέρνηση και για την δικαιοσύνη. Που εμφανίζεται στον κόσμο σαν να την ...καλοπιάνει η σημερινή πολιτική εξουσία!!

Η κυβέρνηση δείχνει να έχει χάσει την αναγκαία επαφή με τις ευαισθησίες του κόσμου. Παρά την εμμονή στην ανάγνωση των δημοσκοπήσεων οι κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες οφείλουν να συνειδητοποιήσουν πως η κρίση εμπιστοσύνης προς την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ενέχει σοβαρότατους κινδύνους. Οχι τόσο για την εξασφάλιση κυβερνητικής πλειοψηφίας (αν και η αρνητική οικονομική συγκυρία θα έχει και προς τα εκεί κρίσιμες επιπτώσεις) όσο για την πίστη του κόσμου στην ενεργητική υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών.

Πλήρες Άρθρο »


Ο κλόουν με τα κατάλευκα μαλλιά και τις δύο μαύρες κοτσίδες στην κορυφή δεν ήταν καθόλου αστείος. Γιατί τα γέρικα χέρια του είχαν, λίγα χρόνια προτύτερα, βουτηχθεί στο αίμα αθώων γυναικοπαίδων. Η γελοία φυισογνωμία του σήμερα κρύβει τον πραγματικά διαβολικό ηγέτη του χτές. Το ιδιαίτερα περίεργο είναι πως ο Κάραζιτς, γιατί βέβαια αυτός αποτελεί το αντικείμενο του σχολίου, είναι ψυχίατρος. Κι’ ο καθένας μπορεί να αναρωτηθεί για την τύχη των ανυποψίαστων ανθρώπων που κατέφυγαν κατά καιρούς στα ιατρικά του φώτα.

Θυμάμαι σχόλιο που κυκλοφορούσε στα χρόνια της κυριαρχίας του στα Βοσνιο-Σερβικά εδάφη. Ο ακραίος εθνικιστής Ρώσος πολιτικός Ζιρινόφσκι είχε αποφασίσει να αρχίσει έλεγαν ψυχοθεραπεία. Αυτά ήσαν τα καλά νέα, σύμφωνα με το τότε σχόλιο. Τα κακά ήσαν πως θεράπων ιατρός θα ανελάμβανε ο ...Κάραζιτς!!

Η πορεία του Κάραζιτς, μαζί βέβαια με το σχεδόν alter του ego, τον εξ ίσου αιματωβαμένο περιβόητο στρατηγό Μλάντιτς, έχει χαραχθεί από την φρικαλέα σφαγή αμάχων στην πόλη Σρεμπένιτσα. Τα εγκλήματα που εκεί διαπράχθηκαν θα βαρύνουν στην συνείδηση της Ευρώπης για πολλές γενεές. Μαζί με τους Σέρβους εν ψυχρώ εκτελεστές μερίδιο ευθύνης βέβαια φέρουν και οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ. Που αποσβολωμένοι έμειναν αδρανείς και φοβούμενοι για το τομάρι τους δεν απέτρεψαν την σφαγή τόσων αθώων ανθρώπων.

Υπάρχουν όμως και σοβαρές χώρες. Οπως λ.χ. η Ολλανδία. Στην οποία καταδικάσθηκαν στρατιώτες της που σαν μέλη των δυνάμεων του ΟΗΕ δεν συνέβαλαν στην διάσωση των θυμάτων. Ενώ σε άλλες, όπως η Ελλάδα, ουδείς νοιάσθηκε για τους αυτοδιαφημιζόμενους συμπατριώτες μας παραστρατιωτικούς που έλαβαν μέρος στο πλευρό των δυνάμεων του Μλάντιτς στα θέατρα των ακροτήτων. Μετά από καταγγελία μου στη Βουλή είχε τυπικά παρέμβει ο εισαγγελέας. Δίχως βέβαια να υπάρξει η παραμικρή συνέχεια...

Πως θα μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά στην χώρα που ο Κάραζιτς τιμήθηκε από όλες σχεδον τις εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις και εξασφάλισε τις ευλογίες της εκκλησίας; Η Σερβία η ίδια τον συνέλαβε για τα περαιτέρω. Η Ελλάδα με ντροπή θα έπρεπε να αποστρέφει το πρόσωπό από τις εξελίξεις.

Πλήρες Άρθρο »


Book review of Ioannis D Stefanidis, STIRRING THE GREEK NATION: Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967. Aldershot: Ashgate Publishers, 2007

Robert Kagan has frequently manifested opinions that do not usually see eye to eye with many of my own views on unfolding events. Especially his Russia – bashing attitude which gives ammunition to Washington alarmists and career post - Yeltsin Kemlinologists annoys me as recurrently politically motivated and unfair. His basic thesis however that history has not ended and is rather back with a vengeance (The Return of History and the End of Dreams, New York: Alfred A. Knopf, 2008) is pretty well founded and justified. History never really faded away. It gave way instead for a short time to overt optimism caused by the fall of communism. The basic trends however of nationalism, historically indebted racism and strong attitudes of irredentism were always there.

The Greek experience is a living example of the Kagan thesis. An established democracy, founding member of the North Atlantic Alliance and a mature partner of the Brussels led European Union, Greece nevertheless could not contain ethnic identity phobias and feelings of encirclement by avowed enemies after the collapse of the Warsaw Pact. It became quickly evident that deep convictions of an eminent victimization by powerful international actors and a future assault by hostile neighbours could at any time be vindicated. Political leaders asked for vigilance against possible questions over national territorial rights. The official church warned of globalization’s aim to subvert the nation’s exceptional character and pulverize its distinctive identity. The return of history was beyond doubt the new political reality.

It is without doubt that the book under review by professor Stefanidis will stir quite a fuss in Greece when it becomes widely known. By turning upon their head many a politically correct assumptions in Greek politics, Stirring the Greek Nation reveals facts hitherto kept close to chest by talkative Greek pundits. Tracing the roots of post-war Greek irredentism and juxtaposing them to attitudes of anti-americanism the study reveals uncomfortable truths about feelings of nationalism and suppressed outwardly aggression.

It is obvious that the latest Balkan imbroglio concerning the impasse between Greece and the so-called Former Yugoslav Republic of Macedonia motivated the author to explore the Greek national psyche. What he discovered does not appear to be pretty. Emanating from the establishment of the modern Greek state the official reading of history nurtured convictions of racial supremacy and unjust treatment by neighbours and big powers. Historical reality was constructed by ethnocentric authors like Paparigopoulos and Marxist historians like Svoronos to represent a unified nation extending in an unbroken line back to classical times and tastelessly exploited by global capitalists and regional imperialists.

Inevitably, a “victim culture” developed portraying the nation as the object of designed subversion. It is indicative if the idiosyncracy of modern Greek culture that in the language of politics foreign policy pursuits are not labelled national interests but national rights. Implying of course that history has assigned certain inappropriate rights to Greeks exclusively. It goes without saying that Greeks consequently cannot possibly be wrong. Whatever failure may have suffered in their post-independence political history cannot possibly be the outcome of bad policies or faulty decisions. They have to be the result of foreign conspiracies or the product of treacherous acts by indigenous misinformed or bought out individuals.

