Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ

                                            Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ

Έχει καταντήσει βαρετά μονότονο να σχολιάζει κανείς και να απαντά στα φοβικά κι εν πολλοίς αστήρικτα κείμενα των μόνιμων επικριτών της παγκοσμιοποίησης και του «απειλητικού» νεοφιλελευθερισμού. Σαν τους πρωτόγονους εξορκιστές των μεσαιωνικών κοινωνιών, που ότι δεν καταλάβαιναν το βάφτιζαν έργο του Σατανά, έτσι και οι σύγχρονοι, και μάλλον ξεπερασμένοι, ευαγγελιστές του κρατισμού και της φιλεύσπλαχνης – υποτίθεται – κρατικής παρέμβασης πασχίζουν να φορτώσουν στην παγκοσμιοποίηση και το νεοφιλελευθερισμό κάθε αποτυχία των δικών τους ουσιαστικά ιδεολογικών μοντέλων.

Ετσι και με το τελευταίο αφιέρωμα της Καθημερινής στον Φιλελευθερισμό που υποτίθεται πως «αμφισβητείται διεθνώς». Με έκδηλες τις Μαρξιστικές καταβολές του George Monbiot, το σχετικό κείμενο πλημμυρίζει από ξεκάρφωτους ισχυρισμούς δίχως επιχειρηματολογία και αποδείξεις. Δεν αμφιβάλλω πως πριν από μια δεκαετία ο Monbiot θα έγραφε ακριβώς τα ίδια. Όπως βέβαια, αν τον κρατήσει ο Θεός υγιή, και δέκα χρόνια μετά θα επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς. .
Ας μιλήσουμε για την ουσία τώρα. Καθορίζοντας κατ΄αρχήν τους κανόνες του παιχνιδιού. Η Αριστερά στηρίζει ολόκληρες καριέρες πάνω στον ισχυρισμό πως οφείλει ο απλός λαός να πολεμήσει την παγκοσμιοποίηση - και τον πατέρα αυτής, τον νεοφιλελευθερισμό - με βάση την διαπίστωση πως μεγαλώνουν την φτώχεια και τις ανισότητες. Από που ακριβώς προκύπτουν αυτές οι διαπιστώσεις, ουδέποτε φροντίζουν οι καταγγέλλοντες να διευκρινίσουν.
Πλούσιοι και Φτωχοί
Σύμφωνα με μιά σειρά από πρόσφατες μελέτες (βλ. λ.χ. Virginia Postrel, “The Rich Get Rich and Poor Get Poorer. Right? Let’s Take Another Look”, The New York Times, 5 Αυγούστου, 2002 και Xavier Sala_i-Martin, “Global Inequality Fades as the Global Economy Grows”, Heritage Foundation / Wall Street Journal, Index of Economic Freedom 2007 και Mary Anastasia O’ Grady, “The Poor Get Richer”, Wall Street Journal, 16 Iανουαρίου, 2007) τα αληθινά επιστημονικά στοιχεία δείχνουν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ετσι, όχι μόνο η πορεία σε ολόκληρο τον κόσμο για οικονομικά καθεστώτα όλο και περισσότερης ελευθερίας και ανοιχτών αγορών αυξάνεται (άρα μεγαλώνουν οι νεοφιλελεύθερες τάσεις και διευρύνεται η παγκοσμιοποίηση) αλλά, και σαν αποτέλεσμα των τάσεων αυτών, ενισχύονται διογκούμενα τα εισοδήματα των φτωχών όλου του κόσμου. Η διαφορά ανάμεσα στο κατά κεφαλήν εισόδημα των φτωχών της γής αυτής και του ανάλογου των κατοίκων των πλουσιότερων χωρών μικραίνει
Δεν γίνεται ο κόσμος ολόκληρος απλά πλουσιότερος, αλλά και η διαφορά ανάμεσα στο κατά κεφαλήν εισόδημα των φτωχών της γής αυτής και του ανάλογου των κατοίκων των πλουσιότερων χωρών μικραίνει. Αν και πράγματι κάποιες χώρες μένουν πίσω (οι περισσότερες από αυτές είναι δικτατορίες, που στηρίζονται σε καθεστώτα οικονομικής ανελευθερίας προπαγανδίζοντας τον κρατικό σοσιαλισμό – ιδιαίτερα στην Αφρική και σε χώρες της Λ. Αμερικής), αν τα πράγματα συσχετισθούν με πληθυσμιακά μεγέθη τα στοιχεία δείχνουν πως οι «ατομικές εισοδηματικές ανισότητες έχουν υποχωρήσει σημαντικότατα στη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών» (Xavier Sala-i-Martin). Δηλαδή στο διάστημα ακριβώς που εγκαταλείφθηκαν τα διανεμητικά δόγματα του κρατικοπαρεμβατικού Κευνσιανισμού κι’ υιοθετήθηκαν πολιτικές οικονομίας της αγοράς.
Ο βασικός λόγος της μείωσης των ανισοτήτων είναι πως τα εισοδήματα των πολυπληθέστερων αλλά και συνάμα φτωχότερων κρατών της γής (ιδιαίτερα της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και άλλων κρατών της Ασίας) συνέκλιναν τα τελευταία χρόνια θεαματικά προς τις οικονομίες των χωρών - μελών του ΟΟΣΑ. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η Ινδία και η Κίνα βρίσκονται ακόμη αρκετά μακριά από την εγκατάσταση συστημάτων πλήρους ελευθερίας, εν τούτοις τα θεαματικά βήματα οικονομικής προόδου που πέτυχαν ξεκίνησαν μόλις εγκατέλειψαν τον αδιέξοδο μαρξισμό (Κίνα) και τα πειράματα ενός δύσκαμπτου κρατισμού (Ινδία, επί Νέρου και Ιντίρας Γκάντι). Χαρακτηριστικό μάλιστα στοιχείο όλων των μελετών αυτών είναι πως η μείωση των ανισοτήτων θα ήταν ακόμη περισσότερο εντυπωσιακή αν δεν υπήρχε η καταστρεπτική οικονομική πορεία πολλών χωρών της Αφρικής.
Κάποιοι βέβαια θα μπορούσαν να ισχυρισθούν πως τα αποτελέσματα θα ήσαν χειρότερτα αν κάποιος δεν υπολόγιζε την Κίνα που από μόνη της, με τα 300 περίπου εκατομύρια ανθρώπων που οδήγησε στην μεγαλύτερη οικονομική ευημερία (η φτώχεια στην Κίνα έπεσε από 32%, που ήταν το 1970, σε 3,1% το 2000!!), τα στατιστικά στοιχεία θα ήσαν διαφορετικά. Μπορεί να είναι κι’ έτσι. Εξ ίσου όμως διαφορετικά θα ήσαν τα στοιχεία αν δεν υπολόγιζε κάποιος και τις ΗΠΑ (που με τα μεγάλα της εισοδήματα διευρύνει το άνοιγμα των ανισοτήτων) ή και την Αφρική (που διογκώνει εκρηκτικά την φτώχεια). Η ουσία είναι πως δεν μπορείς να εξαιρέσεις κανέναν. Και τα στοιχεία ομιλούν από μόνα τους.
«Ανάλγητοι» Φιλελεύθεροι και «Φιλεύσπλαχνοι» Κρατιστές
Σε παλαιότερο σχόλιό του στην «Καθημερινή» ο εξαιρετικός της αρθογράφος Πάσχος Μανδραβέλης έκανε μιά αποκαλυπτική σύγκριση ανάμεσα στην ποιότητα και το επίπεδο ζωής των Βρετανών και Ιρλανδών πολιτών που βιώνουν για χρόνια τον «ανάλγητο» και «δεξιόστροφο» φιλελεύθερο Θατσερικό μοντέλο και στους Ελληνες του «προστατευτικού» και «ευαίσθητου» μεγάλου κρατικού παρεμβατισμού. Τα συμπεράσματα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά.

