ΛΥΘΗΚΕ ΤΕΛΙΚΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ;

Κορύφωση των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης. Ξεσήκωμα των συνδικάτων, του δημόσιου βασικά τομέα, και πλημμυρίδα απεργιών που δυσκόλεψε αφάνταστα την ζωή των πολιτών - της πρωτεύουσας κατά κύριο λόγο. Υπερβολική όξυνση του πολιτικού κλίματος με κατάληξη την επίκληση ανάγκης δημοψηφίσματος σαν εργαλείου βασικά νομοθετικής κωλυσιεργίας. Και όλα αυτά για ένα νομοθέτημα αμφίβολης κατανόησης για τους περισσότερους αλλά με φιλόδοξους από την πλευρά της κυβέρνησης στόχους.

Σε όλο το διάστημα αυτό ο αέρας, τουλάχιστον στη διάρκεια που οι εξαιρεμένοι από τις καινούργιες διατάξεις του νομοσχεδίου δημοσιογράφοι δεν απεργούσαν, ήταν γεμάτος λόγια. Αλλά και τα λόγια ήσαν παραγεμισμένα με αέρα. Ελάχιστοι κατάλαβαν τις διατάξεις ενός μακρόσυρτου νομοθετήματος που κατά κύριο λόγο αφορά στη διοικητική δομή της ασφάλισης. Ενας κυκεώνας ρυθμίσεων κατά βάση καταπιάνεται με την κατάργηση ταμείων και με την συγχώνευση άλλων. Ελάχιστες διατάξεις αφορούν στην ουσία του προβλήματος. Αλλά κι’ αυτές εκφράζονται με απίστευτο νομικισμό που ελάχιστοι πολίτες δύνανται να κατανοήσουν. Το χειρότερο όμως είναι αν τις κατάλαβαν οι ίδιοι οι νομοθέτες. Ενα κείμενο με πάνω από 100.000 λέξεις, που ειδκοί επεξεργάζονταν για δύο και πάνω χρόνια, κλήθηκαν οι σχετικά ανύποπτοι – και σίγουρα όχι ειδικοί - βουλευτές να μελετήσουν και να εγκρίνουν σε τρείς μόλις ημέρες! Συνακόλουθα, από κανέναν και από πουθενά δεν τέθηκε η πλέον εύλογη ερώτηση. Με την τελική ψήφιση του νόμου του Υπ. Απασχόλησης λύνεται το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα;

Πολύ φοβάμαι πως η απάντηση, αν είχε δοθεί, δεν θα ήταν θετική ούτε και ευχάριστη. Και δεν θα συνέφερε βέβαια κανέναν. Ούτε την κυβέρνηση, που προκάλεσε απίστευτη αναστάτωση ουσιαστικά για το τίποτε. Αλλά ούτε και τα συνδικάτα, που κινητοποιήθηκαν καθαρά συντεχνιακά για την διάσωση προνομίων και σκανδαλωδών περιπτωσιολογικών ρυθμίσεων. Παράδειγμα η κινητοποίηση των εργαζομένων στην ΔΕΗ. Για την διατήρηση μιάς διάταξης, που είχαν ψηφίσει κατά το παρελθόν και τα δύο κόμματα εξουσίας, σύμφωνα με την οποία εγγύηση για την βιωσιμότητα του ταμείου των εργαζομένων αποτελεί η περιουσία της επιχείρησης!! Σαν η περιουσία λ.χ. μιάς όποιας ιδιωτικής εταιρίας να μπαίνει σαν εγγύηση για το συνταξιοδοτικό ταμείο (το επικουρικό λ.χ.) των εργατών της. Απίστευτα πράγματα...

Το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι όσο εμφανίζεται περίπλοκο. Το αναδιανεμητικό σύστημα που ισχύει στην Ελλάδα (δηλ. να μην εισπράττουν οι ασφαλισμένοι ακριβώς όσα περίπου συνεισφέρουν αλλά σαφώς περισσότερα μέσω της παρέμβασης του δημόσιου ταμείου) και ουδείς επιθυμεί να μεταρρυθμίσει, προβλέπει εισφορές από εργοδότες, εργαζόμενους και συνεισφορά του κράτους. Μέσα από πολλές στρεβλώσεις που έχουν τελικά επιβληθεί (κοινωνικοί πόροι για κάποιους, απαλλαγή εισφοράς εργοδότη για ορισμένους, ανύπαρκτη εισφορά στην πράξη εργαζομένων για άλλους, κλπ) το σύστημα γενικά για να επιβιώσει απαιτεί μιά σχέση εργαζόμενου – συνταξιούχου 4 προς 1. Αυτό που ισχύει σήμερα είνα μιά αναλογία 1,75 προς 1. Ο λόγος είναι απλός. Γεννιούνται τα τελευταία χρόνια λιγότεροι έλληνες και ζούμε όλοι περισσότερα χρόνια. Το σύστημα λοιπόν ασφυκτιά. Και δεν πρόκειται μεσο-μακροπρόθεσμα να επιβιώσει.