Greeks claim to never have nourished expansive schemes against any of their neighbours. They justify, however, acts of aggression and the occupation of new lands, mainly during the so-called Balkan wars and the Asia Minor expedition, as initiatives to restore national territorial integrity. On the basis always of deeply held historical convictions of self-righteousness. Greece “liberated” Thessaloniki although the majority of its inhabitants were non-Greek. Greece demanded its right to fullfill the aspirations of Meghali Idea (Grand Idea) by invading Asia Minor and punishing the offending Turks. All in the name of historic rights and the national duty to revive the glory of the Byzantine Empire.

It is strange that Turkey is always portrayed in Greek political rhetoric as the expansive neighbourhood aggressor, while it is Greece that during the last hundred years has been gaining territory at the expense of its manifestly larger Nato ally and neighbour. Irredentism has been a bad word in Greek political vocabulary. Up to the Asia Minor entanglement however it was exactly irredentism that dictated Greek foreign policy actions.

It is quite impressive that Stefanidis decided to study irredentism in Greece after the end of the second world war. Allegedly Greece had abandoned ideas of territorial growth after the disastrous termination of its Asia Minor adventure. Although Greek politicians and historians never acknowledged Greek presence on the lands of the demised Ottoman Empire as an act of military invasion they however had to abandon dreams of conquest vis a vis modern day Turkey. This was not true though for Cyprus (or for northern Epiros – southern Albania, for that matter). The aim of unification with the national motherland, although Cyprus had never been in the past part of a unified Greek state, was again viewed as being dictated by historical destiny. The Greek state as a whole got wholeheartedly involved in the new national vision.

As it was to be expected, the final failure of such a grandiose national scheme could not be attributed to inefficient planning, usual Greek infighting, amateurish statesmanship and ill thought out policies. Bullish practices by Greek Cypriot guerrillas, actively encouraged by clandestine Greek military men from the mainland, polarized the Turkish minority on the island. The British seized the opportunity and created a counter revolutionary popular sentiment. Inevitably, Turkey was finally involved. Not long afterwards it was evident that the Enosis (Unification with Greece) vision was dead.

Because Greece could not possibly be wrong or inefficient, somebody else had to be blamed. The culprit was discovered in the persona of the mighty power of the day. With the exception of Britain, who was suspicious anyway due to its perceived treacherous behaviour during the Asia Minor catastrophe and she was nonetheless the official adversary on the Cyprus issue, the perpetrator could only be the United States. The fact, for example that the Greeks themselves, at the heat of the military campaign in Asia Minor, had outvoted Venizelos and brought back the King that the allies detested did not even for a minute register in the collective conscience of the nation. Neither did the fact that the French, the Italians and Stalin’s Soviet Union openly assisted Kemal Ataturk in his efforts to throw the Greek forces out of Turkish – Ottoman lands played any role in the way the Greeks viewed the world. The British were to blame for the Asia Minor disaster. And the Americans, along with them, were responsible some decades later, for the failure of Enosis in Cyprus.

The prevailing difficulties with the Turks on the island and the inevitable involvement of the USA as a central NATO arbiter, convinced Greek politicians that their schemes were constantly frustrated by Washington. Conspiracy theories unbound, the church strongly warning about the inevitable deceitfulness of the infidel Asians and a strong cultural trait of supporting the underdog and distrust the powerful produced an anti-western near hysteria.

The meticulously researched analysis of Stirring the Greek Nation depicts beyond any shred of doubt that Greek anti-americanism is not a product of the imposition of the Greek junta or of the consequent Cyprus tragedy. Feelings inimical to the United States were amply displayed during the days of George Papandreou when his so-called clash with US President Johnson over the Cyprus question convinced Greeks that they could prevail by mere unwavering conviction. Inevitably, the following sad events in Greece itself and in Cyprus later (clash between Papandreou and the Palace, dismembering of the Center Union majority party, the military coup, the collision between the Greek colonels and Archbishop Makarios of Cyprus) convinced Greeks that all were the result of American vengeance against their righteous nation.

Tragedy has always been a co-inhabitant along with, usually unfounded, jubilation during unfolding events in the course of modern Greek history. Unsuspected souls have suffered horrendously as a result of nationalistic aspirations and unfounded optimism. Louis de Bernieres in his Birds Without Wings (London: Vintage, 2005) and Bruce Clark in Twice a Sranger: The Mass Expulsions that Formed Modern Greece and Turkey (Cambridge: Harvard University Press, 2006) have accurately described numerous personal calamities. These were caused primarily by run away nationalism that had clouded sound judgment and common sense moderation among neighbouring states. What Stefanidis has been successful in doing is to explain that deep routed hubris of a nation may ultimately lead to similar dead ends.

Although the study culminates shortly before the colonels’ coup of 1967 it is not difficult for the knowledgeable observer to see in later events the confirmation of Stefanidis’s observations. The legalization of the Communist Party, after the collapse of the Greek dictatorship in 1974, and the rise to the forefront of politics the ideas of a hitherto suppressed left strengthened the anti-imperialist views in Greek politics. Likewise, the USA and western capitalism in general became the obvious target of hate for any misfortune or failure. The continuation of the occupation of Cyprus and whatever referred to the colonels’ access to power was straightforwardly blamed upon the Americans. In the same way, the Greek public remained aloof from common western engagements in the Gulf or in Kosovo. It goes without saying that the invasion of Iraq by the USA and certain of its allies, surpassed in the anti-american reaction it generated in Athens any previous American undertakings.

The USA, as the strongest country of the epoch, attracted hatred and distrust for most of its actions. In Greece there were some loud voices of “they went looking for it”, after the 9/11 terrorist attacks in the United States. The late Archbishop Christodoulos claimed that God punished wrongdoings. Moderate Greeks could not believe their compatriots’ vitriolic anti-americanism. The Left’s dislike of free market capitalism got together with the Right’s qualms about globalization’s cultural assimilation capabilities and of USA tolerance towards previous foes and of multi-culturalism to form an explosive anti-western mix.

They are without doubt useful tools of self awareness when studies such as the work of Ioannis Stefanidis find their way to publication and to the bookshelves. No matter what the reactions may be about the arguments and the assertions of the author the guiding spirit will be an inevitable upturn of tables. Greeks need to be told about the shortcomings of deep nationalist beliefs. The complicated world in which we live does not allow for simplifications and introvert visualizations of bloated national self-importance. A nation today needs to build its strength not on the shining glory of its ancestors but on the merits of its current achievements. Modern education, technological attainment and innovation in business and in academia comprise today the proper blend for national success.

History is for the historians. Politicians and social leaders should concentrate in building a nation’s creative reflexes to contemporary crucial challenges. Stefanidis’s Stirring the Greek Nation may actually inspire students and leaders alike in admitting faults and working hard for new relevant outcomes.