Σύμφωνα λοιπόν με τις παρατηρήσεις του Π. Μανδραβέλη, που έχουν σαν βάση τα στοιχεία της Eurostat, «οι ανάλγητοι Θατσεριστές της Βρετανίας και της Ιρλανδίας (έφτασαν) τον μέσο μηνιαίο μισθό στα 3.018 και 2.559 ευρώ αντίστοιχα όταν στην φτωχή πλην κρατικοπαρεμβατική Ελλάδα ο μέσος μισθός μόλις ξεπερνά τα 1.260 ευρώ». Παρά τον έκδηλο κοινωνισμό των ελληνικών κομμάτων εξουσίας και τις έντονες παροτρύνσεις για ακόμη περισσότερο κράτος από τα κόμματα της αριστεράς και ορισμένους νοσταλγούς ενδόξων παρελθόντων του Πασόκ, η φτώχεια μας κατατρέχει, η ανεργία μας βασανίζει και η άθλια κοινωνική προστασία είναι ο καθημερινός εφιάλτης του λαού μας. Αντίθετα, οι Θατσερικοί Βρετανοί και Ιρλανδοί απολαμβάνουν μεγάλης ευημερίας, έχουν μεγάλους μισθούς, καλό κοινωνικό κράτος και μεγάλη αισιοδοξία για το μέλλον.

Παρακάτω ο ίδιος αρθογράφος επισημαίνει πως «οι φτωχοί της κρατικοπαρεμβατικής Ελλάδας είναι φτωχότεροι από τους φτωχούς των χωρών που κυβερνούν οι ανάλγητοι φιλελεύθεροι…. Ο εγχώριος κατώτατος μισθός φτάνει τα 605 ευρώ, ενώ στην Ιρλανδία είναι 1.073 και στην Βρετανία του (δεξιού κατά κάποιους) Τόνυ Μπλέρ τα 1.106 ευρώ… Η ανεργία αγγίζει το 10% του ελληνικού πληθυσμού όταν στη Βρετανία και την Ιρλανδία κυμαίνεται στο 4%... Το 21% των Ελλήνων (που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας) ζούν με λιγότερα των 632 ευρώ ενώ το 18% των Βρετανών (που βρίσκονται την ίδια κατάσταση) ζούν με λιγότερα των 1.509 ευρώ». Το συμπέρασμα είναι πως «στις χώρες του υπαρκτού φιλελευθερισμού οι άνεργοι είναι λιγότεροι, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας πληρώνονται καλύτερα και οι φτωχοί είναι πλουσιότεροι από τις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα».

Και να μην ισχυρισθεί βέβαια κάποιος πως στις χώρες αυτές η οικονομία βρίσκεται πιο μπροστά και είναι φυσικό να είναι πλουσιότερες και οι λαοί τους να έχουν καλύτερες απολαβές. Διότι είναι πλουσιότερες και βρίσκονται μπροστά διότι ακριβώς ακολουθούν για χρόνια επίμονα πολιτικές συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα κι απελευθέρωσης των αγορών. Η δε Ιρλανδία ιδιαίτερα ξεκίνησε πριν από λίγα μόλις χρόνια πολύ χαμηλότερα από εμάς σε όλους σχεδόν τους οικονομικούς δείκτες. Και μας ξεπέρασε αποτελώντας τώρα πιά μια από τις πιο πετυχημένες περιπτώσεις αναπτυσσόμενης οικονομίας στην ΕΕ.

