ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

           ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ 

Το πολιτικό ενδιαφέρον όλων για την δημόσια διοίκηση φαίνεται να εξαντλείται στις υπηρεσιακές τύχες των δημοσίων υπαλλήλων, στην κομματική ταυτότητα των επιλεγομένων για διευθυντικές θέσεις και στην αποφυγή εντάσεων στα ζητήματα προαγωγής κι εξέλιξής τους. Αυτό που όλοι παραβλέπουν είναι πως η δημόσια διοίκηση δεν υπάρχει – τυπικά τουλάχιστον - για τους δημόσιους υπάλληλους. Αλλά για τον λαό, που πληρώνει τους μισθούς τους κι αξιώνει καλή διοίκηση, δικαιοσύνη και ταχύτατη επίλυση των καθημερινών του προβλημάτων. Και για το θέμα αυτό κανείς σχεδόν δεν προβληματίζεται στο προσκήνιο της δημόσιας ζωής της χώρας.

Βελτιώνεται η λειτουργία και η απόδοση της δημόσιας διοίκησης επειδή οι διευθυντές θα έχουν θητεία και θα επιλέγονται κατόπιν κρίσης; Ανάμεσα δηλαδή σε μέτριους κι αναποτελεσματικούς, στην καλύτερη περίπτωση βέβαια κι αν δεχθούμε σαν ειλικρινείς τις προθέσεις της κυβέρνησης, θα επιλέγονται και θα υπηρετούν με θητεία οι «λιγότερο» μέτριοι κι αναποτελεσματικοί. Και τους χαρακτηρίζουμε έτσι διότι από πουθενά δεν προκύπτει πως υπάρχουν υπηρεσίες στις οποίες υπηρετούν άριστοι υπάλληλοι και οι οποίες εντυπωσιάζουν τους πολίτες με την αποδοτικότητά τους.

Η γενική αντίληψη που κυριαρχεί είναι πως το δημόσιο αποτελεί αποκούμπι βόλεψης όσων δεν μπορούν να βρουν αλλού διέξοδο επαγγελματικής καταξίωσης. Κι αυτό κάθε άλλο παρά συμβαδίζει με τις προσδοκίες των ελλήνων. Που θέλουν μια δημόσια διοίκηση για να τους λύνει τα προβλήματα. Κι όχι να φροντίζει για τα επαγγελματικά δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των μελών της. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν είναι δυνατή η ανοχή της συνέχειας του σημερινού συστήματος. Διότι αφήνει εντελώς αδιάφορη με τις λειτουργίες του την ελληνική κοινωνία. Δεν «επανιδρύεται» με καμία από τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης το κράτος. Ανασχηματίζονται απλά οι όποιες μετριότητες της διοικητικής του μηχανής. Κάποιοι αλλάζουν θέσεις και κάποιοι άλλοι αναλαμβάνουν καινούργιους ρόλους. Τίποτα όμως ουσιαστικό δεν αλλάζει. Οι υπάλληλοι δεν λιγοστεύουν, η γραφειοκρατία δεν ελαττώνεται, οι πολίτες δεν ανασαίνουν από την καταπίεση ενός παράλογου κι αδιέξοδου δημόσιου τομέα. Η αδράνεια κυριαρχεί και τα αδιέξοδα παραμένουν. Ο αγώνας για ένα διαφορετικό δημόσιο τομέα συνεχίζεται…
Αποτελεί κοινό τόπο στη λειτουργία των δημοκρατιών η τυφλή επίκληση του απρόσωπου κράτους για την επίλυση λογής καθημερινών η και περισσότερο μακροπρόθεσμων προβλημάτων. Η αντίληψη που έχει επικρατήσει είναι πως η φροντίδα των αδυνάτων και η κοινωνική στήριξη των αναξιοπαθούντων είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί δίχως την ύπαρξη και λειτουργία ενός στιβαρού δημόσιου τομέα που θα στηρίζεται σε μία μεγάλη δημόσια γραφειοκρατία. Όλοι όμως αυτοί που πιστεύουν στον ιδεαλισμό μίας συμπονετικής και πολυάριθμης δημoσιο-υπαλληλίας δεν έχουν παρά να κάνουν το ακόλουθο τεστ στον εαυτό τους. Γνωρίζοντας από το φιλικό η και το συγγενικό τους περιβάλλον κάποιο μέλος αυτής της δημόσιας γραφειοκρατίας μπορούν να φέρουν στο νου τους κάποια περίσταση στην οποία τα άτομα αυτά εξέφρασαν τον ενθουσιασμό η έστω και την πρόθεση πως εισερχόμενα στο δημόσιο θα είχαν την ευκαιρία να υπηρετήσουν τους συμπολίτες τους; Ακόμα μάλιστα περισσότερο, μπορούν μήπως να θυμηθούν κάποια επαφή τους με δημόσια υπηρεσία που να τους πλημμύρισε από ψυχική ευφορία λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που έδειξαν οι εκεί υπηρετούντες δημόσιοι λειτουργοί για τα προβλήματά τους;