Πλήρες Άρθρο »


Εισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ των Toyin Falola και Ann Genova, Εκδ. Παπαζήση, 2008

Δίχως άλλο η ενέργεια, και ιδιαίτερα το πετρέλαιο, αποτελεί το πιό καυτό ζήτημα των ημερών. Οι αλματώδεις αυξήσεις στις τιμές του λεγόμενου μαύρου χρυσού και οι συνακόλουθες επιπτώσεις σε όλα τα υπόλοιπα οικονομικά μεγέθη συντάραξαν την υφήλιο. Κυρίως διότι είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων. Τρόφιμα, βενζίνες, πρώτες ύλες και κατά συνέπεια μεταφορές, κατασκευές και μεταποίηση έχουν υποστεί τις συνέπειες μιάς καλπάζουσας αύξησης τιμών. Ο μέσος πολίτης σαν χαμένος ψάχνει από κάπου να στηριχθεί. Οι πολιτικές αρχές όμως είναι εξ’ ίσου αποσβολωμένες με την ευρύτερη κοινωνία.

Η μελέτη των Falola και Genova προσφέρει την φρεσκάδα μιάς αναλυτικής και σχετικά εύπεπτης παρουσίασης ενός κατ’ αρχήν δύσκολου αντικειμένου. Κάθε βιβλίο για το πετρέλαιο ξεκινάει συνήθως από την προυπόθεση πως ο αναγνώστης βαδίζει πάνω σε ένα αντικείμενο τα βασικά του οποίου γνωρίζει. Αυτής της δουλειάς η πρωτοτυπία είναι πως απευθύνεται στον ανειδίκευτο μέσο πολίτη. Και με απλότητα και συνέπεια πασχίζει να τον μυήσει στον κυκεώνα της σύνθετης παγκόσμιας πετρελαικής σκηνής. Παρ’ όλο που με βάση τα σημερινά εξελικτικά δεδομένα το βιβλίο είναι λίγο παλιό δεν χάνει ποτέ όμως την επικαιρότητα και σπουδαιότητά του. Ο κόσμος του πετρελαιου αναδύεται αγχωτικός, αλαζονικός, σκληρός και …πλούσιος – όπως δηλ. πραγματικά είναι, Και οι πρωταγωνιστές του ζωντανεύουν ρεαλιστικά μέσα από τις σελίδες των Falola και Genova.

Αυτό βέβαια που σχηματίζεται σαν ερώτημα σα χείλη των περισσοτέρων είναι γιατί το πετρέλαιο ακριβαίνει τόσο πολύ. Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Και κανένα βιβλίο βέβαια δεν μπορεί να την δώσει με τρόπο απόλυτο. Η ουσιαστικότερη εξήγηση βρίσκεται στην καταλυτική σχέση προσφοράς και ζήτησης. Η προσφορά πετρελαίου έχει καμφθεί. Για αντικειμενικούς και όχι για πολιτικούς η κερδοσκοπικούς λόγους. Μέσα στο 2007 λ.χ. η προσφορά μειώθηκε κατά 127.000 βαρέλια την ημέρα. Στο ίδιο διάστημα η ζήτηση αυξήθηκε κατά 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Αυτονόητα η πίεση στις τιμές δεν θα μπορούσε παρά να είναι γιγαντιαία.

Η τεχνολογική οπισθοδρόμηση στην Ρωσία, που δεν θέλει πλέον τις ξένες εταιρίες, και διάφορα προβλήματα στο Ιράν, την Αφρική και την Λατινική Αμερική ευθύνονται για την χαμηλότερη προσφορά. Η Ινδία όμως και η Κίνα αποτελούν τους κυρίως ενόχους της απίστευτης σχεδόν αύξησης της ζήτησης. Καινούργιες βιομηχανικές υποδομές, ένας κατακλυσμός νέων οικοδομών, η ένταξη στην μεσαία τάξη μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων με νέες καταναλωτικές συνήθειες και απαιτήσεις έκαναν την ζήτηση για ενέργεια αφόρητη. Η οικονομική τους δραστηριότητα χρειάζεται ενέργεια. Αλλά και η ικανοποίηση των νέων τους αναγκών χρειάζεται ενέργεια.

Εκτός όμως από την αναπόφευκτη αφόρητη πίεση στις πετρελαικές αγορές οι εξελίξεις αυτές είχαν συνέπειες και για μιά σειρά από άλλα σοβαρά οικονομικά μεγέθη. Οι τιμές των πρώτων υλών πήγαν στα ύψη μια και ο χάλυβας, ο χαλκός, η αλουμίνα, το αλουμίνιο κ.α. προιόντα, απαραίτητα για διάφορες αναπτυξιακές δραστηριότητες, έγιναν σχεδόν ανάρπαστα. Ενώ την ίδια ώρα ακρίβηναν και τα τρόφιμα. Που για την παραγωγή τους χρειάζονται πετρέλαιο (λιπάσματα, σπόροι, ζωοτροφές) αλλά που και η παραγωγή τους δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Κινέζοι και Ινδοί, που μέχρι πρόσφατα σιτίζονταν με λίγο ρύζι τώρα έχουν ανάγκη από τεράστιες ποσότητες λαχανικών, οπωροκηπευτικών, αλευριού, κοτόπουλων και κρεάτων. Και ο αριθμός τους που μυείται στις δυτικές καταναλωτικές συνήθεις συνεχίζεται να αυξάνει. Που θα βρεθούν τόσα προιόντα; Aναπόφευκτα οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνουν…

Οι τιμές του πετρελαίου, όπως έχει γραφεί πολλές φορές, σπάνια επηρεάζονται από τα συμβαίνοντα κάτω από την γή τόσο όσο από αυτά που γίνονται πάνω στην επιφάνειά της. Το επιχείρημα αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν είναι τόσο η έλλειψη μαύρου χρυσού όσο πολιτικά και καμιά φορά οικονομικά γεγονότα που προκαλούν την άνοδο της τιμής του. Η διστακτικότητα στην ανάληψη του ρίσκου νέων επενδύσεων δεν βοηθάει στην αναχαίτιση της αύξησης των τιμών. Διότι δεν επιτρέπει την είσοδο νέων ποσοτήτων στις διεθνείς αγορές. Στη Ρωσία λχ. η παραγωγή πέφτει αισθητά διότι δεν γίνονται νέες επενδύσεις στην ανακάλυψη και εξόρυξη καινούργιων πετρελαικών κοιτασμάτων. Πλούσια πεδία όπως γύρω από την νήσο Σαχαλίνη έχουν μείνει ακόμη ανεκμετάλλευτα λόγω καθυστερήσεων στις επενδύσεις και λόγω διενέξεων με τις ξένες εταιρίες που είχαν αναλάβει την σχετική δουλειά. Ενώ και στο Καζακστάν, στο καινούργιο πεδίο Κασαγκάν, οι εργασίες εξόρυξης έχουν καθυστερήσει υπερβολικά με αποτέλεσμα πετρέλαιο να μην προβλέπεται πλέον να αντληθεί προ του 2011.