Εφ΄ όσον το σύστημα δεν αλλάξει με την εισαγωγή ενός κεφαλαιοποιητικού μοντέλου ασφάλισης, όπου θα υπάρχουν ατομικοί λογαριασμοί με βάση τις καταβολές του καθενός στο σύστημα δίχως την παραμικρή κρατική παρεμβολή, τέσσαρες μοναχά λύσεις υπάρχουν. Εφ όσον δεν καταφύγουμε βέβαια στις ευφάνταστες επιλογές που είχαν εμφανισθεί προ ετών στην Καλιφόρνια. «Σώστε την κοινωνική ασφάλιση, πατήστε έναν ηλικιωμένο» έγραφαν πολλά αυτοκόλητα σε προφυλακτήρες αυτοκινήτων. Η, όπως οι Υδραίοι των Μεσαιωνικών χρόνων, που κατακρήμνυζαν στο κενό όσους ηλικιακά δεν ήσαν πλέον σε θέση να εργασθούν.

Για να σοβαρευθούμε όμως, οι πραγματικές λύσεις είναι μοναχά τέσσαρες. Μία είναι η αύξηση των εισφορών. Αλλη η αύξηση των ορίων ηλικίας. Επίσης λύση θα ήταν η μείωση των παροχών. Είτε, τέλος, η αύξηση της φορολογίας. Ενας συνδυασμός επίσης όλων η κάποιων από τις παραπάνω θα ήταν μιά ενδεχόμενη ρπόσθετη επιλογή. Οσοι αντιδρούν στις δειλές ρυθμίσεις της κυβέρνησης προσφεύγουν ουσιαστικά στην τέταρτη λύση. Η αύξηση όμως των φόρων θα αποτελέσει αντικίνητρο για κάθε καινούργια πρωτοβουλία στον επιχειρηματικό στίβο και θα τρομοκρατήσει ενδεχόμενους ξένους επενδυτές. Καταλήγοντας στην πράξη στην αύξηση της ανεργίας. Που σημαίνει λιγότερες εισφορές και μεγαλύτερο τελικά ασφαλιστικό έλλειμμα.

Η αναφερόμενη επίσης συχνά αναζήτηση λύσης μέσα από την αυστηρή πάταξη της εισφοροδιαφυγής δεν βρίσκεται σε επαφή με τα πραγματικά γεγονότα. Αυτοί που κυρίως εισφοροδιαφεύγουν δεν είναι οι άγριοι καπιταλιστές που αποκομίζουν τεράστια κέρδη «πίνοντας το αίμα των εργαζομένων». Είναι μικρές επιχειρήσεις και μεσαίες βιοτεχνίες που δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Ημικρατικές επίσης επιχειρήσεις και φορείς αδυνατούν να πληρώσουν με συνέπεια τις εισφορές που οφείλουν. Σε αντίθετη περίπτωση θα βάλουν λουκέτο. Με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας και την διεύρυνση των κοινωνικο-ασφαλιστικών ελλειμμάτων. Από πότε λ.χ. έχει να πληρώσει εισφορές εργαζομένων η Ολυμπιακή Aεροπορία; Eίναι η δημόσια ζωή έτοιμη να αποφασίσει το κλείσιμο κρατικών επιχειρήσεων, άλλων δημόσιων φορέων αλλά και πολλών δήμων και κοινοτήτων; Μαζί βέβαια και με μερικές χιλιάδες μικρές βιοτεχνίες και εμπορικά μαγαζιά;

Η γνώμη μου είναι πως το αναδιανεμητικό σύστημα στην Ελλάδα δεν μπορεί να σωθεί. Διότι οικοδομήθηκε πάνω σε λανθασμένες και εξοργιστικά άδικες βάσεις. Μερικοί παίρνουν συντάξεις μεγαλύτερες από τους μσιθούς και τα εισοδήματα της ενεργού επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Αλλοι εισπράττουν από ταμεία στα οποία δεν έχουν συνεισφέρει ποτέ το παραμικρό. Σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως σε κρατικές επιχιερήσεις, το κοινωνικό σύνολο συντηρεί ταμεία των οποίων οι συνταξιούχοι δεν κατέβαλαν παρα ελάχιστες εισφορές εργαζομένων. Γι αυτό και η υποτιθέμενη μεταρρύθμιση δεν έλυσε παρά ελάχιστα προβλήματα.