Η Κατάρρευση της Σουηδικής Σοσιαλδημοκρατίας

Αλλά και στη Σουηδία λ.χ. τα γεγονότα τρέχουν για μεγαλύτερες και ουσιαστικότερες μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση των ελεύθερων αγορών και του μικρότερου κρατικού παρεμβατισμού. Με σύνθημα την μείωση των κανονιστικών δημόσιων ελέγχων στις αγορές μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης, think tanks, οργανώσεις επιχειρηματιών, τα κεντρώα και κεντροδεξιά κόμματα, επισημαίνουν πως η σχετικά πρόσφατη θεαματική οικονομική επιτυχία της Σουηδίας οφείλεται στα μεταρρυθμιστικά μέτρα της προ-τελευταίας συντηρητικής κυβέρνησης. Και πως η στασιμότητα σιγά-σιγά επανήλθε. Με την πρόσφατη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με την διεθνή εταιρία οικονομικών συμβούλων McKinsey: «Η ανάπτυξη και η ισχυροποίηση της παραγωγικότητας στον ιδιωτικό τομέα οδήγησε την Σουηδία στα θεαματικά οικονομικά αποτελέσματα της τελευταίας δεκαετίας. Η αυξημένη παραγωγικότητα ήταν αποτέλεσμα κυρίως της απελευθέρωσης των αγορών» που είχε πραγματοποιήσει η πρόσφατη συντηρητική κυβέρνηση.

Εν τούτοις οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές αρχές της Σουηδίας και τα συνδικάτα επέμεναν να μην αλλάξει τίποτα. Η κοινωνία όμως είχε αρχίσει να αντιδρά. Για το μεγαλύτερο think tank, Timbro, τα «κρατικά μονοπώλια και η εμμονή σε επιδοτήσεις που προκύπτουν από την μεγάλη φορολογία δεν εμποδίζουν μόνο την ανάπτυξη καλύτερων συστημάτων κοινωνικής προστασίας αλλά και την παρουσία νέων επιχειρηματιών και νέων ευκαιριών απασχόλησης στους τομείς αυτούς». «Η κυβέρνηση δεν μπορεί να καταλάβει την σημασία των νέων κι αναπτυσσόμενων μικρών επιχειρήσεων» δήλωνε ο Tom Berggren, επικεφαλής του Σουηδικού οργανισμού Venture Capital Association, και συνέχιζε: «Ακούνε αυτά που λέμε, αλλά δεν κάνουν τίποτε». Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε όλοι. Οι σοσιαλδημοκράτες έχασαν πανηγυρικά τις εκλογές. Κατά τα άλλα, «ο Φιλελευθερισμός διεθνώς αμφισβητείται»!!

H Eλληνική Κρατικο-παρεμβατική Εμπειρία

Tι νόημα έχει άραγε σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου το αυτονόητο φαντάζει σχεδόν περίεργο και εξωπραγματικό, να επισημαίνεις πως καθιερωμένες πεποιθήσεις και πιστεύω είναι ψεύτικα και παραπλανητικά; Μπροστά στην κοσμογονία που έχει ξεσπάσει δεξιά κι αριστερά μας στα τέσσερα σημεία του παγκόσμιου ορίζοντα εμείς παραμένουμε προσκολλημένοι σε ιδεοληψίες παλιές και ξεπερασμένες.

Ολοι πασχίζουν να μην θίξουν τις ευαισθησίες της Αριστεράς. Αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις και την ανεδαφικότητα των ισχυρισμών της (καταγγελίες λ.χ πως η Ελλάδα έχει τον μεγαλύτερο δημόσιο τομέα στην Ευρώπη αλλά παράλληλα πως οι κυβερνήσεις της εφαρμόζουν «άγριο» νεοφιλελευθερισμό !!) Κι αφήνουν έτσι την κοινωνία αβοήθητη να μην μπορεί να ετοιμασθεί για τον αδυσώπητο καινούργιο κόσμο που προβάλλει δίπλα μας. Ολοι βλέπουν κατ’ αρχήν με συμπάθεια τον ξεπερασμένο κόσμο που αυτές οι αρχές υποστηρίζουν. Και καταλήγουν να πιστεύουν στο τέλος όλοι αυτές τις πεποιθήσεις και να τις προβάλουν σαν δικές τους.

Το ζήτημα στις ημέρες μας για τον τόπο είναι σχετικά απλό. Με ποιό τρόπο μπορούμε να καταπολεμήσουμε την οικονομική δυσπραγία, να μειώσουμε δραστικά την ανεργία και να αυξήσουμε την ευημερία του λαού μας; Ολες οι προτάσεις που ακούγονται από τις πολιτικές αρχές δεν μπορούν και δεν πρόκειται ποτέ να φθάσουν στους παραπάνω στόχους. Η απλή λογική εξηγεί γιατί κάτι τέτοιο δεν πρόκειται ποτέ να γίνει.

Α. Δεν μειώνεται ο όγκος του κράτους. Ανεξάρτητα από θέσεις και προτάσεις κανείς δεν έχει σαφή σχεδιασμό για την μείωση του δημόσιου τομέα. Όμως το μεγάλο κράτος έχει ανάγκη από μεγάλα φορολογικά έσοδα. Σε μια χώρα με αδύναμο ιδιωτικό τομέα και μικρού βεληνεκούς δράσεις πολλές συναλλαγές είναι «άτυπες» και δεν ελέγχονται από το κράτος. Οι λίγες νόμιμες επιχειρήσεις και οι μεμονωμένοι φορολογούμενοι υφίστανται έτσι μεγάλα οικονομικά βάρη. Ο ανταγωνισμός διαβρώνεται. Η παραγωγικότητα έτσι δεν αυξάνει. Επενδύσεις δεν έρχονται. Ανάπτυξη δεν υπάρχει. Οι πλούσιες σήμερα χώρες δεν αντιμετώπισαν ποτέ παρόμοιο πρόβλημα όταν ήσαν φτωχές. Διότι δεν υπήρχε τότε μεγάλος δημόσιος τομέας. Κι έτσι πλούτισαν. Ποτέ δεν θα τις φτάσουμε αν δεν οικοδομήσουμε παρόμοιες συνθήκες για την ανάπτυξή μας σαν αυτές που είχαν παλιότερα και εκείνοι…