Σοβαρότατες επίσης είναι και οι πολιτικές αιτίες που προκαλούν προβλήματα στην διαθεσιμότητα ικανών ποσοτήτων πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Όταν τρομοκράτες χτυπούν πετρελαικές εγκαταστάσεις η απαγάγουν τεχνικούς της ενέργειας και επιστήμονες σε Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Σουδάν, στον Καύκασο και στην Νιγηρία οι διεθνείς αγορές εύλογα τρελαίνονται και οι τιμές τραβούν την ανηφόρα. Όταν οι αγωγοί μεταφοράς του μαύρου χρυσού υφίστανται επιθέσεις και σαμποτάζ σε διάφορες περιοχές της γής η όταν απρόβλεπτοι ηγέτες όπως ο Τσαβέζ στην Βενεζουέλα η ο Πρόεδρος του Ιράν εκτοξεύουν απειλές και μπουκοτάρουν ξένες εταιρίες οι συνέπειες για τις διεθνείς τιμές είναι σοβαρές.

Εξ ίσου σημαντικές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας έχουν και οι διάφορες φυσικές καταστροφές. Τυφώνες, σεισμοί, ανεμοστρόβιλοι και ασυγκράτητες καταιγίδες μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις, να προκαλέσουν ατυχήματα και να θέσουν διυλιστήρια εκτός λειτουργίας. Όλα αυτά καταλήγουν σε αυξήσεις τιμών και αναστάτωση στις αγορές. Το πετρέλαιο κοντολογής διαφεντεύει την ζωή μας. Κάνοντάς την, αναλόγως, ευκολότερη η δυσκολότερη.

Πολλοί κακώς ισχυρίζονται πως οι υψηλές τιμές προκαλούνται από χρηματιστηριακά παιχνίδια. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως χρηματιστηριακά παιχνίδια δεν γίνονται με το πετρέλαιο. Αλλά τα παιχνίδια αυτά έχουν να κάνουν με το «χάρτινο» λεγόμενο πετρέλαιαο. Δεν αφορούν δηλαδή το ίδιο το φυσικό προιόν αλλά εκτιμήσεις για την πορεία της αξίας του. Και είναι προφανές πως όταν κάποιος αγοράζει χαρτιά, κάποιος άλλος πουλάει. Δηλαδή, στα λεγόμενα χρηματιστηριακά στοιχήματα υπάρχουν αυτοί που ποντάρουν σε μελλοντική αύξηση της τιμής του μαύρου χρυσού. Κάποιοι άλλοι όμως ποντάρουν ατο αντίθετο. Ετσι γίνοται οι αγοραπωλησίες.

Οπως εξήγησε στην Ουάσιγκτον Πόστ ο Sebastian Mallaby (“Nixonian Fallacy” 30/6/2008) αυτό θυμίζει ποδοσφαιρικό αγώνα. Οπου η μία ομάδα προσθέτει δύο καινούργιους παίκτες στην ενδεκάδα της. Δίχως να είναι σε θέση να γνωρίζει εκ προοιμίου την αποτελεσματικότητα των καινούργιων μεταγραφών. Αλλά βέβαια και η άλλη ομάδα θα κάνει το ίδιο. Δίχως κι αυτή να γνωρίζει το τελικό αποτέλεσμα. Τα πάντα εξαρτώνται από την ορμητικότητα και την διάθεση των νέων αποκτημάτων. Στην αγορά, αυτό σημαίνει πως οι σχέσεις προσφοράς και ζήτησης στο πεδίο των φυσικών συναλλαγών επηρεάζει και τις αγορές χαρτιού. Και οχι βέβαια, ιδιαίτερα στο πετρέλαιο, το αντίστροφο.

Οσοι θέλουν να τοποθετήσουν με ασφάλεια τις οικονομίες τους αναζητούν «φωλιές» σιγουριάς. Και όταν τα πραγματικά στοιχεία (τα λεγόμενα fundamentals) των αγορών πετρελαίου δείχνουν τέτοια προοπτική ανόδου τίποτε δεν είναι φυσικότερο από το να στέλνουν εκεί τα χρήματά τους. Αυτό κάνουν με τα αποθεματικά τους πολλά ασφαλιστικά ταμεία αλλά και διάφοροι άλλοι θεσμικοί λεγόμενοι επενδυτές. Αναζητώντας σιγουριά, ποντάρουν στο ακριβό «χάρτινο» πετρέλαιο.

Ολοι αυτοί όμως δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τα δεδομένα στην πραγματική αγορά των προιόντων. Οταν ωριμάσουν τα συμβόλαιά τους οι θεσμικοί επενδυτές των χρηματιστηρίων εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης δεν φορτώνουν με βαρέλια μαύρου χρυσού τα ...γραφεία τους!! Αγοράζουν χαρτιά και πουλάνε χαρτιά. Στον ιππόδρομο, δεν παίρνεις το άλογο που κερδίζει στο σπίτι. Εισπράττεις το στοίχημά σου, η χάνεις τα λεφτά σου αν πόνταρες στο λάθος άλογο. Οπως σωστά επισημάινει και πάλι ο Mallaby, ένα χάρτινος «κερδοσκόπος» δεν πρόκειται να εμφανισθεί, όταν κερδηθεί το χρηματιστηριακό στοίχημά του, με δεκάδες φορτηγά στην Οκλαχόμα, στην Σαουδική Αραβία η ακόμα και στα ΕΛΠΕ και να φύγει με μερικές χιλιάδες βαρέλια πετρέλαιο φορτωμένα στις δεξαμενές τους!!

Εν πάσει περιπτώσει, και σαν απάντηση στους κινδυνολόγους οι λεγόμενοι κερδοσκόποι από τον Αύγουστο του 2007 (με την τιμή κοντά στα $90) δεν έχουν προσθέσει στις θέσεις τους ούτε ένα δολάριο χάρτινου μαύρου χρυσού! Πως λοιπόν ανέβηκαν έκτοτε τόσο πού οι τιμές; Αλλά και στον τομέα των πρώτων υλών φαίνεται η αδυναμία του επιχειρήματος της κερδοσκοπίας. Ο χάλυβας δεν διαπραγματεύεται στο διεθνές χρηματιστήριο εμπορευμάτων. Και όμως η τιμή του τριπλασιάσθηκε. Υπάρχει εδώ εξήγηση κερδοσκοπίας;
Η απάντηση είναι σχετικά απλή. Μεγάλη ζήτηση και μικρότερη (και με σκαμπανεβάσματα) προσφορά. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Σε όλα τα προιόντα. Και βέβαια και στο πετρέλαιο. Και αν δεν υπάρξει γενικότερη απεξάρτηση από την υπερβολική χρήση ενέργειας, με στροφή ουσιαστικά των οικονομιών μας στις νέες, λιγότερο ενεργοβόρες, τεχνολογίες, το μέλλον θα είναι ζοφερό.

Οι Falola και Genova ανοίγουν πόρτες κατανόησης. Είναι ζήτημα του αναγνωστικού κοινού να ενδιατρίψει στην γνώση, να καταλάβει και να δράσει. Δίχως ενημερωμένους πολίτες οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές δεν είναι εύκολες. Στη χώρα μας αντικρίζουμε σχεδόν καθημερινά το πρόβλημα. Και η άγνοια δυστυχώς δεν αφορά μόνο στο ευρύ κοινό. Η έλλειψη σωστής ενημέρωσης και η λειψή γνώση παρατηρείται σχεδόν παντού. Ακόμη και σε κύκλους ανθρώπων που θα έπρεπε να γνωρίζουν. Το παρόν βιβλίο λοιπόν μπορεί να καλύψει πολλά σχετικά κενά. Αρκεί να γίνει γνωστό και να διαβασθεί.