Δεδομένο στη ζωή μας είναι το γεγονός πως η δημόσια διοίκηση και οι διάφορες ιδιωτικές δραστηριότητες θεωρητικά λειτουργούν ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες μας. Η διαφορά βέβαια είναι πως οι πρώτες έχουν ενδυθεί το νομικό όπλο του καταναγκασμού ενώ τις δεύτερες τις αποδεχόμαστε με βάση την ελεύθερη θέλησή μας. Λογικό είναι λοιπόν να συμπεράνει κάποιος πως θα πρέπει να αναθέτουμε στο δημόσιο (που κραδαίνει την επικίνδυνη ρομφαία του καταναγκασμού) ο,τιδήποτε η ιδιωτική δράση δεν είναι σε θέση να διεκπεραιώσει. Εκεί επάνω λογικά θα έπρεπε να στοχεύει και η περίφημη "επανίδρυση του κράτους". Σε μία ριζική επανεξέταση δηλαδή - από μηδενική βάση πιθανότατα - των σημερινών δραστηριοτήτων του κράτους και στην κατάργηση εκείνων που παραβιάζουν βάναυσα τις αρχές της ελεύθερης βούλησης των πολιτών.

Η εξασφάλιση της ελεύθερης χρήσης από τον καθένα του προϊόντος των κόπων του και της δουλειάς του, ο εξοστρακισμός κάθε πράξης η πρωτοβουλίας που παραβιάζει τους νόμους του κράτους, η διατήρηση της τάξης, η εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας και η πραγματοποίηση ορισμένων δραστηριοτήτων που διατηρούν την ομαλή συνέχεια της κοινωνίας σε πλαίσια ηρεμίας και συνοχής - και που αποδειγμένα δεν μπορεί να αναλάβει και να διεκπεραιώσει ο ιδιωτικός τομέας - συμπληρώνουν τις υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στους πολίτες του. Από εκεί και πέρα κάθε παραπέρα κρατική πρωτοβουλία θα οφείλει να τίθεται κάτω από την άμεση έγκριση του συνόλου της κοινωνίας. Δεν είναι νοητό οι πολίτες να εκχωρούν σε κρατικούς γραφειοκράτες δικαιώματα με τα οποία εκείνοι να μπορούν αυταρχικά κι αυθαίρετα να αποφασίζουν για τις τύχες των πολιτών και της κοινωνίας.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως κάθε κίνηση της δημόσιας γραφειοκρατίας για περισσότερες εξουσίες συνεπάγεται και την εξασφάλιση δυνατοτήτων μεγαλύτερου καταναγκασμού. Ο καταναγκασμός όμως έχει πάντοτε και μεγαλύτερο κόστος. Χρειάζεται μηχανισμούς ελέγχου, παρακολούθησης κι επιβολής. Αυτό σημαίνει κατά κανόνα κι' άλλους υπαλλήλους, αμοιβές κι εγκαταστάσεις. Ο καταναγκασμός λοιπόν μετριέται με το κόστος. Μεγαλύτερες οι δημόσιες παρεμβάσεις, μεγαλύτερος ο εξαναγκασμός των πολιτών σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, μεγαλύτερες οι δαπάνες για την συντήρηση της δημόσιας διοίκησης.

