ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ

Υπάρχει μιά δεδομένη από χρόνια αρχή στην οικονομική επιστήμη πως όταν επιδοτείς κάτι εισπράττεις πάντα μια αυξημένη δόση αυτού που επιδοτείς. Οταν επιδοτείς συγκεκριμένα γεωργικά προιόντα αυξάνεται η παραγωγή αυτής ακριβώς της κατηγορίας των προιόντων. Οταν επιδοτείς τις εξαγωγές κάποιων αγαθών αυξάνεται ακριβώς η παραγωγή τέτοιων αγαθών. Συνακόλουθα, όταν επιδοτείς την φτώχεια αυξάνεται σχεδόν πάντοτε η φτώχεια και η μιζέρια.

Το περίεργο είναι πως οι κυβερνήσεις, που περιλαμβάνουν στις τάξεις τους συνήθως έγκυρους οικονομολόγους, δεν μαθαίνουν ποτέ το μάθημα αυτό. Η μάλλον το μαθαίνουν περιπτωσιολογικά και κατά τομέα. Στον αθλητισμό λ.χ. το έχουν κάνει περίπου βίωμά τους. Επιδοτώντας τον πρωταθλητισμό, εξασφαλίζουν πολλούς πρωταθλητές κι αστέρια των γηπέδων και του στίβου. Ενώ συνήθως αδιαφορούν για την παιδεία, την επιχειρηματικότητα, τις νέες ιδέες και την ευρηματικότητα.

Οι ώριμες βέβαια κοινωνίες επιλέγουν να επιδοτούν τομείς που προετοιμάζουν το μέλλον και την αυριανή ανάπτυξη της κοινωνίας. Ενισχύουν έτσι την παιδεία, την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες κι επιβραβεύουν την αξιοσύνη στη γνώση και στην ανακάλυψη νέων αρχών, ιδεών και προτάσεων. Αυτές βέβαια είναι οι φιλελεύθερες παλιές δημοκρατίες της Δύσης καθώς και κάποιες καινούργιες χώρες της Ασίας με βαθύ όμως πολιτισμό και μεγάλη εθνική αυτοπεποίθηση (Σιγκαπούρη, Ν. Κορέα και τελευταία η Κίνα). Αντίθετα, χώρες με βαθειά σύνδρομα πολιτικής ανασφάλειας, ξενοφοβίας και καταπιεσμένα συμπλέγματα εθνικής η πολιτικής καταξίωσης και φυλετικής ανωτερότητας φροντίζουν να επικεντρώνουν τις οικονομικές τους προσπάθειες σε τομείς κρατικής η καθεστωτικής προβολής. Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην Ευρώπη κυρίως, παλαιότερα αλλά ακόμη και σήμερα η Κούβα βρίσκονταν σ αυτό το μοντέλο ανάπτυξης και λειτουργίας.

Η εξασφάλιση μεταλλίων σε διεθνείς αγώνες και η κατάκτηση διεθνών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων λογίζεται σαν επίτευγμα σοβαρότερο από την πρόοδο στις επιστήμες, την προώθηση νέων ανακαλύψεων και την εξασφάλιση διεθνών επιτευγμάτων στην επιχειρηματική δράση, στην λειτουργία των χρηματαγορών και στους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Ο λαός δυστυχώς δεν βγαίνει συνήθως στους δρόμους να πανηγυρίσει επιτεύγματα στην παιδεία, στις επιστήμες και στην επιχειρηματική δράση. Αλλά πολλές κυβερνήσεις, ακόμη και σήμερα σε καθεστώτα δημοκρατίας, οραματίζονται να βγάλουν τον λαό να πανηγυρίζει στους δρόμους. Γι’ αυτό επιδοτούν τις φιέστες, τους πανηγυρισμούς και τα μέσα που είναι δυνατόν να προκαλέσουν κάτι τέτοιο. Μέσα στο πλαίσιο αυτό η ανοχή της ντόπας δεν είναι παρά μιά μικρή, και για πολλούς ασήμαντη, λεπτομέρεια.