Πλήρες Άρθρο »


Για πολλούς απέθαντους νέο-σοσιαλιστές στην Ελλάδα (καμιά φορά και με ήτα μετά το λάμδα) η φιλελευθεροποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός είναι καταραμένες λέξεις. Και περιμένουν να ανατρέψουν την κυβέρνηση Καραμανλή με αναφορές στην αναδιανομή του εισοδήματος, με φόρους κατά των λεγομένων «εχόντων» (τών μοναδικών δηλ. που συνεισφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία δημιουργώντας πλούτο και αυξάνοντας τα δημόσια έσοδα) και με οράματα σοσιαλιστικών μετασχηματισμών.

Θα ξεκαρδίζονταν στα γέλια στο εξωτερικό ακούγοντας παρόμοιες πολιτικές θέσεις. Στην Ελλάδα βέβαια έχουν ακόμη ακροατήρια. Κατά βάση κομματικά. Και ορισμένα μέσα ενημέρωσης. Των οποίων οι κύριοι αναλυτές είναι συνήθως απόφοιτοι της κομμουνιστικής αριστεράς. Οσοι βέβαια δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και σε βάρος του δημόσιου τομέα (προμήθειες, εργολαβίες, η με «αγώνες» υπέρ των φτωχών κλπ) να κατορθώσουν να γίνουν πολυεκατομμυριούχοι.

Σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο οι σοσιαλδημοκράτες ψάχνονται. Κι’ αναζητούν διεξόδους στα αραχνιασμένα τους ιδεολογικά θέσφατα με ενέσεις φιλελευθεροποίησης. Ακόμα και με ιδέες ξεκάθαρου νεοφιλελευθερισμού. Διατηρώντας πάντα τα στοιχεία κοινωνικής ευαισθησίας που τους χαρακτηρίζουν. Το εγκυρότερο πολιτικό περιοδικό στον κόσμο, το Βρετανικό Prospect, εμφανίσθηκε τον Ιούνιο με κεντρικό θέμα την προτροπή προς το Εργατικό Κόμμα: «Φιλελευθεροποιηθείτε η Πεθάνετε». Με κεντρικό αξίωμα πως “για να επιβιώσει το Νέο Εργατικό Κόμμα θα πρέπει να γίνει νεοφιλελεύθερο”!!

Για τους έλληνες πρωταθλητές της υποτιθέμενης υπεράσπισης των λαικών δικαιωμάτων τέτοιες απόψεις προκαλούν ανατριχίλα. Αυτές οι θέσεις όμως ακουμπούν στην πραγματικότητα. Σε μιά κοινωνία εκτεταμένης φοροδιαφυγής, ονείρων γρήγορου - και κατά το δυνατόν άκοπου – πλουτισμού, με πολίτες που μηχανεύονται τρόπους για την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου και την απόκτηση νέου σπιτιού και που αγωνιούν απλά για την ανασφάλεια που προκαλείται από τις εξελίξεις για το αύριο, οι τοποθετήσεις των ελλήνων αριστερών ακούγονται σαν χριστιανικό ευχολόγιο στην καρδιά της Κόλασης.

Διάβασα διάφορα ειρωνικά σχόλια για την πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου να μαζέψει διεθνείς προσωπικότητες στην Χαλκιδική – ανάμεσά τους Νομπελίστες και διάσημους δημοσιογράφους, καθηγητές και πολιτικούς - να συζητήσουν τα πιό πιεστικά θέματα της διεθνούς οικονομικής κυρίως σκηνής. Προφανώς για τους πανέξυπνους σχολιαστές θα ήταν περισσότερο αποδοτικό να συγκαλέσει κάποια κομματική σύναξη με σοσιαλιστές συνθηματολόγους της δεκαετίας του ‘70.
Και διατυπώθηκε και έκπληξη για την δική μου παρουσία εκεί. Εντυπωσιάσθηκαν οι σχολιαστές από την προσέλευση κάποιων διάσημων ξένων. Το γεγονός πως κάποιοι απ΄ αυτούς ήσαν συνάδελφοί μου σε ιδρύματα του εξωτερικού δεν τους προβλημάτισε. Με τον Misha Glenny, για παράδειγμα, μπορούμε να ήμαστε ταυτόχρονα εταίροι και ερευνητές στο Woodrow Wilson Center στην Oυάσιγκτον η με τον Rony Heifez να βρισκόμαστε στο Χάρβαντ. Το να είμαστε όμως μαζί στο Συμπόσιο της Σύμης στην Χαλκιδική είναι παράδοξο για κάποιους, όπως γράφτηκε, μεγαλοπασόκους!!

Το ακατέργαστο σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αντιμετωπίζει κρίσιμα προβλήματα επιβίωσης. Με «ολίγη νεοφιλελευθερισμού», σύμφωνα με τον Μικροπολιτικό των «Νέων», έχει σοβαρές προοπτικές ανάκαμψης. Διαφορετικά…

Πλήρες Άρθρο »


Η αποκρουστική ελληνική δημόσια γραφειοκρατία υπέστη προ ημερών ένα καταλυτικό χτύπημα. Επιχειρηματίες που συνόδευαν τον Ισπανό πρωθυπουργό διατύπωσαν μπροστά στα μούτρα ελλήνων επισήμων παραγόντων την κατηγορηματική τους άρνηση να επενδύσουν στην Ελλάδα. Αιτία είναι η απίστευτη ελληνική γραφειοκρατία που ακυρώνει προγραμματισμούς, τινάζει στον αέρα με λεπτομέρεια σχεδιασμένους προυπολογισμούς και γεμίζει κακή διάθεση όποιον έχει την ατυχία να έρθει σε επαφή μαζί της.

Οι διαπιστώσεις αυτές όμως δεν φαίνεται να συνέβαλαν στο να ιδρώσει το αυτί της ελληνικής πολιτικής τάξης. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να θυμάται τις προεκλογικές της εξαγγελίες για «επανίδρυση του κράτους» – που αυτονόητα θα αφορούσε κατά κύριο λόγο τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Η δε αντιπολίτευση, σε όλες της τις εκφράσεις, επιμένει στον αναχρονιστικό κρατισμό. Φιλοδοξία της είναι να κάνει την Ελλάδα όλο και περισσότερο δεμένη με τον δημόσιο τομέα. Κάτω από την αφελή πεποίθηση πως θεσπίζοντας ελέγχους, πιστοποιητικά, άδειες και μηχανισμούς διπλο-ελέγχων όλων αυτών – από άλλες δημόσιες υπηρεσίες βέβαια - θα επιφέρουν εξυγίανση, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα.