Ο περιορισμός λοιπόν της λειτουργίας του κράτους μέσα σε ορισμένα όρια και πλαίσια μπορεί να εξασφαλισθεί με τον έλεγχο του κόστους του. Άρνηση αύξησης των δημοσίων δαπανών αυτόματα περιορίζει και την εξουσιαστική επέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας. Και ορθολογικό είναι οι πολίτες να αποφασίζουν απ' ευθείας (μέσω δημοψηφισμάτων {!}) για κάθε καινούργια αύξηση δαπανών. Ώστε ο καθένας να γνωρίζει τι θα του στοιχίζει η απαίτηση της κάθε ομάδας, του κάθε κόμματος, της κάθε οργάνωσης. Ώστε να πάψει πλέον να υπάρχει η ισχυρή ψευδαίσθηση πως το κράτος είναι μία έννοια αφηρημένη, περίπου εξώκοσμη, παντοδύναμη και σχεδόν φθηνή. Η κάθε πρωτοβουλία του κράτους κοστίζει χρήματα που ο φορολογούμενος καλείται να πληρώσει. Καλό είναι να γνωρίζει για κάθε πολιτική απόφαση τι πληρώνει, για ποιόν και με ποιόν τρόπο...
Είναι ανατριχιαστική η διαπίστωση πως το ελληνικό δημόσιο έχει κάπου 30.000 Διευθυντές για την εξυπηρέτηση 10 εκ. πολιτών. Οταν την ίδια ώρα η Microsoft απασχολεί συνολικά 60.000 εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο. Και η Microsoft βέβαια παρέχει υπηρεσίες, διορθώνει αδυναμίες, απαντάει σε ερωτήματα και αναβαθμίζει προιόντα σε καθημερινή σχεδόν βάση. Ανταποκρινόμενη στις πιέσεις 750 εκατ. πελατών της ανά τον κόσμο!! Η Βρετανία επίσης έχει περίπου όσους δημόσιους υπάλληλους έχει η Ελλάδα. Εκείνοι βέβαια εξυπηρετούν κάποιες δεκάδες εκατομμύρια πολίτες. Ενώ οι δικοί μας; Η Πολιτεία του Οχάιο στις ΗΠΑ, με τον πληθυσμό περίπου της Ελλάδας, έχει λιγότερους δημόσιους υπάλληλους από τον Νομό Αττικής. Όλα αυτά δεν θα έπρεπε να μας βάλουν σε σκέψεις; Να μας κάνουν να αναλογισθούμε που ακριβώς τα πράγματα έχουν πάει άσχημα. Να μας υποχρεώσουν να πάρουμε κάποιες πρωτοβουλίες για να αλλάξουν τα πράγματα;