Τέτοιες κυβερνήσεις αντίστοιχα δεσμεύονται να ξοδέψουν χρήματα όχι για να βελτιώσουν τις υποδομές λειτουργίας της κοινωνίας αλλά για να επιδοτήσουν τους αναξιοπαθούντες, τους φτωχότερους και τους λεγόμενους μη προνομιούχους. Μαζικά λοιπόν πανηγύρια για λαικά θεάματα με δαπάνες πακτωλών χρημάτων σε επιδοτήσεις πρωταγωνιστών κι «αστέρων» ενώ η πραγματική κοινωνική κατάσταση διατηρείται σε τέλμα. Και το κενό επιχειρείται να καλυφθεί με επιδοτήσεις των αναξιοπαθούντων που και πάλι αναδεικνύει το «φιλολαικό» δήθεν προφίλ των κυβερνώντων.

Την σχετική μανέστρα φαίνεται να την χαλάει η ίδια η εξέλιξη της κοινωνίας. Και οι αλλαγές που έχουν συμβεί στον κορμό της δίχως να το έχουν απόλυτα αντιληφθεί οι πολιτικοί της ταγοί. Κοντά στις χιλιάδες των ανθρώπων που βγαίνουν στους δρόμους για τον πανηγυρισμό της κατάκτησης κάποιου αθλητικού τίτλου διαπιστώθηκε ξαφνικά, στην Ελλάδα λ.χ., πως μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι – ίσως και εκατομμύρια – εξοργίσθηκαν. Με τα προνόμια που αποκαλύφθηκε πως απολαμβάνουν οι εκλεκτοί των ατομικών σπόρ και με την δυσαρέσκεια των ποδοσφαιριστών της εθνικής μας ομάδας λ.χ. επειδή αμοίφθηκαν με 200 εκ. δρχ. «μόνο» περίπου έκαστος για τον θρίαμβό τους!!

Στο μυαλό των πολιτικών κι επικοινωνιακών ταγών της χώρας η κοινωνία μας έχει ακόμη την δομή των μεταπολεμικών χρόνων. Υπάρχει δηλ. μιά μεγάλη και καταπιεστική άρχουσα τάξη, μιά μικρή μεσαία τάξη κι ένα μεγάλο στρώμα αδικημένων, υποβαθμισμένων και οικονομικά εξαθλιωμένων πολιτών. Επιτιθέμενοι λοιπόν φραστικά η και πολιτικά στους έχοντες κι επιδοτώντας τους μη έχοντες εξασφαλίζουν την ανοχή η και την στήριξη της κοινωνίας. Η πραγματικότητα είναι όμως πλέον πολύ διαφορετική. Σήμερα υπάρχει μιά πολύ μικρή αλλά οικονομικά ισχυρότατη και με διεθνή πλοκάμια άρχουσα τάξη, μιά πολύ μεγάλη κι αρκετά ανασφαλής μεσαία κι μιά αριθμητικά συρρικνωμένη και πολύ χαμηλών εισοδημάτων εργατική κι αγροτική τάξη. Της οποίας όμως αυτής της τελευταίας τα μέλη προσβλέπουν και φιλοδοξούν να ενταχθούν κι αυτοί στα μεσαία στρώματα.

Κανένας πια η έστω ελάχιστοι διακατέχονται από την εθνική ανασφάλεια που εκτιμούν πως υπάρχει οι πολιτικοί εκπρόσωποι. Και σίγουρα τους ενοχλεί να ξοδεύονται πόροι για επιδοτήσεις δραστηριοτήτων δίχως ουσία και περιεχόμενο. Ο πρωταθλητισμός λ.χ. αφορά τους ίδιους τους πρωταθλητές. Που είναι κι επαγγελματίες. Και μπορούν να απευθυνθούν για στήριξη στους χορηγούς τους κι’ οχι στον κρατικό κουρβανά. Δεν αφορά λοιπόν τον κόσμο που θα ήθελε το κράτος να ξοδεύει για την άθληση των παιδιών του, κι όχι για τις «ιδιαίτερες συνθήκες» προπόνησης κάποιων επιλεγμένων αστεριών.

Αυτές οι νέες κοινωνικές πραγματικότητες επιβάλλουν και νέες αντιμετωπίσεις των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων. Οχι στις επιδοτήσεις που ενισχύουν την αδράνεια και την κοινωνική ακινησία. Αν είναι να επιδοτηθεί κάτι ας είναι ο πρωταθλητισμός στη γνώση, στην επιχειρηματικότητα, στις νέες ιδέες και στις πρωτότυπες πρωτοβουλίες. Για να εισπράξουμε επι τέλους και κάτι χρήσιμο από τα λεφτά που δαπανούμε...