ΒΙΑΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ

ΒΙΑΙΟΤΗΤΕΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΤΙΠΟΤΕ
                                                          
Προσπαθώ να καταλάβω τους λόγους που οδηγούν χιλιάδες φοιτητές τους δρόμους προκαλώντας συγκρούσεις με την αστυνομία και καταστροφές σε μαγαζιά, σπίτια και αυτοκίνητα. Παραδοσιακά οι νέοι αποτελούσαν το πιό προοδευτικό και προχωρημένο τμήμα μιάς κοινωνίας. Διότι μη έχοντας εμπλακεί ακόμη στα γρανάζια της καθημερινότητας και στις συμβατικότητες των επαγγελματικών δεσμεύσεων και οικογενειακών  υποχρεώσεων ήσαν ανεξάρτητοι από συμφέροντα και σκοπιμότητες. Τι άραγε έχει συμβεί και στην σημερινή Ελλάδα οι νέοι φοιτητές κυρίως αλλά και εργαζόμενοι εμφανίζονται να εκφράζουν τα πιό οπισθοδρομικά και αντιδραστικά κομμάτια της κοινωνίας είναι περίπου ακατανόητο. Γιατί, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, είναι ακριβώς η παραδοσιακή Αριστερά σήμερα (ΚΚΕ και ΣΥΝ) που εκφράζουν την πολτική ακνιησία, το «όχι» σε κάθε βήμα προς τα εμπρός και την επιστροφή σε πρακτικές του παρελθόντος.

Τι είναι ακριβώς εκείνο που η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος θα επιφέρει ώστε η νεολαία να βγαίνει στους δρόμους αγωνιζόμενη γι’ αυτό που σήμερα υπάρχει;  Στόχος της αναθεώρησης είναι η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην παροχή  Ανωτλάτης Παιδείας στη χώρα μας. Η πανεπιστημιακή παιδεία σρτην Ελλάδα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι προαιρετική. Στις Ανώτατες Σχολές εισέρχονται μοναχά όσοι το επιθυμούν και όσοι βέβαια επιτυγχάνουν στις σχετικές εισαγωγικές δοκιμασίες. Στην Μέση Παιδεία, γυμνάσια δηλ. και λύκεια, η φοίτηση είναι στις περισσότερες βαθμίδες υποχρεωτική. Και εκεί επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών σχολείων και λυκείων. Μάλιστα, κατά γενική ομολογία, σε κάποια από αυτά (Κολλέγιο Αθηνών, Pierce College, Ανατόλια, Ουρσουλίνες, Αρσάκειο, Λεόντειος κλπ) παρέχεται η καλύτερη μέση παιδεία στη χώρα.  Το σύστημα αυτό μήπως έχει κάνει ζημιά στην υπόθεση «παιδεία» της χώρας; Η μήπως έχει βοηθήσει να ξεφύγουμε κάποιες φορές από το τέλμα  και να αποφοιτήσουν από τα σχολεία αυτά σημαντικά μυαλά, που στη συνέχεια έκαναν θαύματα σε ελληνικά και ξένα πανεπιστλημια;  

Γιατί λοιπόν ένα σύστημα που έχει αποδείξει την αξία του σε ένα μέρος της παιδείας, που είνια υποχρεωτικό για όλους τους έλληνες, δεν θα πρέπει να εφαρμοσθεί και στην ανωτάτη αμπαίδευση που, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι υποχρεωτική και οφείλει να δίνει στους νέους πολλαπλές επιλογές και δυνατότητες;