Είναι επίσης αποκαλυπτικό το γεγονός πως το Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη Βουλή σχετικά με τον συνολικό αριθμό των μισθοδοτηθέντων μέσα στο 2004 με κάθε σχέση εργασίας από το Δημόσιο δηλώνει αδυναμία να απαντήσει διοτι «δεν υπάρχει μητρώο υπαλλήλων του Δημόσιου τομέα προκειμένου να υπάρχουν στοιχεία αναφορικά με το ερώτημα». Μόνο το Υπ. Οικονομικών είναι σε θεση να δώσει κάποια απάντηση αλλά κι αυτή ατελής μια και δεν είναι σε θέση να υπολογίσει όσους μισθοδοτούνται με έμμεσους η ανορθόδοξους τρόπους (συμβασιούχους, έκτακτους, εποχιακούς, συμβάσεις έργου, αμοιβόμενοι από δημόσιες επενδύσεις κλπ.) Πως μπορεί άραγε να αισθάνεται ο μέσος πολίτης όταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος κυβερνητικός φορέας δεν γνωρίζει πόσοι είναι εκείνοι που εισπράττουν χρήματα από το Δημόσιο. Εϊναι δυνατόν πάνω σε τέτοιες βάσεις να οικοδομηθεί η οποιαδήποτε διοικητική μεταρρύθμιση; Τις ίδιες ανησυχίες προκαλεί και η αδυναμία του ίδιου υπουργείου να απαντήσει στη Βουλή σε ερώτημα για το συνολικό αριθμό των Φορέων, Οργανισμών, Ινστιτούτων, Ιδρυμάτων, Διοικητικών Σωμάτων, Κέντρων, Αρχών και Εταιριών δημοσίου ενδιαφέροντος κι αρμοδιότητας όλων των Υπουργείων που με νομοθετική ρύθμιση ιδρύθηκαν μέσα μόνο στα 4 τελευταία χρόνια. Ο καθένας καταλαβαίνει απ’ αυτό πως ουδείς πολύ περισσότερο είναι σε θέση να δώσει πλήρη στοιχεία για τον αριθμό φορέων σαν τους παραπάνω που υπάρχουν και λειτουργούν συνολικά στα πλαίσια του ελληνικού κράτους. Επανίδρυση λοιπόν του κράτους, ναι. Αλλά από το μηδέν. Αξιολόγηση και ξεκαθάρισμα των πάντων.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

. Περιοδική αξιολόγηση ρυθμίσεων που προωθούνται είτε από τη Βουλή είτε με Διατάγματα και Υπουργικές αποφάσεις για να εκτιμηθέι η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητά τους.

. Η ίδια λογική να πρυτανεύσει για Φορείς, Οργανισμούς, Ρυθμιστικές και Ανεξάρτητες Αρχές, Εταιρίες του Δημοσίου κλπ. Τίποτα και κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται δεδομένος και κατοχυρωμένος. Μόνο έσι θα υπάρχει αποτέλεσμα.

. Εισαγωγή νοοτροπίας οικονομίας της αγοράς στην λειτουργία του δημοσίου. Ο πολίτης να λογίζεται και ν’ αντιμετωπίζεται σαν πελάτης και η επιβίωση των φορέων καθώς και η εξέλιξη τω υπαλλήλων να εξαρτάται από την ικανοποίηση η δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι πολίτες των οποίων η γνώμη θα ζητείται από ετήσιες έρευνες γνώμης κατά περιοχή και αντικείμενο.

. Ελεύθερος ανταγωνισμός ανάμεσα σε υπηρεσίες του δημοσίου και οι πολίτες ελεύθερα θα επιλέγουν τις υπηρεσίες που εκτιμούν πως είναι γι’ αυτούς περισσότερο αποτελεσματικές. Αντίστοιχα αυτές οι υπηρεσίες που δεν θα επιλέγονται θα διακινδυνεύουν μείωση χρηματοδοτήσεων κι εν τέλει κλείσιμο και μείωση προσωπικού.

. Προαγωγές από ένα επίπεδο της ιεραρχίας και πάνω (Δ/ντες η Γεν Δ/ντές) να γίνονται με δημόσιο ανοιχτό διαγωνισμό (από ΑΣΕΠ;) με δυνατότητα συμμετοχής και ειδικών επιστημόνων εκτός δημοσιουπαλληλίας. Εχει δοκιμασθεί σε Σουηδία και Δανία με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

ΟΙ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ» ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

1. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κανένας λογικά δεν μπορεί να εγκρίνει την συνέχιση της ζωής του αδιέξοδου ελληνικού δημόσιου τομέα με τις περιπτωσιακές σκανδαλωδώς προνομιακές ρυθμίσεις. Το δημόσιο πρέπει να μικρύνει. Και να πάψει να βασανίζει τους πολίτες πάνω στην καθημερινότητά τους. Το κράτος οφείλει να γίνει υπηρέτης του πολίτη. Κι όχι δυνάστης του. Αυτό σημαίνει λιγότεροι αριθμοί υπαλλήλων, επιλογή των αρίστων κι όχι όσων δεν έχουν αλλού μοίρα επαγγελματικής αποκατάστασης και γενναίες μισθολογικές απολαβές. 2. Κανένας δεν αμφισβητεί πως οι κρατικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα πρέπει να αναδιοργανωθούν και να εκσυγχρονισθούν. Και πως το ζήτημα του υπεράριθμου προσωπικού αποτελεί την αιχμή του δόρατος. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν θάρρος, γνώση και σχέδιο. Τίποτα απ’ αυτά δεν υπάρχει στις θέσεις και τα λεγόμενα της κυβέρνησης. Οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις» δεν είναι παρά τυχαίες τουφεκιές στον αέρα ορισμένων διοικητών κρατικών επιχειρήσεων. Και που η κυβέρνηση, ανάλογα με την πορεία των πραγμάτων, άλλοτε υιοθετεί κι άλλοτε απορρίπτει. 3. Στην ουσία τα προβλήματα είναι δύο. Από πουθενά δεν προκύπτει πως η γενναιόδωρη ρύθμιση για τον ΟΤΕ θα λύσει τα προβλήματα ανασυγκρότησής του. Όπως ομολογεί και ο ίδιος ο διοικητής του, λόγω αδυναμίας επιλογής αυτών που θα έπρεπε να αποχωρήσουν, το πιθανότερο είναι πως θα φύγουν εθελούσια οι ικανότεροι που θα βρουν αμέσως δουλειές σε ανταγωνιστικές εταιρίες του ιδιωτικού τομέα. Κι ο ΟΤΕ θα μείνει με τους λιγότερο ικανούς και τους αναποτελεσματικούς. Και το δεύτερο βέβαια ζήτημα είναι το κόστος της ρύθμισης. Είναι αδιανόητο ο μέσος φορολογούμενος, ο σκληρά εργαζόμενος μισθωτός του ιδιωτικού τομέα και ο χαμηλοσυνταξιούχος να επιβαρυνθούν για τα χρηματοδοτηθούν τα μπόνους και τα προνόμια των ρετιρέ των κρατικών επιχειρήσεων. Είναι αδιανόητο πως η κυβέρνηση τόλμησε και να σκεφθεί μία τέτοια ρύθμιση. Καθώς και μία παρόμοια που ετοιμάζει για το ασφαλιστικό των Τραπεζών.4. Οι κρατικές επιχειρήσεις και οι Τράπεζες οφείλουν να εκσυγχρονισθούν. Για να αντιμετωπίσουν τα νέα δεδομένα και τον ανταγωνισμό. Αλλά να μην λησμονούν πως είναι πλέον ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αν υπάρχουν νόμοι και διατάξεις που πνίγουν την ανάπτυξή τους ας αλλάξουν οι νόμοι. Όχι όμως και να φορτωθούν το δυσβάστακτο κόστος οι πολίτες. Το επιχείρημα πως το δημόσιο έχει ένα ποσοστό μετοχών άρα και τις σχετικές ευθύνες δεν ευσταθεί. Διότι κανένας πολίτης δεν έχει άμεση ωφέλεια από την επιβίωση των περί ου ο λόγος επιχειρήσεων. Με την εξαίρεση των μεμονωμένων μετόχων τους. Το κόστος θα πρέπει να το αναλάβουν εξ‘ ολοκλήρου οι επιχειρήσεις. Η οι Τράπεζες. Ας χρησιμοποιήσουν μέρος των εσόδων τους. Ας προχωρήσουν σε δανεισμό. Ας εκποιήσουν περιουσιακά τους στοιχεία. Ας προεξοφλήσουν μελλοντικές τους επικερδείς δραστηριότητες. Κι ας αντιμετωπίσουν σαν επιχειρήσεις, με όλα τα σχετικά ρίσκα, την πρόκληση των μεταρρυθμίσεων.