Το πράγμα δεν είναι δύσκολο στην βασική του σύλληψη. Απαλλαγή από τα πλοκάμια της γραφειοκρατίας δεν μπορεί παρά να είναι ένας μονοδιάστατος προσανατολισμός. Όχι απλούστευση διαδικασιών. Αλλά κατάργησή τους. Αν δεν ακουσθούν διαμαρτυρίες από την πλευρά των δημοσιουπαλληλικών οργανώσεων για κατάργηση αρμοδιοτήτων , ανατροπή κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (λ.χ. μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις) και διευκόλυνση πειθαρχικών ποινών τότε είναι αυτονόητο πως τίποτε δεν γίνεται. Η αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας προυποθέτει κινήσεις επίπονες, με πολιτικό κόστος και με αποφασιστικότητα για πραγματικές αλλαγές.

Αλλά απαιτεί και διαφορετικές αντιλήψεις και νοοτροπία. Σε αντίθεση με τις περισσότερες αγγλοσαξωνικές χώρες όπου αν κάτι δεν απαγορεύεται επιτρέπεται, στην Ελλάδα, με την εκτεταμένη καχυποψία τοy κράτους απέναντι στους υπηκόους του, αν κάτι κατηγορηματικά δεν επιτρέπεται, απαγορεύεται!! Πόσες φορές οι έλληνες πολίτες δεν έχουν αντιμετωπίσει τον δυνάστη γραφειοκράτη με την παγωμένη έκφραση και την τυπική απάντηση: «Δεν το προβλέπει ο Νόμος».

Αφού όμως δεν το προβλέπει ο Νόμος, και άρα κάτι δεν απαγορεύεται, γιατί να μην μπορεί να υλοποιηθεί; Αυτό είναι ζήτημα αλλαγής νομικής φιλοσοφίας. Και παροχής δυνατότητας στις υπηρεσίες του δημοσίου να αποκτήσουν πρωτοβουλία αλλά και ευθύνες. Αν κάποια τους κίνηση, που ακριβώς δεν προβλέπει ο νόμος, οδηγήσει σε στρεβλώσεις η αδιέξοδα να έχουν και την ευθύνη των όποιων συνεπειών. Μοναχά έτσι η χώρα θα αποκτήσει δημόσια διοίκηση. Που δεν θα αποτελεί καταφύγιο άβουλων μισθοδοτουμένων. Αλλά έπαθλο δυναμικών νέων ανθρώπων γεμάτων πάθος για διάκριση και δημιουργία.

Είναι ακατανόητο να ψηφίζονται νόμοι που πολλαπλασιάζουν διαδικασίες, εγκρίσεις, άδειες και ελεγκτικούς μηχανισμούς. Με αποτέλεσμα την διευκόλυνση της διαφθοράς και του χρηματισμού. Οι πολίτες δεν υπάρχει λόγος για το καθετί να ζητούν άδειες και εγκρίσεις. Με υπεύθυνες δηλώσεις θα πρέπει να γίνονται τα πάντα. Και δειγματοληπτικά οι έλεγχοι. Για να απελευθερωθεί η κοινωνία. Και να κινηθεί δυναμικά η οικονομία.

Πλήρες Άρθρο »


I have to confess that I do not have any connections to crime or to its study. My only experience is that I was nearly mugged in the streets of Moscow, almost a year ago. Due, however, to another vice of mine, namely reading thrillers, I recognized timely the ploy and I aborted it.

It is a common trend of our days to blame globalization for almost everything. Globalization’s fault is for example the fact that the poor in many parts of the world are getting poorer. The fact however that governments in most of those countries keep the reigns of their economies close at breast and the free flow of goods is almost prohibited, is not always taken into consideration. Former socialist countries are facing tremendous economic hardships. Nevertheless, it is the free market regime always to blame. Why so? It is never explained.

Poor families working in agriculture in the third world are suffering from the subsidies enjoyed by protected farmers in Europe and the USA. It is, however, globalization that French farmers are blaming for hunger in the third world. They also blame neoliberalism in the EU and in their own country for their localized problems. Neoliberalism and the French economy!! Where the state controls more than 60% of economic activity. If this is not the shortest joke!!

While globalization is accused of being responsible for the condition of the earth’s poor, it is again globalization, that enabled hundreds of millions in India and China to enter the consuming world, who is responsible for global food crisis!

Misha Glenny is right of course to blame globalization, and indirectly the free market, for the world wide spread of crime. The fact that governments control less of economic transactions obviously allows for illicit cross-border activities and the development of regional gang conglomerates. However, the mafia in the lands of the former Soviet Union is not exclusively a post-communist phenomenon.

Corruption, which is a typical by product of heavy government controls and extensive state intervention in the economy, was omnipresent during soviet times. Frequently, criminal networks were established operating beyond the borders of a single republic. The CVs of some prominent Russian oligarchs with obscure backgrounds illuminating their economic origins prove the point. Likewise, many a shipping fortune in Greece was built on illegal cigarette trafficking – before the era of globalization.

The most extensively organized crime that one encounters in modern polities is the one aiming at pillaging state coffers. And this does not relate to globalization or to the free market. At times, the exact opposite may be true. Allowing public officials to disperse public funds for the purpose of allegedly promoting the common good is a sure path to fraud and corruption. Whenever the state has the ability to decide who may become rich and who is destined to stay poor, under the table economic transactions foster. And fraud blossoms. Measures to curtail such corruption always ends in producing new government agencies. Some of whose members, in certain countries al least, again profit handsomely in attempting to control the controllers.

The less able the state – and public officials of course – is to allocate funds and operate as a business enterprise the less possible corruption is.

I heard many participants to the Seminar blame market failures for most of the evils embracing our societies today. However, serious market advocates, or fundamentalists, as neoliberals are usually labeled by their critics, do not insist that markets are flawless. Or that they operate without sometimes grave downturns. What they purport is that, if they are left without state intervention, there will, inevitably, some kind of balance will emerge. If, for example, firms pay their executives billions of dollars as compensation it is not of my concern. My involvement starts when this same business goes bankrupt and the government decides to spend my hard earned dollars to salvage it. This is intervention, statism and corruption.

The market welcomes profit. At the same time considers bankruptcy a normal occurrence. It is governments that enter a state of denial. By excluding busted business insolvency they introduce corruption. Under various guises. Stupidity is not a product of globalization. Averting the consequences of stupid choices is however an artifact of regulation and heavy state intervention. With motives far from innocent, usually.

Here in Greece we are in the middle of one of our regularly concurring scandals. The German electronics giant Siemens has been discovered – by none other than the hated American stock exchange – to be up to its neck in illicit dealings. The German so-called social market economic system never discovered anything faulty in Siemens’s behavior. Neither did the Greek compassionate neoliberalism – detesting regime. Greek politicians are now accused of accepting bribes to award contracts. Would it concern me if Siemens was bribing private contractors to earn their business’s procurements? Of course not. Now of course, due to state intervention in the economy and extensive public procurement, I am directly involved. Because I have been overcharged and my tax money rest in a public figure’s pockets – or are embodied in the costs of his newly acquired swimming pool.