Β. Δεν ελαττώνεται η φορολογία. Με υψηλούς όμως φόρους κι επιλεκτικές εξαιρέσεις και απαλλαγές – μεταμφιεσμένες σαν κίνητρα η σαν παράθυρα μιάς πολύπλοκης νομοθεσίας – υπονομεύεται ο δίκαιος ανταγωνισμός κι αποθαρρύνονται οι ξένες επενδύσεις. Η πολυνομία, οι συχνές φορολογικές αλλαγές (λόγω αναγκών του δημόσιου τομέα) και η συνακόλουθη μεγάλη γραφειοκρατία ( για να δικαιολογείται ο πολυέξοδος δημόσιος τομέας) αποτρέπουν καινούργιες επενδυτικές πρωτοβουλίες και δυσκολεύουν την επιχειρηματικότητα.

Γ. Δεν γίνεται ευέλικτη η εργασιακή νομοθεσία. Παρ’ όλο που ο παράγοντας εργασία (και κυρίως το κόστος της) δεν αποτελεί νευραλγική προυπόθεση για την επίτευξη γρήγορης ανάπτυξης (λ.χ. χώρες όπως η Φινλανδία, η Δανία, η Σιγκαπούρη αλλά και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία δεν έχουν φτηνή εργασία) η ανελαστική εργατική νομοθεσία αποτρέπει νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και διώχνει το διεθνές κεφάλαιο. Είναι παράλογη η αντίληψη πως η προστασία της εργασίας αποτελεί προσφορά στα λαικά κοινωνικά στρώματα. Η απαγόρευση των απολύσεων σημαίνει στην πράξη κατάργηση των προσλήψεων. Διότι αλλοιώνει τον ανταγωνισμό. Και πνίγει τον δυναμισμό της αγοράς. Οσοι προσλαμβάνουν στελέχη με μισθώσεις έργου η συμβόλαια παροχής υπηρεσιών έχουν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι σε όσους υποχρεωτικά λειτουργούν με συμβάσεις μισθωτής εργασίας. Αλλοι πάλι βρίσκουν τρόπους – όχι πάντοτε απόλυτα διαφανείς – να ξεπερνούν τις απαγορεύσεις. Δίχως όμως γνήσιο ανταγωνισμό δεν υπάρχει αύξηση παραγωγικότητας. Και δεν έρχεται ανάπτυξη. Κανείς εργοδότης δεν προσλαμβάνει για να απολύσει. Μόνο αρρωστημένοι εγκέφαλοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Αν όμως δεν μπορούν να απολύσουν, τότε δεν προσλαμβάνουν. Και στην πρώτη δυσκολία κλείνουν την επιχείρηση, και μένει όλος ο κόσμος στον δρόμο. Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο που οι απολύσεις να είναι ελεύθερες και να υπάρχει πρόβλημα ανεργίας. Λοιπόν;

Δ. Δεν καταργείται ο οικονομικός προστατευτισμός. Δεν υπάρχει λογική στην παρέμβαση του κράτους για την διάσωση επιχειρηματικών μονάδων σε κατάρρευση. Κακώς η κοινή λογική συνδέει την οικονομική ευημερία με την παραγωγή. Η παραγωγή είναι εντελώς άνευ σημασίας αν δεν συναντά την καταναλωτική ζήτηση. Αν κάποια επιχείρηση δεν επιβιώνει οικονομικά διότι τα προιόντα της δεν απορροφούνται από την κατανάλωση είναι άνευ αντικειμένου να διασωθεί με οικονομικές ενέσεις από το κράτος. Τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν τον ανταγωνισμό. Κι εξαρθρώνουν την λογική των οικονομικών επιλογών του κράτους. Δεν μειώνουν την ανεργία. Απλά αναβάλλουν την κρίσιμη στιγμή για τις επιχειρήσεις αυτές. Κατεδαφίζοντας όμως ενδιάμεσα τα δημόσια οικονομικά του τόπου και ματαιώνουν την ανάπτυξη. Και το ίδιο βέβαια ισχύει και για τις κρατικές επιχειρήσεις που ζούν με (κρυφές η φανερές) δημόσιες επιχορηγήσεις.

Σε τελευταία ανάλυση είναι φανερό πως το κρίσιμο στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει την οικονομία μιάς χώρας στην ανάπτυξη δεν είναι από μόνες τους ούτε η ροή κεφαλαίων, ούτε το κόστος της εργασίας, ούτε η δυναμική της εκσυγχρονισμένης παιδείας και των σημαντικών και μεγάλων υποδομών. Η πιο βασική προυπόθεση είναι η λειτουργία καθεστώτος γνήσιου, έντονου και ελεύθερου βέβαια ανταγωνισμού. Σύμφωνα με μια μελέτη διάρκειας 12 ετών από την εταιρία McKinsey Global Institute σε μεγάλες πλούσιες και φτωχές οικονομίες της γής, που αναλύεται σο βιβλίο του William Lewis, The Power of Productivity: Wealth, Poverty and the Threat to Global Stability (2004), η οργάνωση του ανταγωνισμού ακόμα και κατά τομέα δράσης μέσα σε κάθε χώρα κάνει την ουσιαστική διαφορά. Οσο μεγαλύτερος και γνησιότερος είναι ο ανταγωνισμός κατά τομέα της οικονομίας η από χώρα σε χώρα τόσο πιό αυξημένη εμφανίζεται η παραγωγικότητα και μεγαλύτερη η ανάπτυξη, ο πλούτος και η ευημερία.

