ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

                      ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Η Δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας. Η οποία θεωρητικά κυβερνά. Και η μειοψηφία ελέγχει. Αρχές όμως που σταδιακά έχουν πάψει να εφαρμόζονται. Οι μειοψηφίες επιμένουν να επιβάλουν τις επιλογές τους. Σε βάρος των εκάστοτε πλειοψηφιών Που υποχρεώνονται να συμβιβασθούν η ακόμη και να υποχωρήσουν. Παρατάξεις, που κοινοβουλευτικά σπάνια κατορθώνουν να εξασφαλίσουν περισσότερο από το 6-7% της λαικής προτίμησης, ασκούν υπερβολικά μεγάλο επιρροή στην κοινωνία μέσω προσβάσεων στα ΜΜΕ και συνακόλουθης κυριαρχίας τους στον χώρο των ιδεών. Πίσω τους, δίχως πολλές φορές να το συνειδητοποιούν οι ίδιες, συχνά κρύβονται αδίστακτα οικονομικά συμφέροντα που με άλλοθι την δήθεν στήριξη φιλολαικών θέσεων εκβιάζουν πολιτικές αποφάσεις που βολεύουν τις επιδιώξεις τους.

Η πλειοψηφία λοιπόν ουσιαστικά δεν κυβερνά. Διότι αδυνατεί σχεδόν πάντοτε στην πράξη να εφαρμόσει τις αρχές και το πρόγραμμά της. Κοντά σ΄αυτό έρχονται και τα δυσεπίλυτα προβλήματα της σύνθετης εποχής μας και καταντούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία περίπου κακόγουστη φάρσα. Ανυποψίαστοι βουλευτές καλούνται να εγκρίνουν η να απορρίψουν σε ασφυκτικά συνήθως χρονικά περιθώρια νομοθετήματα που χρειάσθηκαν να δουλέψουν ειδικοί επί μήνες για να τα προετοιμάσουν. Από τα πράγματα οι αντιπρόσωποι του λαού βρίσκονται στο σκοτάδι. Αντιμέτωποι μόνο με το ενδεχόμενο στο μέλλον να κληθούν να απολογηθούν για κάτι που ψήφισαν δίχως να το καταλάβουν.

Οι κοινωνικές εξελίξεις επίσης οδηγούν σε αδιέξοδα που η παραδοσιακή δημοκρατική διαδικασία δεν είναι σε θέση να λύσει. Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και το ασφαλιστικό. Σήμερα το δημόσιο ξοδεύει τεράστια ποσά για τις μεγαλύτερες ηλικίες. Οι μεγάλης διάρκειας, λόγω φυσιολογικής μακροζωίας, συντάξεις, οι δαπάνες μιάς περισσότερο πολύπλοκης, ακριβότερης και για μεγαλύτερο διάστημα – σε σχέση με το παρελθόν – υγειονομικής περίθαλψης, οι καταβολές λ.χ. του λεγόμενου κοινωνικού τουρισμού και οι λογής άλλες παροχές προς του ηλικιωμένους πολίτες συμποσούνται σε επίπεδα δραματικά υψηλότερα από κάθε άλλη προηγούμενη περίοδο.

Ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές επιβαρύνσεις για τέτοιου επιπέδου παροχές δεν έχουν αναλογικά ποτέ καταβληθεί κατά το παρελθόν. Και σήμερα η σύνθεση του πληθυσμού είναι τέτοια που οι νεώτεροι αναγκαστικά επιβαρύνονται δραματικά για τις απολαβές των ηλικιωμένων. Και είναι πολύ αμφίβολο να θα μπορέσουν ποτέ οι ίδιοι μεγαλώνοντας να απολαύσουν τις παροχές για τις οποίες σήμερα επιβαρύνονται. Και είναι πολύ λιγότεροι. Δηλαδή, η αναλογία ενεργών πολιτών με τους συνταξιούχους γέρνει πλέον επικίνδυνα σε βάρος των νέων. Για τους οποίους το δημόσιο, με την εξαίρεση της παιδείας – που δεν τους αφορά βέβαια όλους και της οποίας οι δαπάνες δεν είναι εξατομικευμένες – ξοδεύει ελάχιστα. Και επιβαρύνονται – έμμεσα οικονομικά – και με την στρατιωτική τους θητεία.

Εχουμε λοιπόν το φαινόμενο μια κατηγορία πολιτών – οι νεώτεροι – να επιβαρύνονται υπέρμετρα σε όφελος άλλων. Δίχως βέβαια να τους ρωτάει κανείς αν συμφωνούν. Αλλά και αν ακόμη ξαφνικά συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του προβλήματος δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν. Διότι είναι λιγότεροι. Και με την ψήφο τους είναι αδύνατον να επιδιώξουν και να επιβάλουν κάποια μεταρρύθμιση του συστήματος σε όφελός τους. Είναι αιχμάλωτοι δηλ. ενός ιδιόρρυθμου δημοκρατικού αδιεξόδου. Το σύστημα λειτουργεί σε βάρος των συμφερόντων τους. Αλλά οι αριθμοί τους - σε σχέση με τους ηλικιωμένους που έχουν τις αντίθετες επιδιώξεις – τους καθιστούν αδύναμους να αλλάξουν τα πράγματα και να αισθανθούν ικανοποιημένοι.

Οσο θα περνάει ο καιρός και το ασφαλιστικό πρόβλημα θα γίνεται οξύτερο τόσο πιο επικίνδυνο θα γίνεται και το δημοκρατικό αδιέξοδο για την κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Το συνδικαλιστικό κίνημα, ουσιαστικός και αυτός πυλώνας της δημοκρατίας, γίνεται όλο και περισσότερο αδύναμο και ανυπόληπτο. Και δεν είναιι κατά συνέπεια σε θέση να παρέμβει και να δώσει κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό. Είτε και σε άλλα ζητήματα που συνεχώς αναφύονται στην πολύπλοκη καινούργια πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Στο σκάνδαλο των ομολόγων λ.χ. – και παρά τις αμήχανες δικαιολογίες των συνδικάτων – είναι ολοφάνερο πως είχαν ανάμιξη και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Είτε παθητικά (σαν άσχετοι παρατηρητές) είτε ενεργητικά (ενθαρρύνοντας τις άθλιες επιλογές). Σε κάθε περίπτωση επιβαρύνοντας ακόμα παραπάνω την «κλονισμένη υγεία» του συνδικαλιστικού κινήματος.

Το άγχος της επανεκλογής τέλος κάθε κυβέρνησης, με την καταστρεπτική παρέμβαση των λογής «επικοινωνιολόγων» - βάζει την τελική ταφόπετρα στις προοπτικές επιβίωσης του δημοκρατικού συστήματος. Η διακυβέρνηση με κριτήριο τα ευρήματα των ερευνών της κοινής γνώμης εξοντώνει την πολιτική ευθυκρισία και την εμπιστοσύνη του κόσμου στις πολιτικές αρχές. Οδηγεί σε κόμματα και ηγέτες δίχως σαφείς τοποθετήσεις, οράματα και δεσμεύσεις. Σπάνια έτσι ο πολίτης εισπράττει σαν πολιτική διακυβέρνησης αυτό που νομίζει πως ψήφισε. Η απογοήτευση και η ανασφάλεια κορυφώνονται. Ενώ τα προβλήματα γίνεται σχεδόν αδύνατο να λυθούν. Η λαική οργή που σχηματίζεται στρέφεται τελικά κατά του συστήματος. Κλονίζοντας τα θεμέλια της δημοκρατίας.

Η Δημοκρατία τελειώνει. Δυστυχώς…