The government however is reluctant to penalize Siemens for its outlandish behavior. Arguing that this may lead to the closure of its factory in northern Greece. And to many workers becoming redundant. Social considerations get in the way of catharsis. Government political cost evaluations breed corruption. The same was true when similar arguments mobilized the Greek Confederation of Labor in favor of awarding without a public bid electronics contracts to Siemens and another Greek company in the early 90’s. Because of that development, I decided to abandon politics altogether. The contracts of course were awarded. Now the scandal has exploded. Were there not social considerations a major paragon in encouraging corruption?

The Greek system of electing parliament members I believe plays a role in accommodating corruption. MPs are elected on the basis of choices among candidates of the same party. Clientelism id the result. The public gets accustomed to personal dealings with politicians. “Facilitate me in this respect to vote for you”. The distance is not great from the “give me this job to pay something to you”.

Corruption and fraud are not new in the political sphere. What is different today is the explosive emergence of the electronic mass media. Who devour news and personalities for gaining viewing rates. In the past similar processes were under way. They simply did not hit the headlines. When governments, under heavily interventionist economic regimes, were awarding exclusive rights and monopoly powers to selected captains of industry were there no “private deals” involved? We simply did not know about them. It has recently been disclosed by his then lawyer, that Onassis was dictating to the then government of the day, the legal arrangements that he required for his business interests. Many companies thrived in the past in Europe by having public procurements taylor made to their efficiency and capabilities.

Corruption is endemic as long as the public administration is called upon to disperse funds, to award contracts, to accommodate business conglomerates and to take initiatives that violate pure and open competition.

To fight therefore the wide ranging crime of corruption you need to curtail the powers of governments to handle funds and play the game of business. And also establish strict rules for harsh penalties, irrespective of the actors involved or of the social consequences threatened.

Πλήρες Άρθρο »


Η ανάγνωση της ιστορίας με αντικειμενικό και νηφάλιο τρόπο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ιδιαίτερα στη χώρα μας που συχνά η ιστορία χρησιμεύει σαν πύθος των Δαναίδων. Κάποιους εφοδιάζει με εχέγγυα εθνικής ορθότητας. Ενώ κάποιους άλλους – διότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνική έξαρση δίχως την παρουσία ύποπτων αντιπάλων – στέλνει στον Καιάδα της καχυποψίας και της εθνικής υποτέλειας. Δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς την ατυχή κατάληξη του περίφημου βιβλίου ιστορίας της 6ης δημοτικού, απλά διότι κάποιες εκτιμήσεις η και ατυχείς ίσως διατυπώσεις των συγγραφέων δεν συμβάδιζαν με τις αντιλήψεις γνωστών μεροκαματιάρηδων της ιστορικής ορθότητας.

Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν πως το αποκαλυπτικό και συγκλονιστικά ρεαλιστικό βιβλίο του Louis De Bernieres , Πουλιά Δίχως Φτερούγες (Ψυχογιός, 2004) έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητο και δεν έχει συγκλονίσει όσο θα του άξιζε την συλλογική εθνική μας συνείδηση. Πρόκειται για μια πραγματική ελεγεία της ζωής και της τύχης των Χριστιανών, ελληνικής καταγωγής, Οθωμανών της Μικράς Ασίας. Η νοοτροπία, και οι εθνοτικές ιδιαιτερότητες των ανθρώπων που ζούσαν στις σχετικά εύπορες κοινωνίες των κοντινών στην παραλία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου περιοχών ζωντανεύουν με συναρπαστικό τρόπο. Προβάλλουν ένα ψυχισμό που δεν είχε τίποτα σχεδόν κοινό με τον μεγαλοιδεατισμό της εθνικής ελλαδικής πατρίδας.

Ανθρωποι απλοί, ευτυχισμένοι μέσα στην καθημερινή τους ζωή, βρέθηκαν ξαφνικά στο κέντρο ενός ανεμοστρόβιλου γεγονότων που ούτε προκάλεσαν αλλά ούτε και κανείς τους ρώτησε ποτέ αν επιθυμούσαν. Και στο τέλος κατέληξαν θύματα μιάς στροφής της ιστορίας που ούτε περίμεναν αλλά ούτε και επιθυμούσαν. Αυτό που κάνει πιθανότατα το βιβλίο του De Bernieres δυσάρεστο για ορισμένους είναι η απόσταση που τηρεί ο συγγραφέας από τα γεγονότα. Ενώ οι ήρωές του εμπλέκονται και στροβιλίζονται στον κυκεώνα των εξελίξεων αυτός κατορθώνει να κρατήσει μια αντικειμενικότητα στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων. Και το αποτέλεσμα των διαπιστώσεών του ίσως δεν είναι το επιθυμητό για τους φανατικούς και των δύο πλευρών.

Οι σφαγές των χριστιανών ελλήνων, αυτοαποκαλούμενων σε μεγάλη πλειοψηφία Οθωμανών, περιγράφονται με ανατριχιαστική γλαφυρότητα. Μαζί όμως ο συγγραφέας δεν αποφεύγει να προβάλει και τα αίτια που προκάλεσαν αυτές τις σφαγές. Οι αμοιβαίες φρικαλεότητες, προιόντα θρησκευτικού και κακο-προσανατολισμένου ιστορικού φανατισμού, πνίγουν τον αναγνώστη και επιβάλλουν διαλείμματα στην ανάγνωση για βαθιές εισπνοές.

Στους δύο τελευταίους αιώνες, τονίζει ο De Bernieres, Τούρκοι και Ελληνες πολέμησαν από μία φορά ο καθένας για την ανεξαρτησία του ενός εναντίον του άλλου. To 1821 οι δεύτεροι, και το 1923 οι πρώτοι. Το παράδοξο που προκύπτει από το βιβλίο είναι πως αποστρεφόμαστε σήμερα τους μοναδικούς που με εμμονή τότε μας στήριξαν (Βρετανούς) ενώ αποδεχόμαστε με θερμά αισθήματα εκείνους που τότε μας εγκατέλειψαν η μας υπονόμευσαν (Γάλλους, Ιταλούς, Σοβιετικούς). Και κρύβουμε τις ευθύνες μας για τα δεινά που προκλήθηκαν σε όλους.

Τέτοια βιβλία ανοίγουν μάτια. Γιατί φτύνουν κατάμουτρα την όποια «ιστορική ορθότητα». Γι αυτό και θάβονται…

Πλήρες Άρθρο »


Μετά τις απίστευτες ανοησίες που ακούγονται για τους κερδοσκόπους που οδηγούν δήθεν τις τιμες του πετρελαίου στα ύψη, αισθάνομαι την ανάγκη να εξηγήσω κάποια πράγματα με τον απλούστερο δυνατό τρόπο.

Κατ΄ αρχήν αξίζει να ξεκαθαρίσουμε πως η οποιαδήποτε παρέμβαση στον έλεγχο των τιμών, και όχι μοναχά του πετρελαίου, είναι μιά κίνηση απελπισίας που οδηγεί σε τραγικά αδιέξοδα. Η φυσική απόληξη είναι η αύξηση τελικά των τιμών με την έλλειψη προιόντων.Οταν η ζήτηση είναι μεγάλη ο παραγωγός δεν έχει λόγο να διαθέσει το προιόν του σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που μπορεί να εξασφαλίσει στην αγορά.