Παροχές με Ξένα Κόλυβα

Το κεντρικό πρόβλημα του τόπου είναι η κυριαρχία μιάς αντίληψης πως οι πολιτικές αρχές δικαιούνται και δύνανται να μοιράζουν παροχές και ευεργετήματα σε πολίτες της δικής τους επιλογής. Με βάση εκτιμήσεις των ΜΜΕ για το «δίκαιο» της σχετικής πρωτοβουλίας καθώς και την κοινωνική δύναμη των ομάδων αυτών που δικαιολογούν τον ισχυρισμό περί κοινωνικής ευαισθησίας. Ετσι, το δημόσιο – κι’ αυτοί που κάθε φορά το διαφεντεύουν βέβαια – μοιράζει τον συλλογικό κοινωνικό πλούτο σε επιλεγμένες ομάδες συμφερόντων. Όχι τόσο με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας αλλά κύρια με κριτήριο την τοποθέτηση των ομάδων αυτών στο συνεχές του πολιτικού παιχνιδιού.

Αυτό που κύρια καθίσταται εξοργιστικό είναι πως κάθε φορά οι υφιστάμενοι τις αφαιμάξεις είναι οι ίδιες κοινωνικές ομάδες που παράγουν πλούτο – δίχως βέβαια την παραμικρή διαβούλευση η συνεννόηση μαζί τους . Και τις προσόδους απολαμβάνουν τα ίδια σχεδόν πάντα συντεχνιακά συμφέροντα που επιτυγχάνουν να «πείθουν» αποτελεσματικά τις πολιτικές αρχές. Και βέβαια το πρόβλημα συνδέεται με τις ουσιαστικά αδύναμες ηγεσίες του τόπου. Που ανοίγουν τον κουρβανά του δημοσίου και δίχως να ρωτήσουν τους ενδιαφερόμενους πολίτες, παρά μοναχά ίσως κάποιες περιστασιακές πλειοψηφίες, μοιράζουν τα λεφτά των φορολογουμένων κατά το δοκούν. Μοιράζουν στους μη έχοντες από τους φόρους των εχόντων και των ολίγα εχόντων. Μετά δανείζονται. Και καλύπτουν τα ελλείμματα από τους φόρους και πάλι των εχόντων για να ξαναμοιράσουν όσα θέλουν όπου θέλουν. Ποτέ δεν παίρνουν κάποιο μέτρο για την εξασφάλιση των μη εχόντων ώστε να γίνουν έχοντες. Ετσι τους έχουν μόνιμα ομήρους των πολιτικών τους.

Σχετικά πρόσφατα ξέσπασαν αντιδράσεις λόγω της σύμπραξης βουλευτών της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, με την ανοχή και της Αριστεράς, που οδήγησε στην ψήφιση νομοσχεδίου, μέσω του οποίου δίδονται προκλητικές δυνατότητες συνταξιοδότησης σε ανώτατα στελέχη του κρατικού μηχανισμού. Η φωτογραφική ρύθμιση, που ευνοεί δεκάδες «γαλάζιους» και «πράσινους» γενικούς διευθυντές, γενικούς γραμματείς υπουργείων και υπηρεσιών, αλλά και πολλούς πρώην δημάρχους και νομάρχες, οδηγεί σε συντάξεις χιλιάδων ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι με έστω ένα μήνα υπηρεσίας σε θέση γενικού διευθυντή, δημόσιοι υπάλληλοι θα θεμελιώσουν δικαίωμα αυξημένης κατά 80% σύνταξης, που θα υπερβαίνει τις 2.000 ευρώ.

Με σκανδαλώδες ρυθμίσεις λοιπόν το ελληνικό κράτος εξασφαλίζει την συμμετοχή στις προσόδους του εθνικού πλούτου κάποιων επιλεγμένων ομάδων που δεν έχουν συμβάλει ούτε κατ’ ελάχιστον στην δημιουργία του σχετικού πλούτου. Με ξένα κόλυβα δηλ. κάνουν πολιτική και μοιράζουν παροχές. Προσδοκώντας την ευγνωμοσύνη των ευνοημένων, που συνηθέστατα εκφράζεται μέσω της πολιτικής τους στήριξης στις επόμενες εκλογές.

Διαφθορά και Προσοδοθηρία

Σε ένα πραγματικά πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα πρόσφατο βιβλίο τους οι καθηγητές Θοδωρής Πελαγίδης και Μιχάλης Μητσόπουλος (Ανάλυση της Ελληνικής Οικονομίας: Η Προσοδοθηρία και οι Μεταρρυθμίσεις, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006) αποτυπώνουν ανάγλυφα τα σχετικά αδιέξοδα στα οποία οδηγείται το ελληνικό κράτος. Με το αυθαίρετο άνοιγμα των θυρών της προσοδοθηρίας σε λογής κοινωνικές ομάδες το ελληνικό δημόσιο χάνει κάθε δυνατότητα ορθολογικής λειτουργίας και προγραμματισμένης κατανομής των όποιων εθνικών πόρων διαθέτει. Όπως σημειώνουν οι δύο συγγραφείς, «το ελληνικό κράτος είναι διογκωμένο, όμως όχι με τον τρόπο που συνήθως υπονοείται. …Ολες οι κοινωνικές του δαπάνες (υγεία, παιδεία, πρόνοια, πολιτισμός) υστερούν σε σχέση με αυτές των δυτικών χωρών. Από την άλλη όμως, με ρυθμίσεις , νόμους, ελέγχους και απαγορεύσεις, βρίσκεται παντού. …Αναγκάζει τις πρωτοβουλίες των πολιτών σε κρατικοδίαιτη εξάρτηση… Είναι μια άρρωστη, σχεδόν αδιαμεσολάβητη πλέον σχέση ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος που κακοφορμίζει όλο και περισσότερο» (σελ. 63).

