Περί Δημοκρατίας...

Περί Δημοκρατίας...

Ο τόπος πάσχει. Με θεσμούς αδύναμους, πολιτικούς άπειρους και έξω από την δυναμική των σύγχρονων εξελίξεων και με μιά ιδιωτική σφαίρα ασυντόνιστη και μπολιασμένη με την διαφθορά του δημόσιου τομέα η κοινωνία περπατάει τρικλίζοντας περιμένοντας την αναπόφευκτη τελική ρήξη. Διότι η ώρα του οριστικού καταλογισμού δεν θα αργήσει να έρθει. Η χώρα είχε συνηθίσει να επιβιώνει σε ένα περιβάλλον παγκόσμιου διπολισμού. Οπου οι επικεφαλής της κάθε παράταξης είχαν συμφέρον να φροντίζουν για την σταθερότητα και την κοινωνική ισορροπία κάθε μέλους του μπλόκ κρατών που διαφέντευαν. Η όποια παρακμή και διάλυση της κοινωνικής σύνταξης του κάθε μέλους αντανακλούσε στην ανωτερότητα του συστήματος που η κάθε πλευρά προπαγάνδιζε. Και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να την επιτρέψει.

Για την χώρα μας ιδιαίτερα το σύστημα των δύο ιδεολογικών πόλων είχε και τρία πρόσθετα ενισχυτικά χαρακτηριστικά. Οι πολιτικές ηγεσίες της Δύσης ήσαν μεγαλωμένες σε ένα περιβάλλον κλασσικής παιδείας που έδινε στην Ελλάδα μια ιδιαίτερη λάμψη που κατέληγε σε πολιτικές επιλογές χαρακτηριστικής εύνοιας προς την χώρα μας. Οι μνήμες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ήσαν ζωντανές στον ενεργό πληθυσμό της Δύσης και ο ρόλος της χώρας μας στην σύγκρουση εκείνη ενίσχυε τις συμπάθειες που γενικά απολάμβανε. Κοντά σε αυτά σημαντικό ρόλο έπαιζε και το γεγονός πως στα κυρίως Βαλκάνια η Ελλάδα αποτελούσε την μοναδική χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και εκπρόσωπο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Τώρα όλα αυτά έχουν ριζικά αλλάξει. Οι δύο παγκόσμιοι πολιτικοί πόλοι δεν υπάρχουν πιά. Δεκάδες καινούργιες χώρες έχουν μπεί στον στίβο του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενες υπερδυνάμεις να φροντίσουν τους μεν σε βάρος, η απέναντι στις προκλήσεις, των δε. Ο καθένας πλέον εργάζεται για τον εαυτό του. Οφείλοντας να ξυπνήσει από τον λήθαργο της εποχής του διπολισμού κι αναδεικνύοντας τα όποια συγκριτικά του (εθνικά, γεω-στρατηγικά, οικονομικά η πολιτιστικά) πλεονεκτήματα για επιβίωση στον νέο ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε. Η ατομικότητα στην εποχή μας δεν χαρακτηρίζει μοναχά τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στις κοινωνίες. Κυριαρχεί και στις συμπεριφορές και τις τύχες των κρατών.

Καθ’ όσον αφορά την Ελλάδα τα υπόλοιπα πλεονεκτήματα της εποχής του διπολισμού έχουν πλέον εξανεμισθεί. Οι σημερινές ελίτ της Δύσης δεν μεγάλωσαν με την κλασσική παιδεία των πατεράδων τους. Και δεν βλέπουν την Ελλάδα με την νοσταλγική ματιά του ιστορικού της παρελθόντος. Ούτε βέβαια και συντηρούν, σε ηγετικό επίπεδο, μνήμες από τον ρόλο της χώρας μας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και βέβαια η Ελλάδα σήμερα όχι μόνο δεν είναι η μοναδική δημοκρατική και δυτικοπροσανατολισμένη χώρα της κυρίως Βαλκανικής αλλά, αντίθετα, είναι η παλαιότερη δημοκρατία της περιοχής που οφείλει, σύμφωνα με τους δυτικούς της συμμάχους, να βοηθά κι όχι να ανταγωνίζεται τις χώρες του περίγυρού της.

Αυτονόητα, οι τύχες της χώρας σήμερα βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο στα χέρια των πολιτικών της ηγεσιών. Που δεν δείχνουν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών. Διστάζοντας να πάρουν αποφάσεις αναγκαίες για την επιβίωση του τόπου. Φοβούμενες το περίφημο πολιτικό κόστος. Κι ο τόπος έτσι παραδέρνει στους ανέμους των ραγδαίων εξελίξεων που απαιτούν στιβαρούς χειρισμούς για να ξεπερασθούν οι κάβοι των διεθνών και κοινωνικών αναταράξεων.