Τι διακινδυνεύουν οι έλληνες φοιτητές  αν καταργηθεί τελικά το κρατικό μονοπώλιο στην ανωτάτη παιδεία; Να έχουν λιγότερες προσβάσεις στην γνώση γενικά, αποκλείεται. Διότι τα δημόσια πανεπιστήμια δεν πρόκειται να καταργηθούν. Υποχρεωτικά θα γίνει προσπάθεια να αναβαθμισθούν, ώστε να μπορούν να αντέξουν στον καινούργιο ανταγωνισμό που θα υπάρξει. Και βέβαια αυτό θα σημάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, εισαγωγή του ανταγωνισμού ανάμεσα στις  κρατικές σχολές. Δεν μπορούν όλα τα πτυχία να είναι ίδια. Πανεπιστήμια  - κρατικά – με υποδομές και βιβλιοθήκες δεν είναι δυνατόν να δίνουν το ίδιο πτυχίο με σχολές που στεγάζονται σε παλιά σχολεία οικοκυρικής, δίχως βιβλιοθήκες και την όποια  τεχννολογική υποδομή. Δεύτερον, θα πρέπει να αποκτήσουν απόλυτη αυτονομία. Η κάθε σχολή θα αποφασίζει για το πόσους νέους φοιτητες θα δεχθεί, με τι προσόντα και με ποιές προυποθέσεις. Επίσης μόνες τους οι σχολές θα αποφασίζουν για τα προσόντα των καθηγητών που θα διορίζονται , για την διάρκεια και τα κριτήρια της θητείας τους καθώς και για προγράμματα σπουδών που θα εφαρμόζουν. Μόνα τους τα πανεπιστήμια θα αποφασίζουν για το αν θα μετέχουν φοιτητές στα πρυτανικά συμβούλια και στα διάφορα άλλα διοικητικά τους όργανα. Για να γνωρίζουν οι μελλοντικοί εργοδότες από τι σχολές ακριβώς αποφοίτησαν οι υποψήφιοι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους. Κι’ ανάλογα, να παίρνουν τις σχετικές τους αποφάσεις. Τρίτον, θα πρέπει να καταργηθούν τα λογής νομοθετήματα που αφορούν στις εργασιακές σχέσεις των απασχολουμένων στα ΑΕΙ, καθώς και σε ζητήματα εσωτερικών τους διαδικσιών. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το περίφημο «άσυλο». Το κάθε πανεπιστήμιο θα αποφασίζει μόνο αν οι χώροι του θα είιναι απαγορευμένοι για τις δημόσιες αρχές ασφαλείας. Θα πρέπει να παίρνει όμως, σε διαφορετική περίπτωση,  μέτρα από μόνο του για την διαφάλιση της τάξης και για την μη πραγματοποίηση εγκληματικών πράξεων στους χώρους του.  Με ιδιωτική αστυνομία, αν χρειασθέι. Διαφορετικά για κάθε παρανομία η καταστροφή δημόσιας περιουσίας θα καταλογίζονται τα πάντα προσωπικά στα μέλη των Συγκλήτων.

Ολα τα παραπάνω θα πρέπει να προηγηθούν της ίδρυσης η αναγνώρισης ιδιωτιικών ΑΕΙ. Διότι έτσι θα έχει σηκωθεί ουσιαστικά ο πήχυς για την λειτουργία ενός σωστού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Και κάθε αεριτζίδικη δουλειά θα απρρίπτεται άμεσα απο την ίδια την αγορά εργασίας. Και βέβαια, και τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα υπάγονται στο γενικό σχήμα αξιολόγησης των ΑΕΙ από ελεγκτές διεθνούς εμβέλειας που θα προσσμβάνει για τον σκοπό αλριβώς αυτόν η κυβέρνηση. Και μέσα στα περιθώριος της αξιολόγησης δεν θα πρέπει να είννι μοναχά οι καθηγητές, η διδασκαλία, τα μαθήματα και τα ακαδημαικά αποτελέσματα. Αλλά και οι χώροι του πανεπιστημ,ίου, η κτιριακή του υποδομή, οι χώροι άθλησης, οι βιβλιοθήκες και γενικότερα οι υποδομές. Κριτήρια όμ,ως που θα πρπει να ισχύουν για τα ιδιωτικά αλλά και για τα κρατικά ΑΕΙ. Μοναχά έτσι θα φτιάξουμε παιδεία υψηλού επιπέδου. Που θα παράγει στελέχη ικανά να σηκώσουν στους ώμους τους την χώρα στις δύσκολες ημέρες που έρχονται.

Τι από όλα τα παραπάνω θα μπορούσε να ενοχλήσει τους νέους – φοιτητές και εργαζόμενους; Οχι στη βάση βέβαια αφηρημένων θεωρητικών κατασκευών. Αλλά πάνω στην ουσία της πραγματικότητας. Μοναχά οι οργανωμένοι σε κόμματα θα είχαν λόγους διαμαρτυρίας. Γιατί θα χαθούυν τα προνόμια της συνδιοίκησης ορισμένων πανεπιστημίων που κάποιες νεολαίες εξασφαλίζουν με το σημερινό σύστημα. Και προσφέρουν στις ηγεσίες των κομμάτων τους την δυνατότητα ανάμιξης στα πανεπιστημιακά γενόμενα και στην εκλογή ακόμη και καθηγητών. Επίσης κάποιες ομάδες αναρχικών μπορούν ίσως να ενοχολούνται διότι θα χάσουν τα καταφύγια τους σε φάσεις συγκρούσεών τους με την αστυνομία. Και ίσως και κάποιοι καθηγητές και λοιοποί διδάσκοντες των οποίων τα προσόντα και γενικότερα οι ικανότητες δεν προσομοιάζουν με αυτές ενός ικανού και αποτελεσματικού πανεπιστημιακού διδασκάλου. Επίσης υπάρχουν και εκείνοι που βολεύονται από το σημερινό χάλι της ανώτατης παιδείας. Κάνοντας τις δουλίτσες τους είτε με κοινοτικά προγράμματα είτε με εξωπανεπιστημιακές απασχολήσεις.

Αξίζει για όλους αυτούς, να βγαίνουν οι νέοι στους δρόμους υποστηρίζοντας το σημερινό τέλμα και την αναπαλαίωση; Σε μιά εποχή μάλιστα γεμάτη προκλήσεις για όσους διψάνε πράγματι για γνώση;