Mε βάση όλα τα παραπάνω όποιες μεταρρυθμίσεις επιχειρούνται κάθε φορά στην ελληνική πραγματικότητα ματαιώνονται. Διότι ο δυσλειτουργίες του δημόσιου τομέα και τα δεδομένα συμφέροντα των βολεμένων διανεμητικών ομάδων μάχονται με νύχια και με δόντια για την διατήρηση των κεκτημένων προνομίων τους. Σύμφωνα με τους Πελαγίδη και Μητσόπουλο είναι ανάγκη να επανεξετασθεί το σύνολο των κανονιστικών πράξεων που έχουν προωθηθεί τα τελευταία χρόνια (141,737 νόμοι από το 1974). Και να εκτιμηθεί η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητά τους. Μόνο έτσι θα μπορούσε να ξεκινήσει μια διαδικασία ορθολογικότερης λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Και περιστολής των λογής ραντιέριδων που εκμεταλλεύονται δίχως συστολή τον εθνικό πλούτο. Και κυρίως να καθιερωθεί ένας μηχανισμός λογοδοσίας. Ώστε αυτοί που πληρώνουν να γνωρίζουν που πηγαίνει ο πλούτος που τους αφαιρείται. Κι όχι κάποιοι να χτίζουν προφίλ φιλο-λαικότητας ανεξέλεγκτα μοιράζοντας σε ορισμένους τα λεφτά κάποιων άλλων…

Ιδιωτικοποιήσεις και Κοινωνική Φροντίδα

Οταν πριν από λίγα χρόνια έπεσε για κάποιες ώρες το δίκτυο του ηλεκτρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες τα περισσότερα σχεδόν από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης κεραυνοβολούσαν τις ιδιωτικοποιήσεις σαν υπεύθυνες για το συμβάν. Ανεξάρτητα από το γεγονός πως η πτώση του ρεύματος είχε συμβεί στα δια-πολιτειακά Grids (Δίκτυα) που ελέγχονται από δημόσιου χαρακτήρα εταιρίες. Το ίδιο έγινε και πριν από ένα χρόνο περίπου όταν το ηλεκτρικό σύστημα ολοκληρωτικά κατέρρευσε στην Ιταλία. Και πάλι με κρατικούς αναδόχους υπεύθυνους για το ζήτημα. Και δίως καμία ιδιωτικοποίηση να έχει αλοιλώσει το σύστημα διανομής ηλεκτρισμού στην γειτονική μας χώρα. Τότε τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης εσίγησαν. Κάτι που έκαναν και τώρα. Οταν την
περασμένη εβδομάδα έπεσε στην Γερμανία το ΄σύστημα ηλεκτροδότησης με αποτέλεσμα να βυθισθούν στο σκοτάδι ολόκληρες χώρες της Δυτικής Ευρώπης που είναι συνδεδεμένες με το κατ' αρχήν αξιόπιστο Γερμανικό σύστημα. Το γεγονός πως και εκεί τα Grids βρίσκονται στα χέρια του δημοσίου δεν ερέθισε τους ντόπιους σχολιαστές. Αναλογισθείτε τι θα είχε συμβεί αν όλα τα παραπάνω είχαν συμβεί σε ιδιωτικοποιημένες εταιρίες που είχαν αναλάβει διευρωπαικά την διακίνηση και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος.

Δεν χωράει αμφιβολία πως η ιδιωτικοποίηση έχει βγάλει κακό όνομα στις περισσότερες χώρες που ακόμη ζούν κάτω από μιά ατμόσφαιρα θεοποίησης του δημόσιου τομέα και εξιδανίκευσης των δυνατοτήτων της Πολιτείας.Οι ιδιωτικοποιήσεις έχει δημιουργηθεί γενικά η εντύπωση πως είναι κοινωνικά άδικες και ευνοούν τα ισχυρά οικονομικά κοινωνικά στρώματα. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Κατ' αρχήν οι ιδιωτικοποιήσεις περνούν στον ιδιωτικό τομέα δύσκαμπτες και αντι-παραγωγικές δημόσιες επιχειρήσεις
με αποτέλεσμα εκεί που το δημόσιο συνήθως χρηματοδοτεί ελλείμματα να εισπράττει τώρα φόρους από ιδιωτικές πλέον επιχειρήσεις.