Συνακόλουθα μειώνει την παραγωγή η κρύβει το προιόν από τις επίσημες συναλλαγές. Συνηθέστατα αυτά όλα καταλήγουν σε έλλειψη προιόντων (ποιός δεν θυμάται τις ουρές των αυτοκινητιστών στις ΗΠΑ επί Προέδρου Κάρτερ και πολύ πρόσφατα σε Κίνα, Ιράν και Νιγηρία) η, και, σε «συναλλαγές» στην μαύρη αγορά

Η τιμή στην οποία διαμορφώνεται σήμερα το πετρέλαιο σχετίζεται άμεσα με την αλματώδη άνοδο της ζήτησης και τα αρκετά σοβαρά προβλήματα στην προσφορά. Είναι χαρακτηριστικό πως μέσα στο 2007 η προσφορά πετρελαίου σε όλο τον κόσμο μειώθηκε κατά 127.000 βαρέλια την ημέρα ενώ η παγκόσμια ζήτηση αυξήθηκε αντίστοιχα κατά 1 εκατομ. βαρέλια ημερήσια.

Η τιμή επίσης εκτινάσσσεται στα ύψη και από διάφορα απρόβλεπτα σχετικά γεγονότα. Οταν η Λιβύη μόλις πριν λίγες ημέρες απείλησε να μειώσει την παραγωγή της λόγω απειλών του αμερικανικού Κονγκρέσου κατά των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, η τιμή αυξήθηκε κατά 5 περίπου δολάρια. Το σαμποτάζ κατά των αγωγών στην Νιγηρία από το αντάρτικο κίνημα του Νίγηρα προσέθεσε άλλα 3-4 δολάρια στην τιμή. Οι αμφιβολίες για τα αποθέματα της Σαουδικής Αραβίας και για την ποιότητα του παραπάνω πετρελαίου που υποσχέθηκε να αντλήσει τίναξε ακόμα πιό ψηλά τις τιμές. Και ο σχετικός κατάλογος δεν έχει τελειωμό.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως χρηματιστηριακά παιχνίδια δεν γίνονται με το πετρέλαιο. Αλλά τα παιχνίδια αυτά έχουν να κάνουν με το «χάρτινο» λεγόμενο πετρέλαιαο. Δεν αφορούν δηλαδή το ίδιο το φυσικό προιόν αλλά εκτιμήσεις για την πορεία της αξίας του. Και είναι προφανές πως όταν κάποιος αγοράζει χαρτιά, κάποιος άλλος πουλάει. Δηλαδή, στα λεγόμενα χρηματιστηριακά στοιχήματα υπάρχουν αυτοί που ποντάρουν σε μελλοντική αύξηση της τιμής του μαύρου χρυσού. Κάποιοι άλλοι όμως ποντάρουν ατο αντίθετο. Ετσι γίνοται οι αγοραπωλησίες.

Οπως εξήγησε στην Ουάσιγκτον Πόστ ο Sebastian Mallaby (“Nixonian Fallacy” 30/6/2008) αυτό θυμίζει ποδοσφαιρικό αγώνα. Οπου η μία ομάδα προσθέτει δύο καινούργιους παίκτες στην ενδεκάδα της. Δίχως να είναι σε θέση να γνωρίζει εκ προοιμίου την αποτελεσματικότητα των καινούργιων μεταγραφών. Αλλά βέβαια και η άλλη ομάδα θα κάνει το ίδιο. Δίχως κι αυτή να γνωρίζει το τελικό αποτέλεσμα. Τα πάντα εξαρτώνται από την ορμητικότητα και την διάθεση των νέων αποκτημάτων. Στην αγορά, αυτό σημαίνει πως οι σχέσεις προσφοράς και ζήτησης στο πεδίο των φυσικών συναλλαγών επηρεάζει και τις αγορές χαρτιού. Και οχι βέβαια, ιδιαίτερα στο πετρέλαιο, το αντίστροφο.

Οσοι θέλουν να τοποθετήσουν με ασφάλεια τις οικονομίες τους αναζητούν «φωλιές» σιγουριάς. Και όταν τα πραγματικά στοιχεία (τα λεγόμενα fundamentals) των αγορών πετρελαίου δείχνουν τέτοια προοπτική ανόδου τίποτε δεν είναι φυσικότερο από το να στέλνουν εκεί τα χρήματά τους. Αυτό κάνουν με τα αποθεματικά τους πολλά ασφαλιστικά ταμεία αλλά και διάφοροι άλλοι θεσμικοί λεγόμενοι επενδυτές. Αναζητώντας σιγουριά, ποντάρουν στο ακριβό «χάρτινο» πετρέλαιο.

Ολοι αυτοί όμως δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τα δεδομένα στην πραγματική αγορά των προιόντων. Οταν ωριμάσουν τα συμβόλαιά τους οι θεσμικοί επενδυτές των χρηματιστηρίων εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης δεν φορτώνουν με βαρέλια μαύρου χρυσού τα ...γραφεία τους!! Αγοράζουν χαρτιά και πουλάνε χαρτιά. Στον ιππόδρομο, δεν παίρνεις το άλογο που κερδίζει στο σπίτι. Εισπράττεις το στοίχημά σου, η χάνεις τα λεφτά σου αν πόνταρες στο λάθος άλογο. Οπως σωστά επισημάινει και πάλι ο Mallaby, ένα χάρτινος «κερδοσκόπος» δεν πρόκειται να εμφανισθεί, όταν κερδηθεί το χρηματιστηριακό στοίχημά του, με δεκάδες φορτηγά στην Οκλαχόμα, στην Σαουδική Αραβία η ακόμα και στα ΕΛΠΕ και να φύγει με μερικές χιλιάδες βαρέλια πετρέλαιο φορτωμένα στις δεξαμενές τους!!

Εν πάσει περιπτώσει, και σαν απάντηση στους απίστευτους κινδυνολόγους που παρά τις υποτιθέμενες γνώσεις τους δεν καταλαβαίνουν πως λειτουργεί η ελεύθερη άγορά, οι λεγόμενοι κερδοσκόποι από τον Αύγουστο του 2007 (με την τιμή κοντά στα $90) δεν έχουν προσθέσει στις θέσεις τους ούτε ένα δολάριο χάρτινου μαύρου χρυσού! Πως λοιπόν ανέβηκαν έκτοτε τόσο πού οι τιμές;

Η απάντηση είναι απλή. Μεγάλη ζήτηση και μικρότερη (και με σκαμπανεβάσματα) προσφορά. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και αν δεν απεξαρτηθούμε από την υπερβολική χρήση ενέργειας, με στροφή ουσιαστικά της οικονομίας μας στις νέες τεχνολογίες, το μέλλον θα είναι ζοφερό.

(Ομιλίες του Α. Ανδριανόπουλου στην Ουάσιγκτον μέσω της ιστοσελίδας των Washington Times: & )

Πλήρες Άρθρο »