Στο εσωτερικό μέτωπο είναι ολοφάνερο πως η χώρα πασχίζει να επιβιώσει με θεσμούς που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών. Το εκλογικό σύστημα και οι τρόποι ανάδειξης πολιτικών στελεχών αποπνέουν την μούχλα του παλαιοκομματισμού κι αντανακλούν τον κυρίαρχο ρόλο της πολιτικο-οικονομικής διαπλοκής. Τα περισσότερα πρόσωπα της πρώτης σήμερα πολιτικής γραμμής δεν είναι παρά προιόντα – αποκλειστικά σχεδόν – του κομματικού σωλήνα. Και η εκλογή σχεδόν των πάντων εξαρτάται από τις διαθέσεις του οικονομικού κατεστημένου που, ελέγχοντας και τα ΜΜΕ, μπορεί να κατευθύνει της απαράδεκτη διαδικασία της σταυροδότησης. Και να στήσει έτσι τις δικές του ουσιαστικά κοινοβουλευτικές ομάδες.

Αυτή η κατάσταση από τα πράγματα απονευρώνει τις κυβερνήσεις και τις εμποδίζει να πάρουν αποφάσεις ανατρεπτικές της κατεστημένης πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας. Συνέπεια είναι η εξάπλωση της διαφθοράς (εφ’ όσον μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να παίξει ρόλο πραγματικής πολιτικής κυριαρχίας καταλήγει να επωφελείται της θέσης του για τον ατομικό του πλουτισμό). Και η παραπέρα προσέλκυση του ιδιωτικού τομέα στο φαγοπότι των δημόσιων πόρων. Οποιος διαμαρτύρεται σαν απλός πολίτης για τις ατασθαλίες και την κακοδιοίκηση δεν διστάζει να πάρει μέρος στην αθλιότητα αν του δοθεί η ευκαιρία να βρεθεί από την άλλη μεριά του λόφου.

Τα κυκλώματα των διασυνδέσεων, της αλληλεξάρτησης και τελικά του τέλματος της αδράνειας καλύπτουν ολόκληρο το κοινωνικό εύρος. Και δεν περιορίζονται μοναχά στο πεδίο καθαρά της οικονομίας. Σημαντικοί οικονομικοί παράγοντες λ.χ. με εξέλιξη όμως που ακουμπά σχεδόν πάντα σε κρατικές εύνοιες η δουλειές, παίζουν ρόλο στον αθλητισμό, στα media καμιά φορά και στον πολιτισμό. Και για λόγους άμυνας οργανώνουν ομάδες υποστήριξης μέσα στους συγκεκριμένους χώρους (λέσχες οπαδών, κατευθυνόμενους σχολιαστές, ευνοούμενους καλλιτέχνες) που όταν πλέον παραφέρονται δύσκολα μπορούν ακόμα και κρατικά να ελεγχθούν (βιαιότητες οπαδών, απρέπειες των μέσων, κατιναριό καλλιτεχνών). Η αλληλεξάρτηση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας γίνεται πλέον ολοφάνερη.

Οι εξελίξεις όμως αυτές έχουν επίπτωση και στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Οταν πλέον οι πάντες καταλήγουν να έχουν άποψη για τα πάντα (μέσα από το τηλεοπτικό και έντυπο χάος) κάθε κίνηση η άποψη με στόχο αντιμετώπιση λεπτών εθνικών συμφερόντων μπαίνει στο μικροσκόπιο συνήθως ασχέτων (σχολιαστών, καλλιτεχνών, ιερέων, αυτοαποκαλούμενων ειδικών ακαδημαικών κλπ) και πανικοβάλλει τις αρμόδιες πολιτικές αρχές. Που διστάζουν να πάρουν πρωτοβουλίες. Χάνοντας έτσι ευκαιρίες. Ελαττώνοντας τους φίλους και πολλαπλασιάζοντας συνήθως τους εχθρούς.

Υπάρχει λοιπόν στον τόπο ζήτημα δημοκρατίας. Οχι θεωρητικό και αφηρημένο. Αλλά πρακτικό και συγκεκριμένο. Δίχως αλλαγές σε θεσμούς, το κύκλωμα αλληλεξάρτησης οικονομικής δύναμης και δημοσίων αρχών δεν πρόκειται να διαραγεί. Και τίποτε δεν θα μπορέσει να αλλάξει. Σε βάρος των συμφερόντων του λαού και των μακροπρόθεσμων στόχων του τόπου.