Επίσης στη θέση της μιάς και μονοπωλιακής κρατικής επιχείρησης υπάρχει τώρα η δυνατότητα, εφ' όσον η εκάστοτε κυβέρνηση αποφασίσει να καταργήσει και το σχετικό φυσικό μονοπώλιο, εναλλακτικών υπηρεσιών και η ευκαιρία απασχόλησης καινούργιων ανθρώπων σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Το παράδειγμα της κατάργησης του μονοπωλίου του κράτους στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και η πληθώρα των νέων ευκαιριών απασχόλησης που δημιουργήθηκαν είναι χαρακτηριστικό.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις η ιδιωτικοποίηση δεν προκαλεί πρόσκαιρη ανεργία. Στην Αργεντινή λ.χ. μεταξύ 1987 και 1997 χάθηκαν περίπου 150.000 θέσεις εργασίας σε τομείς που είχαν γίνει ιδιωτικοποιήσεις. Στο Μεξικό το 50% των εργαζομένων σε ιδιωτικοποιημένες εταιρίες έχασαν την δουλειά τους. Στη Βραζιλία επίσης μόνο στους σιδηροδρόμους χάθηκαν 90.000 θέσεις δουλειάς μετά τις ιδιωτικοποιήσεις ενώ στη Νικαράγουα το 15% του συνόλου της εργατικής δύναμης της χώρας μετά τις ιδιωτικοποιήσεις βρέθηκε στην ανεργία. Οπως επίσης είναι σωστό πως σε ορισμένες περιπτώσεις η ιδιωτικοποίηση, που
δεν συνοδεύθηκε από άμεση κατάργηση του φυσικού μονοπωλίου, προκάλεσε άνοδο των τιμών των παρεχομένων υπηρεσιών. Κυρίως στους
τομείς της παροχής νερού, έργων αποχέτευσης, ηλεκτρισμού και μεταφορών. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν στην αρχική φάση που η νέα ιδιωτική πλέον εταιρία οφείλει να εκσυγχρονισθεί, να κάνει νέες επενδύσεις και να αναζητήσει διαφορετικούς τρόπους εξυπηρέτησης των πελατών της.

Παρά όμως τις παραπάνω κατ' αρχήν αρνητικές παρατηρήσεις πρόσφατες έρευνες έχουν αποδείξει πως οι ιδιωτικοποιήσεις λειτουργούν θετικά για τους κοινωνικά μη προνομιούχους. Οπως έδειξε η πρόσφατη μελέτη των David MacKenzie και Dilip Mooherjee, ("Paradox and Perception: Evidence From Four Latin American Countries" στο John Nellis και Nancy Birdsall, Reality Check: The Distributional Impact of Privatization in Developing Countries. Center Of Global Development, 2005), το γενικό αποτέλεσμα στην αύξηση της ανεργίας από τις ιδιωτικοποιήσεις υπήρξε μικρό και παροδικό ενώ διευκόλυνε αφάνταστα την πρόσβαση των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε υπηρεσίες που θεωρούνταν μέχρι τότε δυσπρόσιτες η και πανάκριβες. Στη Βραζιλία λ.χ. η απόκτηση τηλεφώνου πριν από τις ιδιωτικοποιήσεις ήταν μιά εξαιρετικά δυσχερής υπόθεση που μπορεί να στοίχιζε και 4.000 δολάρια στην
αγορά της διαφοράς για την εξασφάλισή του (βλ. The Economist, 28-10-2006). Τώρα είναι υπόθεση λίγων σχετικά ωρών. Πόσοι δεν θυμούνται την αντίστοιχη ταλαιπωρία που υπηρχε και στην Ελλάδα για την απόκτηση τηκλεφωνικής γραμμής. Επίσης μιά άλλη μελέτη του John Nellis ("Privatization - A Summary Assessment", Center for Global Development, Μάρτιος 2006) αποδεικνύει πως οι ιδιωτικοποιήσεις "είτε μειώνουν την φτώχεια είτε δεν έχουν καμία επίπτωση επάνω της" ενώ στο ζήτημα της ανισότητας οι επιπτώσεις τους είναι περίπου ανύπαρκτες (0,2% η και λιγότερο πάνω σε μιά συντεταγμένη σχετικής μέτρησης – Gini coefficients). Ουσιαστικά τα συμπεράσματα όλων των μελετών συγκλίνουν στο άποψη πως στην ανεργία δεν υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις λόγω των νέων ευκαιριών απασχόλησης που τελικά δημιουργούνται ενώ στις τιμές οι όποιες αρχικές αυξήσεις εξουδετερώνονται από την γιγαντιαία διευκόλυνση στην πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές μεγάλων ομάδων του πληθυσμού που μέχρι τότε εξαιρούνταν.

Κοντολογής, η επιλογή των ιδιωτικοποιήσεων διευκολύνει τα λαικά στρώματα και διευρύνει την γενικότερη ευημερία.

Ο Εύκολος Στόχος

Όταν ο κρατισμός αποτυγχάνει, οι οικονομίες κλυδωνίζονται και οι πολιτικές της προσταγής και του αυταρχισμού δεν βρίσκουν λύσεις καταφεύγουν σχεδόν πάντα στους φόρους. Τους φορτώνουν όμως στο νεοφιλελευθερισμό και στην παγκοσμιοποίηση (όπως έγινε με το Τσουνάμι, με τα χάλια στην Παιδεία ακόμα και με την κρίση στο Κόσοβο) και ...καθαρίσανε!!

Το ίδιο γίνεται από πολλούς αναλυτές και για αρκετές από τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 35ωρο στην Γαλλία απέτυχε. Και φόρτωσε την οικονομία με δυσκινησία κι αδιέξοδα. Η ανεργία μεγαλώνει και τα ελλείμματα διογκώνονται. Το γαλλικό κοινωνικό μοντέλο καταρρέει, με τρανότερη απόδειξη την εξέγερση των νέων των υποβαθμισμένων συνοικιών. Κι όμως, οι οπαδοί του κυρίαρχου στη Γαλλία κρατισμού αποδίδουν ευθύνες στο... νεοφιλελευθερισμό!! Ο νέος Πρόεδρος κάπως τάραξε τα νερά, αλλά απομένει να δούμε αν θα προωθήσει πραγματικά φιλελεύθερες πολιτικές. Το ίδιο γίνεται και με τα προβλήματα της Γερμανικής οικονομίας. Που εξακολουθεί να έχει έναν από τους μεγαλύτερους δημόσιους τομείς στη γη. Με πακτωλούς παροχών κι επιδοτήσεων. Που αν δεν αλλάξει προσανατολισμό και δεν επιμείνει η κα Μέρκελ στις μεταρρυθμίσεις θα παρασύρει ολόκληρη την Ευρώπη στο βυθό.

Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ορισμένα απλά πράγματα. Ο νεοφιλελευθερισμός σημαίνει τρεις στην ουσία πολιτικές κατευθύνσεις. Τη δραστική μείωση των φόρων, τον ουσιαστικό περιορισμό των δραστηριοτήτων του κράτους, της δημόσιας γραφειοκρατίας και κατά συνέπεια και την ελάττωση των δημοσίων δαπανών και, τρίτον, την κατ’ αρχήν αναζήτηση λύσεων σε κάθε πρόβλημα που αναφύεται σε δράσεις των ατόμων και της κοινωνίας κι όχι σε παρεμβάσεις του δημοσίου. Στα πλαίσια μέσα αυτά προωθούνται πολιτικές διάχυσης της δημόσιας ιδιοκτησίας σε φορείς του ιδιωτικού τομέα αλλά και συγκέντρωσης των παροχών του κράτους σε τομείς ουσιαστικών κοινωνικών υποδομών και προστασίας των πραγματικά κοινωνικά αδυνάτων (λ.χ. στην παιδεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, πρόνοια) και τον πολιτισμό). Διακρίνει κανείς τέτοιες πολιτικές να διαπνέουν τις όποιες κυβερνητικές πρωτοβουλίες ώστε να μπορούν να αποκληθούν «νεοφιλελεύθερες»; Πολύ περισσότερο μάλιστα, εκπορεύονται τέτοιες κυβερνητικές προτάσεις από τις Βρυξέλλες – όπου το βιβλίο των κανονισμών και ρυθμίσεων για τη λειτουργία της αγοράς έχει φθάσει τις 16.000 σελίδες (!) – ώστε να είναι λογικό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αποκαλείται «νεοφιλελεύθερη»;...

Η Πραγματική Παγκόσμια Κατάσταση

Να αποσαφηνίσουμε επίσης, όπως σημείωσα και στην αρχή, πως η παγκοσμιοποίηση δεν προκαλεί δυστυχία αλλά διευρύνει την ευημερία. Ιδιαίτερα ανάμεσα στους φτωχούς. Όλες οι σοβαρές μελέτες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. σχετ. Johan Goldberg, In Defense of Global Capitalism, 2002; Adair Turner, Just Capital: The Liberal Economy, 2001; IMF, “Globalization, Growth and Poverty: Building an Inclusive World Economy”, Δεκέμβριος 2001; Martin Wolf, How Globalization Works, 2004; Jagdish Bhagwati, In Defense of Globalization, 2004). Τα ανοιχτά εμπορικά σύνορα και οι ελεύθερες αγορές μειώνουν τη φτώχεια κι αυξάνουν τον πλούτο των κρατών. Όσοι υποστηρίζουν με σοβαρότητα ακόμη το αντίθετο στηρίζουν τις διαπιστώσεις τους σε ειδικά μοντέλα ανάλυσης (βλ. σχετ. Brookings Trade Forum 2004, Globalization. Poverty, and Equality. Washington, 2004). Δεν κάνουν δηλαδή συγκρίσεις με τον πληθυσμό ολόκληρης της γης αλλά ανάμεσα σε κράτη. Με αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός μικρών κρατών, που συνήθως προέρχονταν από τα συστήματα του υπαρκτού σοσιαλισμού ή που εξακολουθούν να κρατούν τις αγορές τους κλειστές, να ανατρέπουν τα δεδομένα και να υποδηλώνουν στατιστικά αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Ανάμεσα στους λαούς λ.χ. των αναπτυγμένων κρατών οι ανισότητες μειώνονται. Σε ολόκληρο δε τον κόσμο, με σημαιοφόρους την Κίνα και την Ινδία, η φτώχεια υποχωρεί. Σε αυταρχικά και κλειστά όμως συστήματα του τρίτου κόσμου η καταπίεση και οι αδικίες συχνά μεγαλώνουν. Φταιει όμως γι αυτό η παγκοσμιοποίηση, την οποία ουσιαστικά αρνούνται;

Όλες οι χώρες, καθώς και συνολικά η Ευρώπη, επιχειρούν να προσαρμοσθούν στις επιταγές της παγκοσμιοποίησης. Που επιβάλει ανοιχτά σύνορα και, κατά το δυνατόν, ελεύθερες αγορές. Κανένας όμως δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει πολιτικές τέτοιες. Αν εκτιμά πως δεν τον ενδιαφέρει το διεθνές κεφάλαιο και πως μπορεί να στηριχθεί σε μια ανάπτυξη με βάση την εγχώρια ζήτηση δεν έχει παρά να το επιχειρήσει. Και κανένας δεν πρόκειται να τον εμποδίσει. Άσχετα αν τελικά καταβυθίσει τη χώρα του στη μιζέρια και τη δυστυχία. Ο Πρόεδρος Λούλα της Βραζιλίας λ.χ. εκλέχθηκε με παρόμοια συνθήματα. Και τελικά άνοιξε τα σύνορα της χώρας του στο διεθνές κεφάλαιο. Γιατί γνωρίζει πως μοναχά έτσι έχει ελπίδες να προσεγγίσει την οικονομική ανάπτυξη – και τελικά βέβαια την ευημερία του λαού του.

Είναι αυτονόητο λοιπόν πως σε παγκόσμια κλίμακα οι αρχές του φιλελευθερισμού κυριαρχούν. Προσφέροντας ευημερία, δυναμισμό και αισιοδοξία για το μέλλον. Παρ’ όλα αυτά η Αριστερά δεν θα σταματήσει το τροπάρι των παραμυθιών της. Ποιός όμως, πλην των αφελών, είναι δυνατόν να την ακούει πλέον;